Δεν είναι η πρώτη φορά. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Ο Δημήτρης Κυριαζίδης, πρώην αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, επί χρόνια συνδικαλιστής και σήμερα βουλευτής Δράμας της Νέας Δημοκρατίας, έχει ήδη ένα βαρύ πολιτικό προηγούμενο. Όταν είχε απευθυνθεί στη Ζωή Κωνσταντοπούλου με την περίφημη φράση «πήγαινε να κάνεις κανένα παιδί», η αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν άμεση και τον οδήγησε εκτός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας.
Θα περίμενε κανείς ότι εκείνο το μάθημα θα ήταν αρκετό. Δεν ήταν. Ο ίδιος επέστρεψε στο ίδιο ύφος, στην ίδια λογική προσωπικής απαξίωσης, απέναντι στην ίδια πολιτική αντίπαλο. Και το χειρότερο δεν είναι μόνο όσα είπε. Είναι ότι εξακολουθεί να δηλώνει αμετανόητος, επιμένοντας πως δεν έχει κανέναν λόγο να ζητήσει συγγνώμη.
Αυτή τη φορά, όμως, η αποδοκιμασία δεν ήρθε μόνο από την αντιπολίτευση. Ήρθε και από το εσωτερικό της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Κώστας Καιρίδης πήρε σαφείς αποστάσεις, οι βουλευτές Βασίλης Φωτήλας και Γιώργος Αμυράς καταδίκασαν δημόσια τη συμπεριφορά του, ενώ και οι υπουργοί Λίνα Μενδώνη και Θάνος Πλεύρης εξέφρασαν τη διαφωνία τους. Παράλληλα, ο πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης αποφάσισε την παραπομπή του στην Επιτροπή Δεοντολογίας για να εξεταστεί αν η συμπεριφορά του παραβιάζει τον Κώδικα Δεοντολογίας των βουλευτών.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Αντιθέτως, πολλοί διαφωνούν έντονα με τον τρόπο που πολιτεύεται, με τις συνεχείς συγκρούσεις της, με την ρητορική της, με την επιθετική κοινοβουλευτική της παρουσία. Όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο πολιτικής κριτικής.
Άλλο όμως η πολιτική αντιπαράθεση και άλλο η προσωπική υποτίμηση μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα.
Η Βουλή δεν είναι ούτε καφενείο ούτε τηλεοπτικό πάνελ. Είναι ο κορυφαίος δημοκρατικός θεσμός της χώρας. Και οι λέξεις που ακούγονται μέσα στην αίθουσα της Ολομέλειας αποκτούν πολύ μεγαλύτερο βάρος από όσες εκτοξεύονται στα κοινωνικά δίκτυα.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι, μέχρι στιγμής, δεν έχει υπάρξει δημόσια τοποθέτηση ούτε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό ούτε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Η σιωπή, σε τέτοιες περιπτώσεις, αφήνει πάντα περιθώρια για παρερμηνείες. Αν το μήνυμα της πρώτης διαγραφής ήταν ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν γίνονται ανεκτές, τώρα απαιτείται η ίδια καθαρότητα.
Η Επιτροπή Δεοντολογίας θα αποφασίσει τις θεσμικές συνέπειες. Αυτό είναι δική της αρμοδιότητα. Η πολιτική κρίση, όμως, έχει ήδη εκδοθεί. Διότι ένας βουλευτής που δεν αναγνωρίζει ούτε σήμερα ότι ξεπέρασε τα όρια, δεν προσβάλλει μόνο τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Προσβάλλει το ίδιο το Κοινοβούλιο, το κόμμα που τον εξέλεξε και, τελικά, τους πολίτες που περιμένουν από τους εκπροσώπους τους να αντιπαρατίθενται με επιχειρήματα και όχι με προσωπικές προσβολές.
Η δημοκρατία αντέχει τις σκληρές κουβέντες. Δεν αντέχει, όμως, την αμετανόητη περιφρόνηση της στοιχειώδους πολιτικής ευπρέπειας.