Μες του ΣΥΡΙΖΑ τα στενά βαράνε πιστολιές τα παλικάρια. Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται για πολιτική υπερβολή, αλλά για την πραγματική εικόνα ενός κόμματος που μετράει κεφάλια, ψήφους, αποχωρήσεις, συσχετισμούς και αντοχές, ενόψει της κρίσιμης Κεντρικής Επιτροπής της 11ης Ιουλίου.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, που κάποτε έφτασε να κυβερνήσει τη χώρα, μοιάζει σήμερα να γυρίζει όχι απλώς στην προ Τσίπρα εποχή, αλλά ακόμη πιο πίσω: σε σχήματα, νοοτροπίες και εσωτερικές ισορροπίες που θυμίζουν την παλιά ανανεωτική Αριστερά, τις εποχές του Λεωνίδα Κύρκου, της ΕΔΑ, των συνιστωσών, των τάσεων, των ζυμώσεων και της ατελείωτης συζήτησης για το ποιος εκφράζει την «πραγματική» Αριστερά.
Μόνο που υπάρχει μια τεράστια διαφορά. Η εποχή Κύρκου είχε πολιτικό βάθος, ιδεολογική επεξεργασία και ιστορική βαρύτητα. Το σημερινό πισωγύρισμα του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει περισσότερο με μάχη επιβίωσης. Όχι για το ποιος θα οδηγήσει την Αριστερά σε μια νέα μεγάλη πορεία, αλλά για το ποιος θα προλάβει να κρατήσει το μαγαζί πριν αδειάσει τελείως.
Η διπλή πολιτική υπηκοότητα
Ο Νίκος Παππάς περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο το εσωκομματικό πρόβλημα, μιλώντας για «διπλή πολιτική υπηκοότητα». Δηλαδή για στελέχη που τυπικά παραμένουν στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πολιτικά κοιτούν ήδη προς το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη.
Ο ίδιος ζήτησε να μείνουν όλοι στο κόμμα, αλλά «με καθαρές κουβέντες», προειδοποιώντας για το ενδεχόμενο κάποιοι να προσέλθουν, να ψηφίσουν, να επηρεάσουν τις αποφάσεις και μετά από λίγες ημέρες να αποχωρήσουν. Εκεί βρίσκεται και η ουσία της μάχης: ποιοι θα μετρηθούν στις 11 Ιουλίου και για λογαριασμό ποιου πολιτικού σχεδίου.
Συλλογική ηγεσία ή ακέφαλο κόμμα;
Η πρόταση για «μοντέλο συλλογικής ηγεσίας και εκλογικής προετοιμασίας» φέρνει στην επιφάνεια το ερώτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητά πραγματικά νέα αρχή ή αν επιστρέφει σε ένα παλιό σχήμα εσωτερικών ισορροπιών, όπου όλοι έχουν λόγο, αλλά κανείς δεν έχει καθαρή ευθύνη.
Αυτό είναι και το μεγάλο ρίσκο. Η συλλογικότητα είναι δύναμη όταν υπάρχει κοινή γραμμή. Γίνεται όμως αδυναμία όταν μετατρέπεται σε πολυφωνία χωρίς πυξίδα. Και ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή δεν δείχνει να έχει πρόβλημα μόνο ηγεσίας. Έχει πρόβλημα προσανατολισμού, ταυτότητας και πολιτικής αυτοπεποίθησης.
Ο Γιαννούλης βάζει φρένο στον νέο εμφύλιο
Από την πλευρά του, ο Χρήστος Γιαννούλης επιχείρησε να συγκρατήσει τα πράγματα, λέγοντας ότι «κακώς ετέθη θέμα ηγεσίας από τον Παύλο Πολάκη». Με άλλα λόγια, ενώ το κόμμα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπο με αποχωρήσεις και εσωτερική αιμορραγία, ένα νέο άνοιγμα θέματος ηγεσίας μπορεί να λειτουργήσει σαν επιταχυντής διάλυσης.
Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε επίσης «να κατεβάσουμε τα εγώ μας», επαναφέροντας τη συλλογικότητα στο επίκεντρο. Ωραία φράση. Μόνο που στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ τα «εγώ» δεν είναι απλώς πολλά. Είναι οργανωμένα, θορυβώδη και πολλές φορές ισχυρότερα από το ίδιο το κόμμα.
Το φάντασμα του Τσίπρα
Πάνω από όλα αυτά πλανάται, βέβαια, η σκιά του Αλέξη Τσίπρα. Το νέο του εγχείρημα τραβάει στελέχη, προκαλεί αναχωρήσεις, δημιουργεί δεύτερες σκέψεις σε βουλευτές και μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να αποφασίσει αν θα κατέβει αυτόνομα στις εκλογές, αλλά η πραγματική αγωνία είναι άλλη: αν μπορεί να υπάρξει πολιτικά απέναντι στον άνθρωπο που τον ανέβασε στην εξουσία.
Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία της ιστορίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα κατάπιε κάποτε τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ των τάσεων και των μικρών ποσοστών. Τώρα, μετά τον Τσίπρα, κινδυνεύει να επιστρέψει ακριβώς εκεί από όπου ξεκίνησε: σε ένα μικρότερο, πιο εσωστρεφές, πιο ιδεολογικά κατακερματισμένο κόμμα, που θα θυμίζει περισσότερο πολιτικό εργαστήριο παρά δύναμη εξουσίας.
Η 11η Ιουλίου δεν θα είναι απλώς μια ακόμη συνεδρίαση. Θα είναι μέτρημα δυνάμεων, μέτρημα προθέσεων και πιθανότατα μέτρημα απωλειών. Και όπως πάνε τα πράγματα, στον ΣΥΡΙΖΑ δεν μετρούν πια μόνο ψήφους. Μετρούν ποιοι μένουν, ποιοι φεύγουν και ποιοι απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να αλλάξουν στρατόπεδο.