Ένα πρώτο θεσμικό ανάχωμα απέναντι στη διαχρονική συνήθεια των κομμάτων να μοιράζουν προεκλογικές υποσχέσεις χωρίς να εξηγούν ποιος και πώς θα πληρώσει τον λογαριασμό επιχειρεί να δημιουργήσει η Πολιτεία.
Από την 1η Νοεμβρίου 2026 ενεργοποιείται ο νέος μηχανισμός κοστολόγησης των προεκλογικών εξαγγελιών, με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο να αναλαμβάνει για πρώτη φορά να υπολογίζει το πραγματικό δημοσιονομικό αποτύπωμα συγκεκριμένων μέτρων που περιλαμβάνονται στα προγράμματα των κομμάτων.
Η βασική αρχή θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία φράση: «Μην τάζεις και μην εξαγγέλλεις, εάν προηγουμένως δεν έχεις μετρήσει τον λογαριασμό».
Για δεκαετίες, άλλωστε, η ελληνική προεκλογική περίοδος συνοδεύεται από υποσχέσεις για αυξήσεις μισθών και συντάξεων, μειώσεις φόρων, επιδόματα, προσλήψεις και παροχές δισεκατομμυρίων ευρώ. Πολύ συχνά, όμως, οι εξαγγελίες δεν συνοδεύονται από επαρκή στοιχεία για το κόστος, τις πηγές χρηματοδότησης και τις επιπτώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό.
Έως δέκα μέτρα από κάθε κόμμα
Με βάση το νέο πλαίσιο, κάθε πολιτικός φορέας που συμμετέχει στις εκλογές θα μπορεί να καταθέτει προς εξέταση έως δέκα προτάσεις πολιτικής.
Το κάθε κόμμα θα ορίζει έναν εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο, ο οποίος θα συνεργάζεται με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο από την κατάθεση του αιτήματος μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
Τα αιτήματα θα πρέπει να υποβάλλονται έως και 120 ημέρες πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών, ώστε να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για τη συγκέντρωση στοιχείων, την επεξεργασία τους και την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
Για την κοστολόγηση, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο θα συνεργάζεται με υπηρεσίες και οργανισμούς όπως το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, η ΑΑΔΕ, ο e-ΕΦΚΑ και η Ελληνική Στατιστική Αρχή, από τους οποίους θα ζητά τα αναγκαία οικονομικά και ποσοτικά δεδομένα.
Τι ακριβώς θα εξετάζεται
Στο μικροσκόπιο θα μπαίνει το άμεσο κόστος κάθε πρότασης, αλλά και οι ευρύτερες συνέπειές της στα δημόσια έσοδα και στις κρατικές δαπάνες.
Για παράδειγμα, μία πρόταση για μείωση φόρου δεν θα εξετάζεται μόνο ως προς το ποσό των εσόδων που χάνει άμεσα το Δημόσιο. Θα πρέπει να συνυπολογίζεται εάν δημιουργεί αύξηση της κατανάλωσης, περιορισμό της φοροδιαφυγής ή κάποια άλλη δευτερογενή επίπτωση.
Αντίστοιχα, μία υπόσχεση για αύξηση συντάξεων ή προσλήψεις στο Δημόσιο θα πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένο αριθμό δικαιούχων, διάρκεια εφαρμογής, ετήσιο κόστος και σαφή αναφορά στην πηγή χρηματοδότησης.
Με αυτόν τον τρόπο, οι γενικόλογες υποσχέσεις θα καλούνται να μετατραπούν σε αριθμούς. Και οι αριθμοί, σε αντίθεση με τα συνθήματα των προεκλογικών συγκεντρώσεων, είναι δύσκολο να χειροκροτήσουν.
Το μεγάλο κενό του συστήματος
Παρά τη θετική κατεύθυνση, ο νέος μηχανισμός δεν επιβάλλει υποχρεωτική κοστολόγηση σε όλα τα κόμματα.
Η συμμετοχή παραμένει απολύτως εθελοντική. Επιπλέον, ακόμη και όταν ένα κόμμα ζητήσει την αξιολόγηση κάποιου μέτρου, το τελικό αποτέλεσμα θα δημοσιοποιείται μόνο εφόσον το ίδιο το κόμμα δηλώσει εγγράφως ότι αποδέχεται την κοστολόγηση.
Αυτό σημαίνει ότι ένας πολιτικός φορέας θα μπορεί είτε να μην καταθέσει καθόλου τις υποσχέσεις του είτε να μη δώσει στη δημοσιότητα ένα αποτέλεσμα που δεν τον εξυπηρετεί πολιτικά.
Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο θα ανακοινώνει μόνο τον συνολικό αριθμό των μέτρων που παρέλαβε από κάθε κόμμα, χωρίς να αποκαλύπτει το περιεχόμενό τους όσο βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία.
Επομένως, περισσότερο από μία απόλυτη θεσμική φραγή, δημιουργείται ένα μέσο δημόσιας και πολιτικής πίεσης. Ένα κόμμα που θα αρνείται να κοστολογήσει τις εξαγγελίες του θα πρέπει πλέον να εξηγεί στους πολίτες γιατί αποφεύγει τον έλεγχο.
Οι υποσχέσεις «στο ζύγι»
Η πρόεδρος του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, Αναστασία Μιαούλη, επισημαίνει ότι οι ανεξάρτητες και μεθοδολογικά συνεπείς ποσοτικοποιήσεις βοηθούν τους πολίτες να κατανοήσουν τις πιθανές δημοσιονομικές συνέπειες των προεκλογικών προτάσεων και αναβαθμίζουν την ποιότητα του δημοκρατικού διαλόγου.
Η διαδικασία σχεδιάστηκε με τεχνική βοήθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αξιοποίηση εμπειρίας από χώρες όπως η Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου αντίστοιχοι ανεξάρτητοι θεσμοί εξετάζουν προεκλογικά προγράμματα και δημοσιονομικές δεσμεύσεις.
Η ουσία, πάντως, θα κριθεί στην πράξη.
Εάν τα κόμματα συμμετάσχουν και δημοσιοποιήσουν τις αξιολογήσεις, οι πολίτες θα μπορούν να συγκρίνουν όχι μόνο ποιος υπόσχεται περισσότερα, αλλά και ποιος παρουσιάζει ένα πρόγραμμα πραγματικά εφαρμόσιμο.
Εάν, αντίθετα, οι πολιτικοί φορείς αξιοποιήσουν τον εθελοντικό χαρακτήρα της διαδικασίας για να αποφεύγουν τα δύσκολα ερωτήματα, ο μηχανισμός κινδυνεύει να παραμείνει ένα καλό θεσμικό εργαλείο χωρίς δόντια.
Σε κάθε περίπτωση, από εδώ και στο εξής η δικαιολογία «δεν γνωρίζαμε πόσο κοστίζει» θα είναι πολύ δυσκολότερο να γίνει πιστευτή. Και κάθε νέα προεκλογική παροχή θα συνοδεύεται αναπόφευκτα από το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται πρώτο:
Πόσο κοστίζει και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;