Ο Αλέξης Τσίπρας δεν κινήθηκε βιαστικά. Κινήθηκε όπως ξέρει να κινείται όταν θέλει να στήσει πολιτικό αιφνιδιασμό: τακτικά, παρασκηνιακά, με πολλούς κύκλους συζητήσεων, δοκιμών, αξιολογήσεων και προσωπικών προσεγγίσεων. Η «σκιώδης κυβέρνηση» που παρουσίασε δεν ήταν προϊόν λίγων ημερών. Ήταν αποτέλεσμα προεργασίας άνω των τεσσάρων μηνών, με στόχο όχι απλώς να εμφανιστεί ένας κατάλογος τομεαρχών, αλλά να δοθεί η εικόνα μιας εναλλακτικής κυβερνητικής ετοιμότητας.
Ο Τσίπρας, τακτικιστής εκ φύσεως και εκ πολιτικής διαδρομής, παιδευόταν επί μήνες με το σχήμα. Όχι μόνο για τα πρόσωπα, αλλά και για τη σημειολογία τους. Ποιοι θα έδειχναν συνέχεια. Ποιοι θα έδειχναν ανανέωση. Ποιοι θα μπορούσαν να μιλήσουν σε κοινωνικά ακροατήρια που δεν συγκινούνται πια από την κομματική επετηρίδα. Και ποιοι θα έδιναν στο εγχείρημα την αίσθηση ότι δεν πρόκειται για μια άσκηση κομματικής επιβίωσης, αλλά για ένα σχέδιο επιστροφής στο πεδίο της διακυβέρνησης.
Στην προεργασία, σύμφωνα με πληροφορίες, κομβικό ρόλο είχαν πρόσωπα που γνωρίζουν τον πρώην πρωθυπουργό, τον τρόπο που σκέφτεται και το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο επιχειρεί να επανέλθει. Ο Μιχάλης Καλογήρου, ο Κώστας Γαβρόγλου, ο Γιώργος Βασιλειάδης και η Όλγα Γεροβασίλη, η οποία στην παρούσα φάση δεν εμφανίζεται στην πρώτη γραμμή του νέου σχήματος, ήταν μεταξύ των σταθερών συνομιλητών, των ανθρώπων που λειτούργησαν ως think tank, αλλά και ως πολιτικοί «σκάουτερς» για πρόσωπα εκτός του στενού κομματικού σωλήνα.
Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νέας «σκιώδους κυβέρνησης»: ο Τσίπρας δεν γέμισε απλώς θέσεις με παλιούς υπουργούς. Αντίθετα, επέλεξε να βάλει στην πρώτη γραμμή αρκετά φρέσκα και άφθαρτα πρόσωπα, με βιογραφικά που δεν περιορίζονται στα πτυχία, αλλά ακουμπούν στην πραγματική επαγγελματική επιτυχία και στην κοινωνική αναφορά. Ανθρώπους από τον πρωτογενή τομέα, την αγορά, την επιστήμη, την αυτοδιοίκηση, τη δικαιοσύνη, την υγεία, το περιβάλλον, την κοινωνική πολιτική.
Η περίπτωση του Θωμά Μόσχου, στον τομέα Αγροτικής Ανάπτυξης, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές. Δεν είναι το κλασικό κομματικό στέλεχος. Είναι άνθρωπος της παραγωγής, κτηνοτρόφος, με απευθείας επαφή με την αγροτική και κτηνοτροφική πραγματικότητα. Η επιλογή του δείχνει ότι ο Τσίπρας θέλει να ανοίξει δίαυλο με τον πρωτογενή τομέα, όχι μέσα από συνθήματα, αλλά μέσα από πρόσωπα που γνωρίζουν τι σημαίνει παραγωγή, κόστος, ύπαιθρος, αγορά, επιβίωση.
Στον ίδιο άξονα εντάσσεται και η παρουσία ανθρώπων από την επιχειρηματικότητα και την αγορά, όπως ο Γιώργος Κωνσταντινίδης στον Τουρισμό, ο Ευάγγελος Πούλιος στο Εμπόριο και ο Γιάννης Σαλπέας στη Ναυτιλία και Νησιωτική Πολιτική. Για ένα εγχείρημα που θέλει να μιλήσει από την πλευρά της Αριστεράς, αυτή η κατηγορία προσώπων έχει ιδιαίτερη πολιτική αξία. Δείχνει ότι ο Τσίπρας δεν θέλει να αφήσει την παραγωγή, την αγορά και την επιχειρηματικότητα αποκλειστικά στη ρητορική της Νέας Δημοκρατίας.
Στον χώρο της Δικαιοσύνης, η τοποθέτηση της Μαρίας Λεπενιώτη έχει ισχυρό συμβολισμό. Πρόκειται για πρόσωπο με θεσμικό βάρος και δημόσια αναγνωρισιμότητα, που συνδέθηκε με μία από τις πιο φορτισμένες δίκες της μεταπολιτευτικής περιόδου. Δίπλα της, η Χριστίνα Τσαγκλή ενισχύει την παρουσία νομικών και θεσμικών προσώπων, σε έναν τομέα όπου ο Τσίπρας θέλει προφανώς να επαναφέρει στο κέντρο τη συζήτηση για κράτος δικαίου, θεσμούς και δικαιώματα.
Στην Υγεία, ο Σπύρος Δρίτσας και ο Γιώργος Μπουλμπασάκος δίνουν καθαρά νοσοκομειακό και ιατρικό στίγμα. Δεν είναι επιλογές τηλεοπτικής επικοινωνίας, αλλά πρόσωπα που παραπέμπουν στο ΕΣΥ, στην καθημερινότητα των νοσοκομείων και στη δημόσια υγεία ως πεδίο κοινωνικής πολιτικής. Στην Παιδεία, η Ιωάννα Λαλιώτου δίνει ακαδημαϊκό βάρος, ενώ στον τομέα Ενέργειας και Περιβάλλοντος ο Κώστας Λαγουβάρδος, μαζί με τον Δημήτρη Τσέκερη και την Πένυ Αντωνίου, παραπέμπουν σε ένα πεδίο όπου η επιστημονική γνώση και η κλιματική πραγματικότητα δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα θέματα.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Μανώλη Πλειώνη στην Κλιματική Κρίση και Πολιτική Προστασία, με αναπληρώτρια τη Βανέσσα Κατσαρδή. Στην εποχή των πυρκαγιών, των ακραίων καιρικών φαινομένων και της διαχείρισης κρίσεων, ο Τσίπρας επιχειρεί να δείξει ότι το συγκεκριμένο πεδίο δεν είναι μόνο επιχειρησιακό, αλλά βαθιά πολιτικό. Το ίδιο ισχύει και για την Ψηφιακή Πολιτική, όπου η Γραμματή Πάντζιου και ο Δημήτρης Νταφόπουλος σηματοδοτούν την ανάγκη το νέο σχήμα να μιλήσει και για την ψηφιακή κυριαρχία, όχι απλώς για την ψηφιοποίηση υπηρεσιών.
Από την αυτοδιοίκηση, ο Γιώργος Ιωακειμίδης, ο Απόστολος Καλογιάννης και η Μαρία Καμμά φέρνουν εμπειρία τοπικής διαχείρισης. Αυτό έχει σημασία. Διότι η αυτοδιοίκηση είναι το πεδίο όπου η πολιτική δοκιμάζεται καθημερινά, χωρίς τη σχετική ασφάλεια των μεγάλων ιδεολογικών διακηρύξεων. Εκεί μετράνε οι δρόμοι, τα σχολεία, τα απορρίμματα, οι κοινωνικές υπηρεσίες, η επαφή με τον πολίτη.
Η γυναικεία παρουσία δεν είναι περιφερειακή. Είναι ενισχυμένη και κατανεμημένη σε κρίσιμους τομείς. Νεκταρία-Ελευθερία Αγγελάκη στην Εργασία, Ιωάννα Λαλιώτου στην Παιδεία, Βασιλική Τσικλή στον Αθλητισμό, Εύα Ρέντζου στον Πολιτισμό, Μαριζέτα Αντωνοπούλου και Φανή Κουντούρη στην Κοινωνική Πολιτική, Φωτεινή Παγκάλου στη Στεγαστική Πολιτική, Μαρία Λεπενιώτη και Χριστίνα Τσαγκλή στη Δικαιοσύνη, Φωτεινή Μπακαδήμα στον Τουρισμό, Μαρία Καμμά στη Νησιωτική Πολιτική, Πένυ Αντωνίου στην Ενέργεια και το Περιβάλλον, Βανέσσα Κατσαρδή στην Κλιματική Κρίση, Ζαχαρούλα Τσιριγώτη και Φανή Γιωτάκη στη Μεταναστευτική Πολιτική, Γραμματή Πάντζιου στην Ψηφιακή Πολιτική, Ζωρζέττα Λάλη στις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις και Κατερίνα Μπέρδου στην Άμυνα.
Αυτός ο κατάλογος δεν είναι απλώς αριθμητικός. Είναι πολιτικός. Δείχνει προσπάθεια να μη μείνει η ανανέωση σε επίπεδο συνθημάτων, αλλά να αποτυπωθεί στην ίδια τη σύνθεση του σχήματος.
Βεβαίως, ο Τσίπρας δεν έκοψε τον ομφάλιο λώρο με την εμπειρία της δικής του διακυβέρνησης. Αντιθέτως, έβαλε «ενέσεις» εμπειρίας εκεί όπου ήθελε να υπάρχει έλεγχος, συνέχεια και πολιτική μνήμη. Ο Κώστας Γαβρόγλου, ως συντονιστής των τομεαρχών, ο Μιχάλης Καλογήρου, ως πρόεδρος του ΙΝΑΤ, και ο Γιώργος Βασιλειάδης, ως διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Αλέξη Τσίπρα, αποτελούν τρεις βασικές γέφυρες με την περίοδο 2015-2019.
Δίπλα τους, πρόσωπα όπως ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης, ο Γρηγόρης Θεοδωράκης, η Ευγενία Φωτονιάτα, ο Διονύσης Τεμπονέρας και ο Παυσανίας Παπαγεωργίου δίνουν το στοιχείο της κρατικής και διοικητικής εμπειρίας. Είναι η ομάδα που ξέρει μηχανισμούς, διαδικασίες, ευρωπαϊκά προγράμματα, δημοσιονομικά, δημόσια διοίκηση. Με άλλα λόγια, η ομάδα που μπορεί να μεταφράσει μια πολιτική διακήρυξη σε κυβερνητική πράξη.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: ο Τσίπρας επιχειρεί να πει ότι δεν επιστρέφει απλώς με τους παλιούς του. Επιστρέφει ή ακριβέστερα, επιχειρεί να ξαναμπεί στο παιχνίδι, με ένα υβριδικό σχήμα. Λίγοι έμπειροι σε νευραλγικές θέσεις. Αρκετοί τεχνοκράτες με κρατική μνήμη. Και πολλά νέα πρόσωπα από κοινωνικά και επαγγελματικά πεδία που δεν ανήκαν παραδοσιακά στον στενό κομματικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το στοίχημα κερδήθηκε. Η ανακοίνωση των ονομάτων είναι η αρχή, όχι η απόδειξη. Η πραγματική δοκιμασία θα φανεί στο αν αυτή η «σκιώδης κυβέρνηση» θα παράγει θέσεις, αντιπολίτευση, προγραμματικό βάθος και πολιτική πειθώ. Διότι τα βιογραφικά είναι χρήσιμα. Τα άφθαρτα πρόσωπα είναι απαραίτητα. Η εμπειρία είναι πολύτιμη.
Αλλά στο τέλος, εκείνο που θα κρίνει τον Τσίπρα δεν είναι αν έστησε καλά τη σκακιέρα. Αυτό, ως τακτικιστής, ξέρει να το κάνει άριστα. Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά η σκακιέρα οδηγεί σε σχέδιο διακυβέρνησης ή απλώς σε μια ακόμη καλή πολιτική κίνηση.