Αν κάποιος ψάχνει κόμμα, στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ θα έβρισκε ring πυγμαχίας. Όχι πολιτικό φορέα με σχέδιο, όχι αντιπολίτευση με στρατηγική, όχι οργανωμένο χώρο που ετοιμάζεται να επανέλθει. Θα έβρισκε γάντια, σχοινιά, γωνίες, χτυπήματα κάτω από τη μέση και έναν διαιτητή που προσπαθεί να πείσει ότι ακόμη ελέγχει τον αγώνα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ζει τη νέα του κρίση όχι ως έκπληξη, αλλά ως φυσική συνέχεια μιας μακράς πολιτικής καθίζησης. Μόνο που αυτή τη φορά η εικόνα είναι σχεδόν σουρεαλιστική: διαγραφές, καρατομήσεις, αντικαταστάσεις, βαριές κουβέντες, εσωκομματικά τελεσίγραφα και αρχηγικές κινήσεις, όλα αυτά επάνω σε ένα κόμμα που δημοσκοπικά μετριέται πλέον κοντά στο ενάμιση τοις εκατό.
Δηλαδή, για να το πούμε χωρίς πολιτική ζάχαρη: ο καβγάς δεν γίνεται πάνω σε ένα κάστρο εξουσίας. Γίνεται πάνω σε ερείπια.
Ο Σωκράτης Φάμελλος, που μέχρι χθες εμφανιζόταν ως πρόεδρος ισορροπιών, αποφάσισε να αλλάξει τόνο. Και τον άλλαξε απότομα. Η γλώσσα του απέναντι στον Παύλο Πολάκη ήταν σκληρή, σχεδόν προειδοποιητική. Το μήνυμα ήταν σαφές: τέλος τα εκβιαστικά διλήμματα, τέλος τα «διαλέξτε με ποιους θα πάτε», τέλος η εικόνα ενός κόμματος όπου ο καθένας ανεβάζει βίντεο, απειλεί, συσπειρώνει, αποσυσπειρώνει και τελικά γράφει δικό του καταστατικό στα social media.
Το πρόβλημα για τον Φάμελλο είναι ότι η πυγμή ακούγεται διαφορετικά όταν ασκείται από ηγέτη ισχυρού κόμματος και διαφορετικά όταν ασκείται από αρχηγό ενός χώρου που κινδυνεύει να βγει από τον πολιτικό χάρτη. Στην πρώτη περίπτωση μοιάζει με επιβολή τάξης. Στη δεύτερη, μπορεί να μοιάζει με ύστατο χτύπημα πριν σβήσουν τα φώτα.
Η καρατόμηση του Νίκου Παππά από τη θέση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου ήταν το δεύτερο ηχηρό χτύπημα. Όχι επειδή ο Παππάς είναι απλώς ένα στέλεχος. Αλλά επειδή συμβολίζει έναν ολόκληρο κύκλο εξουσίας, μια εποχή ΣΥΡΙΖΑ που ακόμη επιμένει να θεωρεί ότι δικαιούται ρόλο, λόγο και μερίδιο στην επόμενη μέρα. Η φράση «ουδείς αναντικατάστατος», ακόμη κι αν ειπώθηκε με ψυχραιμία, ακούγεται πλέον σαν προειδοποίηση προς όλες τις κατευθύνσεις. Και κυρίως προς την ηγεσία.
Στο ίδιο σκηνικό, η αποχώρηση Ζαχαριάδη από την εκπροσώπηση και η αντικατάστασή του από τον Χρήστο Γιαννούλη δείχνουν ότι η Κουμουνδούρου δεν κάνει απλώς διορθωτικές κινήσεις. Κάνει αναδιάταξη μάχης. Σαν να ξαναστήνει άμυνα, ενώ οι αντίπαλοι δεν βρίσκονται απέναντι, αλλά μέσα στο ίδιο στρατόπεδο.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η «τριάδα των επαναστατών»: Πολάκης, Παππάς, Δούρου. Άλλος διαγραμμένος, άλλος καρατομημένος, άλλοι σε ρόλο εσωτερικής αμφισβήτησης. Τρεις διαφορετικές πολιτικές διαδρομές, τρία διαφορετικά φορτία, αλλά μία κοινή συνισταμένη: δεν δείχνουν διατεθειμένοι να παρακολουθήσουν σιωπηλοί τον ΣΥΡΙΖΑ να μπαίνει σε τροχιά Τσίπρα χωρίς να έχουν λόγο για το πώς, με ποιους και με ποιο τίμημα.
Διότι εδώ βρίσκεται ο πραγματικός πυρήνας της σύγκρουσης. Δεν είναι απλώς ο Πολάκης. Δεν είναι απλώς ο Παππάς. Δεν είναι απλώς οι θέσεις, οι τίτλοι και οι αντικαταστάσεις. Είναι ο Αλέξης Τσίπρας και η ΕΛ.Α.Σ. Είναι το ερώτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει ως αυτόνομο κόμμα, αν θα παραδοθεί ως οργανωμένη συνιστώσα στο νέο σχήμα του πρώην πρωθυπουργού ή αν θα αποσυντεθεί εν κινήσει, βλέποντας στελέχη, ψηφοφόρους και μηχανισμούς να περνούν απέναντι.
Τα τρία σενάρια είναι όλα δύσκολα.
Πρώτο σενάριο: ο Τσίπρας παίρνει μεμονωμένα στελέχη και αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ να μείνει κέλυφος. Σε αυτή την περίπτωση, η μειοψηφία μπορεί να βρεθεί να κρατά τα κλειδιά ενός σπιτιού χωρίς ενοίκους.
Δεύτερο σενάριο: γίνεται ένα μεγάλο ενωτικό ψηφοδέλτιο, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προσπαθεί να μπει οργανωμένα στη νέα πραγματικότητα. Αυτό είναι το σενάριο που θα ήθελε ο Φάμελλος. Αλλά ακόμη κι εκεί, το ερώτημα είναι ποιοι θα επιβιώσουν πολιτικά και ποιοι θα θεωρηθούν βαρίδια.
Τρίτο σενάριο: ο Τσίπρας δεν δίνει καθαρό σήμα συνεργασίας, ο ΣΥΡΙΖΑ μένει να περιμένει, η εσωτερική φθορά συνεχίζεται και το κόμμα σβήνει σταδιακά, όχι με έκρηξη, αλλά με διαρροή. Σαν λάστιχο που χάνει αέρα ενώ όλοι τσακώνονται για το τιμόνι.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα κόμμα που άλλοτε έμαθε να ζει με τη λέξη «εξουσία» και τώρα αναγκάζεται να εξοικειωθεί με τη λέξη «επιβίωση». Από το 36% στο δημοσκοπικό περιθώριο, από το Μέγαρο Μαξίμου στο άγχος της πολιτικής εξαΰλωσης, από το «πρώτη φορά Αριστερά» στο «ποιος θα φύγει πρώτος».
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μοιάζει πια με κόμμα που συζητά την επόμενη στρατηγική του. Μοιάζει με πολιτικό οργανισμό που κάνει εσωτερική νεκροψία ενώ ακόμη αναπνέει.
Και ο Φάμελλος; Επιχειρεί να δείξει ότι δεν είναι προσωρινός διαχειριστής, αλλά πρόεδρος με εξουσία. Μόνο που η εξουσία του μετριέται πλέον σε εσωκομματικές κινήσεις και όχι σε κοινωνική επιρροή. Μπορεί να διαγράφει, να αντικαθιστά, να καρατομεί. Το δύσκολο είναι να πείσει ότι υπάρχει ακόμη σώμα για να διοικήσει.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι αν ο Φάμελλος θα κερδίσει τον Πολάκη, τον Παππά ή τη Δούρου. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει ΣΥΡΙΖΑ για να κερδηθεί.
Προς το παρόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι το κόμμα που κάποτε έστηνε πολιτικές μάχες εναντίον όλων, σήμερα έχει στήσει ring εναντίον του εαυτού του.
Και το κοινό; Δεν χειροκροτεί. Μετράει γύρους. Ή, χειρότερα για την Κουμουνδούρου, έχει ήδη αλλάξει κανάλι.