Υπάρχουν πολιτικοί χώροι που διασπώνται επειδή δεν αντέχουν τις διαφορές τους. Και υπάρχει και η ελληνική Αριστερά, όπου πολλές φορές η διάσπαση μοιάζει σχεδόν με τελετουργία. Με πολιτικό DNA. Με κάτι ανάμεσα σε χόμπι, σπορ και οικογενειακή παράδοση.
Όταν το 2015 άρχισε να φυλλορροεί ο ΣΥΡΙΖΑ, με τον Παναγιώτη Λαφαζάνη και τους δραχμόβιους συντρόφους του να παίρνουν τον δρόμο της Λαϊκής Ενότητας, με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου θυμωμένη από την ώρα που ξυπνάει μέχρι την ώρα που κοιμάται, και με τον Γιάνη, με ένα νι, να μην του κάθεται καλά η υπόθεση των διαπραγματεύσεων και των μνημονίων, είχα ρωτήσει τον αείμνηστο Αλέκο Φλαμπουράρη τι ακριβώς συμβαίνει μέσα σε αυτόν τον κόσμο της Αριστεράς.
Μιλάμε για έναν κόσμο που ξεκίνησε από το ΚΚΕ Εσωτερικού, πέρασε από τον Συνασπισμό, μετά από τον ΣΥΡΙΖΑ, και ανάμεσα σε αυτά άλλαξε τόσα ονόματα, σχήματα, συνιστώσες και πλατφόρμες, που ακόμη και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του πιθανόν κάποια στιγμή να χρειάζονταν πολιτικό γενεαλογικό δέντρο για να θυμηθούν ποιος έφυγε από πού και ποιος ξαναγύρισε πότε.
Η απάντηση του Φλαμπουράρη ήταν μία. Και μάλιστα μου την είπε χαμογελαστά, με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά το εσωτερικό του σπιτιού του.
«Στην Αριστερά, η διάσπαση είναι χόμπι. Είναι σπορ».
Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο σκέφτομαι ότι εκείνη η κουβέντα δεν ήταν απλώς μια ατάκα. Ήταν πολιτική ακτινογραφία.
Διότι αν δει κανείς την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ και των προγόνων του, δεν βλέπει μόνο μια ιστορία ανόδου, εξουσίας και πτώσης. Βλέπει κυρίως μια αλυσίδα αποχωρήσεων. Από τον Αλέκο Αλαβάνο, που ανέδειξε τον Αλέξη Τσίπρα και ύστερα χώρισαν οι δρόμοι τους, μέχρι τον Φώτη Κουβέλη και τη ΔΗΜΑΡ. Από τη μεγάλη έκρηξη του 2015, με τον Λαφαζάνη, τη Ζωή και τον Βαρουφάκη, μέχρι τη Νέα Αριστερά του Χαρίτση, της Αχτσιόγλου, του Τσακαλώτου και των άλλων παιδιών που κυβέρνησαν μαζί με τον Τσίπρα και μετά δεν μπορούσαν να συμβιώσουν με τον Στέφανο Κασσελάκη.
Και φυσικά, φτάσαμε και στον ίδιο τον Κασσελάκη. Ο οποίος ήρθε ως «φαινόμενο», εκλέχθηκε αρχηγός ενός κόμματος που δεν τον ήξερε, προσπάθησε να το αλλάξει με όρους προσωπικής πολιτικής, συγκρούστηκε με τους μηχανισμούς και τελικά πήρε και αυτός τον δικό του δρόμο.
Εκεί που λες ότι τα έχεις δει όλα, έρχεται η πολιτική πραγματικότητα και σου λέει: όχι ακόμη.
Διότι τώρα εμφανίζεται και πάλι ο Αλέξης Τσίπρας. Ο άνθρωπος που ταυτίστηκε όσο κανείς με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, με τη μετατροπή του από κόμμα του 3% σε κόμμα εξουσίας, με το δημοψήφισμα, με το τρίτο μνημόνιο, με την κυβερνώσα Αριστερά, με την ήττα και με την αποχώρηση από την ηγεσία. Και εμφανίζεται όχι απλώς ως πρώην αρχηγός που σχολιάζει τις εξελίξεις, αλλά ως δημιουργός ενός νέου πολιτικού σχήματος.
Κάπου εδώ, η ιστορία αποκτά σχεδόν θεατρική ειρωνεία.
Ο Τσίπρας που υπήρξε το πρόσωπο της σύνθεσης των συνιστωσών, γίνεται τώρα το πρόσωπο μιας νέας αφετηρίας έξω από το παλιό του σπίτι. Ο άνθρωπος που κράτησε ενωμένα, όσο τα κράτησε, τόσα διαφορετικά ρεύματα, βρίσκεται σήμερα να ανοίγει έναν ακόμη κύκλο στον ήδη κατακερματισμένο χώρο αριστερά του ΠΑΣΟΚ και πριν από το ΚΚΕ.
Και αναρωτιέται κανείς: τελικά πόσα κόμματα χωρούν εκεί; Πόσες Κινήσεις, πόσες Πλατφόρμες, πόσες Ενότητες, πόσες Συμπαρατάξεις, πόσες Πλεύσεις, πόσα Μέτωπα και πόσα ΜέΡΑ μπορούν να υπάρξουν στον ίδιο πολιτικό ουρανό;
Διότι, όπως πάει το πράγμα, τα κόμματα στον χώρο αυτόν είναι περισσότερα και από τις Πλειάδες ψηλά στον ουρανό.
Το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο ιστορικό. Είναι και βαθιά πολιτικό. Γιατί κάθε διάσπαση παρουσιάστηκε ως αναγκαιότητα αρχών. Άλλος έφυγε για την Ευρώπη. Άλλος έφυγε για τη δραχμή. Άλλος για την καθαρότητα της Αριστεράς. Άλλος για τη δημοκρατία μέσα στο κόμμα. Άλλος για να γλιτώσει από τους παλιούς. Άλλος για να επιστρέψει ως νέος. Και όλοι, σχεδόν όλοι, έφυγαν δηλώνοντας ότι αυτοί κρατούν την αληθινή ψυχή της παράταξης.
Μόνο που όταν πολλοί δηλώνουν ταυτόχρονα ότι κρατούν την ψυχή, στο τέλος το σώμα μένει άδειο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ένα από τα πιο εντυπωσιακά πολιτικά φαινόμενα της μεταπολίτευσης. Ανέβηκε σαν πύραυλος, κυβέρνησε, άλλαξε τη γλώσσα της πολιτικής σύγκρουσης, πλήρωσε όμως και το τίμημα της ίδιας του της σύνθεσης. Διότι ήταν πάντα πολλά πράγματα μαζί. Ριζοσπαστική Αριστερά, ανανεωτική Αριστερά, πασοκογενές ρεύμα, αντιμνημονιακή διαμαρτυρία, κυβερνητικός πραγματισμός, προσωπική ηγεσία Τσίπρα, μηχανισμοί, τάσεις, παρέες, πικρίες.
Όλα αυτά μπορούσαν να συνυπάρχουν όσο υπήρχε εξουσία ή προσδοκία εξουσίας. Όταν όμως έφυγε η εξουσία, έφυγε και η κόλλα.
Γι’ αυτό και η νέα κίνηση Τσίπρα έχει ενδιαφέρον. Όχι μόνο για το τι θα πετύχει εκλογικά. Αλλά γιατί δείχνει ότι ο κύκλος των διασπάσεων δεν έχει κλείσει. Ίσως απλώς αλλάζει σκηνικό, φωτισμό και πρωταγωνιστή.
Και κάπου εκεί ξανακούω τον Φλαμπουράρη να χαμογελάει. Στην Αριστερά, η διάσπαση είναι χόμπι. Είναι σπορ.
Μόνο που κάποια στιγμή, ακόμη και το πιο αγαπημένο σπορ κουράζει τους θεατές.