Η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έκλεισε την εσωκομματική κρίση. Αντίθετα, άνοιξε έναν νέο και πιθανότατα ακόμη πιο επώδυνο κύκλο, με τη μάχη της διαδοχής να αρχίζει, τα αντίπαλα στρατόπεδα να μετρούν δυνάμεις και αρκετούς βουλευτές και στελέχη να ετοιμάζονται να περάσουν την πόρτα της εξόδου.
Στην Κουμουνδούρου δεν υπάρχει πλέον μόνο ένα πρόβλημα ηγεσίας. Υπάρχει πρόβλημα πολιτικής ύπαρξης. Και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα διαδεχθεί τον Σωκράτη Φάμελλο, αλλά τι ακριβώς θα κληθεί να ηγηθεί.
Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χάνει απλώς βουλευτές. Κινδυνεύει να χάσει το ίδιο του το νόημα.
Η πολιτική μοναξιά του Φάμελλου
Η παραίτηση Φάμελλου δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Το κλίμα είχε βαρύνει δραματικά, ενώ ο μέχρι πρότινος πρόεδρος του κόμματος είχε αντιληφθεί ότι θα έφθανε στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής πολιτικά απομονωμένος.
Καθοριστικό σημείο υπήρξε η στρατηγική επιλογή του να εισηγηθεί τη στήριξη της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης του Αλέξη Τσίπρα. Η Κεντρική Επιτροπή είχε εγκρίνει τη σχετική κατεύθυνση, όμως στην πράξη η εφαρμογή της αποδείχθηκε σχεδόν αδύνατη.
Ο Αλέξης Τσίπρας είχε καταστήσει σαφές ότι θεωρεί τον ιστορικό κύκλο του ΣΥΡΙΖΑ κλειστό, ενώ η αυτόνομη πορεία του νέου εγχειρήματος δεν άφηνε χώρο για τη συνεργασία που επιδίωκε ο Σωκράτης Φάμελλος. Ταυτόχρονα, οι περισσότεροι βουλευτές και αρκετά κορυφαία στελέχη που είχαν προηγουμένως υπερψηφίσει τη στήριξη προς τον Τσίπρα δεν εμφανίζονταν διατεθειμένοι να στηρίξουν τον Φάμελλο στην κρίσιμη συνεδρίαση.
Η τηλεοπτική συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στον Alpha φέρεται να επιτάχυνε τις εξελίξεις, μεταβάλλοντας οριστικά τους εσωκομματικούς συσχετισμούς. Ο Φάμελλος κατάλαβε ότι θα βρισκόταν μόνος απέναντι σε διαφορετικές και αντικρουόμενες ομάδες.
Από τη μία πλευρά βρισκόταν ο Παύλος Πολάκης, ο οποίος είχε ζητήσει ανοιχτά την παραίτησή του. Από την άλλη, οι Νίκος Παππάς και Ρένα Δούρου προωθούσαν την ιδέα μιας «συλλογικής ηγεσίας». Και, πάνω απ’ όλους, υπήρχε η διαρκώς αυξανόμενη δύναμη έλξης του Αλέξη Τσίπρα.
Ο Φάμελλος επέλεξε τελικά την αποχώρηση, δηλώνοντας ότι δεν μπορεί να γίνει «μέρος του διχασμού» και αφήνοντας σαφείς αιχμές προς όλες τις πλευρές του προοδευτικού χώρου.
Η σύγκρουση για την Κεντρική Επιτροπή
Αμέσως μετά την παραίτηση άρχισε νέα σύγκρουση, αυτή τη φορά για το εάν θα πραγματοποιηθεί η προγραμματισμένη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής.
Η πλευρά Φάμελλου επιχείρησε να δρομολογήσει αναβολή, υποστηρίζοντας ότι οι δραματικές εξελίξεις απαιτούν νέο σχεδιασμό. Αντίθετα, ο Παύλος Πολάκης και ο Νίκος Παππάς επέμειναν ότι το όργανο πρέπει να συνεδριάσει κανονικά, επικαλούμενοι και τις σχετικές καταστατικές προβλέψεις.
Οι ομάδες της εσωκομματικής μειοψηφίας υποστηρίζουν ότι έχουν συγκεντρώσει τη σύμφωνη γνώμη 159 μελών της Κεντρικής Επιτροπής και επιχειρούν να προσελκύσουν ακόμη και στελέχη που μέχρι πρότινος στήριζαν τον παραιτηθέντα πρόεδρο.
Ο αριθμός των «159» αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η μάχη δεν περιορίζεται στις δημόσιες δηλώσεις ορισμένων κορυφαίων στελεχών. Εξελίσσεται ήδη ένας οργανωμένος πόλεμος συσχετισμών, με κάθε πλευρά να μετρά υπογραφές, παρουσίες και πιθανές μετακινήσεις.
Ο οδικός χάρτης για τη νέα ηγεσία
Στο τραπέζι έχει τεθεί ήδη ένας πρώτος οδικός χάρτης για την επόμενη ημέρα. Προβλέπει συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας υπό την αναπληρώτρια γραμματέα Αναστασία Σαπουνά, σύγκληση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας για την εκλογή νέου επικεφαλής, διεξαγωγή συνεδρίου και εκλογή νέου προέδρου από τη βάση, ακόμη και εντός του καλοκαιριού.
Ωστόσο, ούτε αυτή η διαδικασία είναι απλή. Το κόμμα βρίσκεται αντιμέτωπο με οργανωτική αποδυνάμωση, περιορισμένες ενεργές οργανώσεις και ένα στελεχιακό δυναμικό το οποίο διαρκώς μειώνεται.
Προκύπτει επίσης το ζήτημα της ηγεσίας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος, ο οποίος έχει την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, θα κληθεί εκ των πραγμάτων να συγκαλέσει την ομάδα και να δρομολογήσει τις επόμενες κινήσεις.
Πολάκης, Δούρου και Παππάς στη μάχη
Ο Παύλος Πολάκης έχει ήδη δηλώσει ότι θα διεκδικήσει την προεδρία. Το επιτελείο του θεωρεί ότι διαθέτει προσωπική πολιτική δυναμική και οργανωμένους υποστηρικτές σε όλη τη χώρα. Για να διεκδικήσει όμως την ηγεσία από ισχυρότερη θέση, θα πρέπει να επιστρέψει και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Από την άλλη πλευρά, οι Νίκος Παππάς και Ρένα Δούρου προωθούν το μοντέλο της συλλογικής ηγεσίας, με καταμερισμό αρμοδιοτήτων και ενδεχόμενο διαχωρισμό των θέσεων του προέδρου του κόμματος και του επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, σε πρώτη φάση φαίνεται να εξετάζεται η υποψηφιότητα της Ρένας Δούρου, χωρίς να αποκλείονται άλλες λύσεις ή ακόμη και ένα μοντέλο πολιτικής δυαρχίας.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι η νέα ηγεσία, όποια και αν είναι, ενδέχεται να εκλεγεί από ένα κόμμα ακόμη μικρότερο από το σημερινό.
Δεν θα αργήσουν νέες αποχωρήσεις
Οι παραιτήσεις του Γιώργου Καραμέρου και της Κατερίνας Νοτοπούλου δεν αντιμετωπίζονται ως δύο απομονωμένες κινήσεις. Αποτελούν προειδοποίηση για όσα ακολουθούν.
Ο Καραμέρος θεωρείται ότι κινείται καθαρά προς την πλευρά Τσίπρα. Η Νοτοπούλου αποχώρησε επίσης από τη βουλευτική έδρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς μέχρι τώρα να καταγράφεται ως πρόσωπο του στενού πυρήνα της νέας προσπάθειας.
Στην Κουμουνδούρου, όμως, γνωρίζουν ότι το κύμα δεν θα σταματήσει εδώ. Δεν θα αργήσει, σύμφωνα με πληροφορίες και εκτιμήσεις στελεχών, η αποχώρηση και άλλων προσώπων.
Στις εσωκομματικές συζητήσεις ακούγονται τα ονόματα της Όλγας Γεροβασίλη, του Μίλτου Ζαμπάρα, του Διονύση Καλαματιανού, του Συμεών Κεδίκογλου, του Αλέξανδρου Μεϊκόπουλου και της Πόπης Τσαπανίδου. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν ληφθεί από όλους οριστικές αποφάσεις. Σημαίνει, όμως, ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινοβουλευτικής και κομματικής δύναμης βρίσκεται σε αναμονή και εξετάζει τις επόμενες κινήσεις του.
Και ο Αλέξης Τσίπρας, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν πρόκειται να κινηθεί βιαστικά. Θα προχωρήσει εν καιρώ σε κινήσεις για την αξιοποίηση στελεχών που αποχωρούν, όπως ο Φάμελλος, αλλά παραμένει ένας πολιτικός που δεν λαμβάνει βιαστικές αποφάσεις ούτε ανοίγει αμέσως όλα τα χαρτιά του.
Η χαρακτηριστική περίπτωση Μπάρκα
Η περίπτωση του Κώστα Μπάρκα δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο το πολιτικό αδιέξοδο.
Δηλώνει ότι παραμένει στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι ο μόνος που μπορεί να αντιμετωπίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι ο Αλέξης Τσίπρας και η ΕΛ.Α.Σ.
Αυτό πολιτικά δεν συνιστά ισορροπία. Μοιάζει περισσότερο με προαναγγελία μιας δύσκολης απόφασης. Διότι δεν μπορεί κάποιος να εκπροσωπεί κοινοβουλευτικά ένα κόμμα και ταυτόχρονα να αναγνωρίζει ως πραγματικό αντίπαλο του πρωθυπουργού τον ηγέτη ενός άλλου πολιτικού εγχειρήματος.
Το κόμμα που έμεινε χωρίς μαγνήτη
Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα βασικό πολιτικό κεφάλαιο: τον Αλέξη Τσίπρα.
Από τη στιγμή που αυτός ο μαγνήτης βγήκε από το κάδρο της Κουμουνδούρου, άρχισε η φυσιολογική αποκόλληση των κομματιών.
Το πρόβλημα, πλέον, δεν είναι ποιος φεύγει. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι όσοι μένουν δυσκολεύονται να εξηγήσουν γιατί μένουν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να διατηρήσει την ταμπέλα, τα γραφεία, τα όργανα, τις συνεδριάσεις και τις ανακοινώσεις, αλλά να μείνει χωρίς ψυχή, χωρίς αφήγημα και χωρίς προοπτική εξουσίας.
Και στην πολιτική, όταν ένα κόμμα πάψει να εμπνέει φόβο στους αντιπάλους και ελπίδα στους δικούς του, δεν πεθαίνει αμέσως.
Πρώτα μικραίνει. Μετά συζητά ατελείωτα για διαδικασίες. Και στο τέλος απορεί γιατί το εγκατέλειψαν όλοι.