Η εικόνα ήταν ασυνήθιστα θερμή για μια σχέση που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από βαθύ ανταγωνισμό. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε τον Σι Τζινπίνγκ στον Λευκό Οίκο με τιμές, χαμόγελα και αναφορές στην προσωπική σχέση που έχει αναπτύξει με τον Κινέζο ηγέτη. Πίσω όμως από τη διπλωματική σκηνογραφία της επίσκεψης, το Πεκίνο επιχείρησε να διερευνήσει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: μέχρι πού είναι διατεθειμένη να κινηθεί η Ουάσιγκτον σε ζητήματα που αφορούν την Ταϊβάν, την ασφάλεια στην Ανατολική Ασία και τη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Η συνάντηση δεν κατέληξε σε μια μεγάλη συμφωνία που να αλλάζει τα δεδομένα στις σινοαμερικανικές σχέσεις. Η εμπορική εκεχειρία παρατάθηκε για ακόμη δύο μήνες, μεταθέτοντας τις δύσκολες αποφάσεις για τους δασμούς, τις κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων, τις σπάνιες γαίες και τους περιορισμούς στην τεχνολογία. Παράλληλα, οι δύο πλευρές συζήτησαν την τεχνητή νοημοσύνη, το Ιράν, την Ουκρανία και άλλα ζητήματα ασφαλείας, χωρίς να υπάρξει αντίστοιχη θεαματική μεταβολή στις βασικές τους διαφωνίες.
Για τον Σι, ωστόσο, η αξία της συνόδου δεν μετριέται μόνο από το τι υπεγράφη. Μετριέται και από το τι ειπώθηκε, από τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε και από τον τρόπο με τον οποίο η κινεζική ηγεσία μπορεί να παρουσιάσει το αποτέλεσμα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Η Ταϊβάν παραμένει το μεγάλο τεστ
Το πιο ευαίσθητο σημείο της ατζέντας ήταν, για ακόμη μία φορά, η Ταϊβάν. Ο Σι ζήτησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να «αντιτίθενται» στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν και να χειρίζονται το ζήτημα με «σύνεση», σύμφωνα με την κινεζική περιγραφή της συνάντησης. Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αμερικανική πολιτική χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια διαφορετική γλώσσα, δηλώνοντας ότι δεν υποστηρίζει μονομερή αλλαγή του status quo ή ανεξαρτησία της Ταϊβάν.
Η διαφορά δεν είναι απλώς λεκτική. Για το Πεκίνο, μια αμερικανική διατύπωση που θα πλησίαζε περισσότερο τη δική του θέση θα αποτελούσε σημαντικό διπλωματικό κέρδος. Δεν σημαίνει ότι ο Τραμπ αποδέχθηκε μια τέτοια μετατόπιση, όμως το γεγονός ότι το ζήτημα τέθηκε ξανά τόσο ξεκάθαρα δείχνει πού βρίσκεται μία από τις βασικές κινεζικές προτεραιότητες.
Το επόμενο κρίσιμο τεστ αφορά τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν. Ένα πακέτο περίπου 14 δισ. δολαρίων παραμένει υπό εξέταση, ενώ ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊπέι «διαπραγματευτικό χαρτί». Η θέση αυτή έχει προκαλέσει ανησυχία στην Ταϊβάν και σε άλλους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία, καθώς δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο ζητήματα ασφαλείας μπορούν να ενταχθούν στο ευρύτερο παζάρι Ουάσιγκτον-Πεκίνου.
Ο Σι επενδύει στην προσωπική σχέση με τον Τραμπ
Ένα ακόμη στοιχείο της κινεζικής στρατηγικής είναι η έμφαση στην προσωπική διπλωματία. Ο Σι γνωρίζει ότι ο Τραμπ δίνει ιδιαίτερο βάρος στις απευθείας σχέσεις μεταξύ ηγετών και στις συμφωνίες που μπορούν να παρουσιαστούν ως αποτέλεσμα προσωπικής διαπραγμάτευσης. Η κινεζική πλευρά, επομένως, έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί την εικόνα ότι οι δύο ηγέτες μπορούν να διατηρήσουν σταθερό το «μεγάλο πλοίο» των σινοαμερικανικών σχέσεων, ακόμη και όταν οι βαθύτερες στρατηγικές διαφορές παραμένουν.
Η λογική αυτή εξηγεί και τη σημασία των συχνών επαφών. Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο δεν έχουν εγκαταλείψει τον ανταγωνισμό τους, αλλά επιχειρούν να τον διαχειριστούν χωρίς να επιστρέψουν στην ανεξέλεγκτη εμπορική και διπλωματική σύγκρουση των προηγούμενων ετών. Η παράταση της εμπορικής εκεχειρίας είναι χαρακτηριστική: προσφέρει χρόνο για νέες διαπραγματεύσεις, χωρίς να λύνει τις βασικές διαφωνίες.
Για το Πεκίνο, κάθε συνάντηση κορυφής αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία να καταγράψει τις αμερικανικές προτεραιότητες και να διαπιστώσει ποια ζητήματα μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους. Το εμπόριο, οι σπάνιες γαίες, η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και η ασφάλεια στην Ασία αποτελούν πλέον αλληλένδετα πεδία διαπραγμάτευσης.
Η Ιαπωνία στο κινεζικό κάδρο
Πέρα από την Ταϊβάν, η Ιαπωνία αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο κομμάτι της κινεζικής στρατηγικής. Το Πεκίνο επιχειρεί εδώ και καιρό να συνδέσει την ενίσχυση των ιαπωνικών αμυντικών δυνατοτήτων με το στρατιωτικό παρελθόν της χώρας. Η αναφορά του Σι στη συμμαχία ΗΠΑ και Κίνας εναντίον της Ιαπωνίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εντάσσεται σε αυτή τη μακρύτερη προσπάθεια διαμόρφωσης μιας ιστορικής και πολιτικής αφήγησης γύρω από τον ρόλο του Τόκιο στην περιοχή.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η Ιαπωνία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ανατολική Ασία. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη χώρα, οι αμυντικές συνεργασίες και η γεωγραφική θέση της Ιαπωνίας την καθιστούν κρίσιμο παράγοντα σε οποιοδήποτε σενάριο κρίσης γύρω από την Ταϊβάν.
Γι’ αυτό και η διατήρηση της αμερικανοϊαπωνικής συμμαχίας αποτελεί σημαντικό παράγοντα στον ευρύτερο ανταγωνισμό Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Η αμερικανική πλευρά έχει επανεπιβεβαιώσει πρόσφατα τις δεσμεύσεις της απέναντι στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, γεγονός που δείχνει ότι, παρά την προσωπική διπλωματία Τραμπ-Σι, το αμερικανικό δίκτυο συμμαχιών στην Ασία παραμένει βασικό στοιχείο της στρατηγικής της Ουάσιγκτον.
Μια σύνοδος χωρίς μεγάλη συμφωνία, αλλά με σημαντικά μηνύματα
Οι εικόνες από την επίσημη υποδοχή του Σι στην Ουάσιγκτον είχαν επίσης ιδιαίτερη αξία για το Πεκίνο. Η κινεζική ηγεσία μπορεί να παρουσιάσει την επίσκεψη ως απόδειξη ότι η Κίνα αντιμετωπίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ισότιμη μεγάλη δύναμη και ότι ο πρόεδρός της βρίσκεται στο ίδιο τραπέζι με τον Αμερικανό πρόεδρο για να καθορίσουν τους όρους μιας δύσκολης αλλά αναγκαίας συνύπαρξης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι στρατηγικές διαφορές έχουν περιοριστεί. Η αντιπαράθεση για την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, τις αλυσίδες εφοδιασμού, τις σπάνιες γαίες, την Ταϊβάν και την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Ειρηνικό παραμένει. Η συμφωνία για την εμπορική εκεχειρία απλώς μεταθέτει ορισμένες από τις δυσκολότερες αποφάσεις για αργότερα.
Η ουσία της συνάντησης βρίσκεται, επομένως, περισσότερο στη διαχείριση του ανταγωνισμού παρά στην επίλυσή του. Ο Σι δεν χρειάζεται απαραίτητα μια θεαματική συμφωνία για να αποκομίσει διπλωματικό όφελος. Χρειάζεται να διαπιστώνει πού υπάρχουν περιθώρια συνεννόησης, ποια αμερικανικά ζητήματα μπορούν να μπουν σε διαπραγμάτευση και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η Ουάσιγκτον χωρίς να αλλάξει επίσημα τη στρατηγική της.
Και σε αυτή τη διαδικασία, η Ταϊβάν παραμένει το σημαντικότερο τεστ. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα συμφωνήσουν Τραμπ και Σι στο επόμενο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Είναι αν η προσωπική διπλωματία των δύο ηγετών μπορεί να επηρεάσει σταδιακά τις ισορροπίες ασφαλείας στην Ασία, χωρίς να μεταβληθούν επισήμως οι βασικές θέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους.
Με πληροφορίες από Reuters / Whitehouse