Ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε τη συμφωνία του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την επιστροφή ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές ως μια κίνηση που θα μπορούσε να περιορίσει το κόστος των καυσίμων για τους Αμερικανούς καταναλωτές. Ωστόσο, οι αναλυτές της ενεργειακής αγοράς εμφανίζονται επιφυλακτικοί, αμφισβητώντας τόσο το μέγεθος της παρέμβασης όσο και τη δυνατότητα της Ρωσίας να παραδώσει τις ποσότητες που ανακοίνωσε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Σύμφωνα με το CNN, ακόμη και αν η Μόσχα τηρήσει τις δεσμεύσεις της, η πρόσθετη προσφορά ντίζελ ενδέχεται να αποδειχθεί ανεπαρκής για να προκαλέσει ουσιαστική και διαρκή πτώση των τιμών. Την ίδια στιγμή, η συμφωνία προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις, καθώς η Ουκρανία προειδοποιεί ότι τα πρόσθετα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές θα ενισχύσουν τη Ρωσία ενώ συνεχίζει τον πόλεμο.
Έξι εκατομμύρια βαρέλια με περιορισμένο αντίκτυπο
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Τραμπ, ο Πούτιν συμφώνησε να διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ στις διεθνείς αγορές, ενώ άλλοι 500.000 τόνοι αναμένεται να ακολουθήσουν τον Νοέμβριο. Ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε λόγο και για πρόσθετες ποσότητες στη συνέχεια, ανάλογα με την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων.
Οι δύο πρώτες παρτίδες αντιστοιχούν συνολικά σε περίπου έξι εκατομμύρια βαρέλια. Πρόκειται για μια σημαντική ποσότητα σε απόλυτους αριθμούς, η οποία, ωστόσο, καλύπτει μόλις μιάμιση ημέρα κατανάλωσης στις ΗΠΑ, σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας που επικαλείται το CNN.
Ο Νταν Πίκερινγκ, ιδρυτής και επικεφαλής επενδύσεων της Pickering Energy Partners, εκτίμησε ότι η ανακοίνωση ενδέχεται να αντιστοιχεί σε αύξηση της προσφοράς κατά 5% έως 6% μέχρι το τέλος του έτους. Όπως ανέφερε στο CNN, η εξέλιξη μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, αλλά δεν αρκεί για να αλλάξει ουσιαστικά τα δεδομένα στην παγκόσμια αγορά ντίζελ.
Ο ίδιος αμφισβήτησε και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν οι ποσότητες, επισημαίνοντας ότι η αναφορά σε τόνους αντί για βαρέλια ενδέχεται να κάνει το μέγεθος της συμφωνίας να ακούγεται μεγαλύτερο στο ευρύ κοινό.
Κατά την εκτίμησή του, η συμφωνία έχει περισσότερο πολιτικό βάρος παρά τη δυναμική μιας παρέμβασης που θα μπορούσε να ανατρέψει τις συνθήκες στην αγορά.
Το ερώτημα της ρωσικής παραγωγής
Οι επιφυλάξεις δεν αφορούν μόνο το πόσο θα επηρεαστούν οι τιμές, αλλά και το αν η Ρωσία μπορεί πράγματι να διαθέσει τις ποσότητες που υποσχέθηκε.
Η Μόσχα είχε απαγορεύσει τις εξαγωγές ντίζελ στις αρχές Ιουλίου, καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε διυλιστήρια είχαν προκαλέσει προβλήματα στην παραγωγή και ελλείψεις καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας. Η απαγόρευση, η οποία παρατάθηκε τον περασμένο μήνα, αφαίρεσε από την παγκόσμια αγορά περίπου 800.000 βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με το CNN.
Οι απώλειες αυτές προστέθηκαν στις πιέσεις που είχε ήδη προκαλέσει στην ενεργειακή αγορά ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν. Για να υλοποιηθεί η συμφωνία, η Ρωσία θα πρέπει επομένως να χαλαρώσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές της και να εξασφαλίσει επαρκή παραγωγή, παρά τα συνεχιζόμενα πλήγματα στις ενεργειακές της εγκαταστάσεις.
Ο Γκρέγκορι Μπρου, αναλυτής της Eurasia Group για θέματα ενέργειας, κλίματος και φυσικών πόρων, περιέγραψε την πιθανή επίδραση της συμφωνίας ως ένα προσωρινό «μπάλωμα». Ακόμη και αν ο Πούτιν παραδώσει τις ποσότητες, εκτίμησε, το αποτέλεσμα θα είναι περισσότερο βραχυπρόθεσμο παρά μια λύση στα προβλήματα της αγοράς.
Ο ίδιος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ο Ρώσος πρόεδρος να επιδιώκει ως αντάλλαγμα τον τερματισμό των ουκρανικών επιθέσεων στα διυλιστήρια. Πρόκειται, ωστόσο, για εκτίμηση του αναλυτή και όχι για επιβεβαιωμένο όρο της συμφωνίας.
Η αγορά αντέδρασε αρχικά θετικά στην ανακοίνωση, με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του ντίζελ να υποχωρούν περίπου 4% στο κλείσιμο της Παρασκευής. Η αντίδραση αυτή, πάντως, δεν προεξοφλεί ότι οι τιμές θα παραμείνουν χαμηλότερες σε βάθος χρόνου.
Οι κυρώσεις και η αντίδραση του Ζελένσκι
Η συμφωνία προκαλεί ανησυχία και για τις επιπτώσεις της στο καθεστώς κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Αμερικανοί πρώην αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η χαλάρωση των περιορισμών για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα.
Ο Ρίτσαρντ Νέφιου, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με αρμοδιότητα στην πολιτική κυρώσεων, έθεσε μέσω CNN το ερώτημα πώς θα μπορούν οι ΗΠΑ να ζητούν από άλλες χώρες να τηρούν τους περιορισμούς, όταν οι ίδιες επιλέγουν να τους χαλαρώνουν επικαλούμενες οικονομικές ανάγκες.
Για το Κίεβο, το ζήτημα είναι ακόμη πιο άμεσο. Η Ουκρανία υποστηρίζει ότι τα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου αποτελούν βασική πηγή χρηματοδότησης της πολεμικής της προσπάθειας.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε τη συμφωνία «αδύναμη απόφαση ισχυρών εταίρων», προειδοποιώντας ότι τα πρόσθετα έσοδα θα επιτρέψουν στον Πούτιν να συνεχίσει τον πόλεμο.
Η χρονική συγκυρία ενίσχυσε την ενόχληση της ουκρανικής πλευράς. Η ανακοίνωση έγινε ενώ ουκρανική αντιπροσωπεία βρισκόταν στη Φλόριντα για συνομιλίες με τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, και τον γαμπρό του Αμερικανού προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ.
Την ώρα που οι Ουκρανοί συζητούσαν με την αμερικανική πλευρά, ο Τραμπ συνομιλούσε με τον Πούτιν για μια συμφωνία που, σύμφωνα με το Κίεβο, θα μπορούσε να ενισχύσει οικονομικά τη Μόσχα.
Τα έξι αιτήματα της Ουάσιγκτον προς το Κίεβο
Το παρασκήνιο της συμφωνίας αποκαλύπτει το Axios, σύμφωνα με το οποίο ο Τραμπ κατέληξε στη συνεννόηση με τον Πούτιν αφού ο Ζελένσκι δεν ανταποκρίθηκε σε περίπου έξι αμερικανικά αιτήματα για διακοπή των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, επικαλούμενο Αμερικανό αξιωματούχο που γνωρίζει τις συνομιλίες, ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι τα ουκρανικά πλήγματα, παρά τις ζημιές που προκαλούν στη ρωσική ενεργειακή βιομηχανία, περιορίζουν ταυτόχρονα την παγκόσμια προσφορά καυσίμων και επιβαρύνουν τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Ο Ζελένσκι είχε προτείνει αμοιβαία συμφωνία, βάσει της οποίας η Ουκρανία θα σταματούσε τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία διέκοπτε τα πλήγματα εναντίον ουκρανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το Axios, ο Τραμπ δεν αποδέχθηκε αυτή τη σύνδεση, ζητώντας από το Κίεβο να σταματήσει τις επιθέσεις χωρίς αντίστοιχη δέσμευση από τη Μόσχα.
Η ένταση μεταφέρθηκε και στις οκτάωρες συνομιλίες της Παρασκευής στο Μαϊάμι. Εκεί, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ ενημέρωσαν την ουκρανική αντιπροσωπεία για την επικείμενη επικοινωνία Τραμπ – Πούτιν και την πρόθεση χαλάρωσης των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.
Ουκρανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι διατυπώθηκε ακόμη και προειδοποίηση για ενδεχόμενη διακοπή της παροχής αμερικανικών πληροφοριών προς το Κίεβο, εάν συνεχίζονταν οι επιθέσεις στα διυλιστήρια. Η αμερικανική πλευρά, ωστόσο, διαψεύδει ότι υπήρξε τέτοια απειλή.
Το πολιτικό όφελος του Πούτιν και το αδιέξοδο της ειρήνης
Πέρα από την πραγματική επίδραση της συμφωνίας στην αγορά καυσίμων, ο Πούτιν ενδέχεται να έχει ήδη αποκομίσει πολιτικά οφέλη. Σύμφωνα με εκτίμηση πρώην υψηλόβαθμου αξιωματούχου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που επικαλείται το CNN, ο Ρώσος πρόεδρος έδωσε στον Τραμπ τη δυνατότητα να παρουσιάσει μια συμφωνία με πιθανό οικονομικό αντίκτυπο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα πέτυχε μια μεταβολή της αμερικανικής στάσης απέναντι στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές.
Η χρονική σύμπτωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας των δύο ηγετών με τις συνομιλίες των Αμερικανών απεσταλμένων με την ουκρανική αντιπροσωπεία θεωρείται από τον ίδιο ιδιαίτερα σημαντική.
Ωστόσο, η ενεργειακή συνεννόηση δεν συνοδεύτηκε από δέσμευση για άμεση επανέναρξη των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με τη ρωσική ενημέρωση για την τηλεφωνική επικοινωνία, η οποία διήρκεσε περίπου 90 λεπτά, η Μόσχα θα εξετάσει πότε θα μπορούσαν να επαναληφθούν οι συνομιλίες, χωρίς να ανακοινωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Έτσι, η συμφωνία αφήνει ανοιχτά δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο αφορά την ενεργειακή αγορά: αν οι ρωσικές ποσότητες θα φτάσουν πράγματι στους αγοραστές και αν θα είναι αρκετές για να μειώσουν αισθητά τις τιμές. Το δεύτερο αφορά τη γεωπολιτική ισορροπία: αν η χαλάρωση της πίεσης προς τη Μόσχα μπορεί να συμβάλει στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων ή αν τελικά ενισχύει τη θέση του Πούτιν χωρίς αντίστοιχη πρόοδο προς την ειρήνη.
Προς το παρόν, οι αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς την έκταση της οικονομικής ανακούφισης, ενώ στο διπλωματικό πεδίο δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς ενδείξεις ότι η συμφωνία θα οδηγήσει σε ουσιαστική πρόοδο για τον τερματισμό του πολέμου.