«Αν μέσα σε μια άδεια Αθήνα κυκλοφορεί τόση τρέλα , σκέψου τι μας περιμένει το φθινόπωρο…»
Open Image Modal
.
Eurokinissi

Η Άννα, μια ωχρή ξανθιά με βαθουλωμένα μάτια, κατέβηκε από το λεωφορείο, γωνία Πατησίων και Θήρας, αργά το βράδυ, μια Αυγουστιάτικη νύχτα. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου όλα τα παράθυρα σβηστά και οι συναγερμοί χτυπούσαν ασταμάτητα. Η χαρά του κλέφτη, συλλογίστηκε. Περπατούσε με το κεφάλι σκυφτό ασφυκτιώντας  από την άσφαλτο που έβραζε. Η πίσσα άχνιζε. Η βάρδια της  στο Αττικό δεν είχε λεπτό χαλάρωσης. Αν μέσα σε μια άδεια Αθήνα κυκλοφορεί τόση τρέλα , σκέψου  τι  μας περιμένει το φθινόπωρο…             Αύγουστος. Ένας ακόμη Αύγουστος σε μια πόλη που επιζεί, χρόνια τώρα, χωρίς οξυγόνο. Μια πόλη σε κώμα.  Καθώς περίμενε στην άκρη του πεζοδρομίου, ένα αυτοκίνητο φρενάρισε απότομα. 

Μωρή βρωμιάρα, πόσα θες να μου κάτσεις ;

Άναψε πράσινο. Από τους πλαϊνούς δρόμους στρίγγλισαν οι ρόδες καθώς τα αυτοκίνητα ξεχύνονταν στην λεωφόρο. Η Άννα αισθάνθηκε ένα χέρι να τρίβεται πάνω της. Βιάστηκε να περάσει απέναντι. Με την άκρη του ματιού της είδε ένα ξανθό να  βρίζει δυνατά και να τη δείχνει. Αναστέναξε. Αν ήμουν αλλιώς κι αν ήμουν  μικρότερη , θα μπορούσα να γίνω συνοδός ή να το ρίξω στα θεία… Αλλά τώρα, σήμερα, το μόνο που πουλάει είναι η αίσθηση που θέριεψε στα χρόνια της χυδαιότητας και της μιζέριας…

Στο μισόφως μιας βιτρίνας με νυφικά κοντοστάθηκε.  Περιεργάστηκε τη σιλουέτα της.  Θυμήθηκε τον εαυτό της νύφη μέσα σε ένα τεράστιο σύννεφο από τούλι  σαν αφρισμένη μαρέγκα λουσμένη στα φώτα. Τι μέση, τι στήθος… Όλα τα είχε… Σε λίγο το σώμα μου θα χαλάσει. Θ’ αρχίσει  η εμμηνόπαυση, οι εφιδρώσεις, τα παραπανίσια κιλά, τα παραπανίσια  καλλυντικά, η ανόρθωση στήθους, ίσως  μια πλαστική... Σκούπισε τον ιδρώτα από το λαιμό της. Λίγο έμεινε… Έστριψε αριστερά στη Δροσοπούλου, μετά δεξιά στη Χανίων εκεί που συναντάει την Επτανήσου. Στη γωνία, μπροστά στο γαλατάδικο, πάνω σ’ ένα χαρτόνι,  ένας  με ρυτιδιασμένο πρόσωπο και ασημένια μαλλιά ξαπλωμένος ανάσκελα  χαϊδεύει τον καβάλο του.

Σου κάνει; 

Προσπερνάει ένα ζευγάρι που γλείφεται  απροκάλυπτα στη μέση του δρόμου, μια ηλικιωμένη που τσιρίζει σπαρακτικά στο θυροτηλέφωνο, δυο  παιδιά με πατίνια που φωσφορίζουν, δυο κορίτσια με κινητά και προκλητικό βάψιμο, ένα ηλικιωμένο με κοντό παντελόνι κι ένα φακό στο χέρι που ψελλίζει: έλα ψιψιψι, έλα ψιψιψι, μια χοντρή που ξεκαρδίζεται δείχνοντας το βρακί της. Οι πολυκατοικίες στάζουν πάχνη κι υψώνονται σαν πέτρινα δέντρα σε τσιμεντένιους κήπους εκεί που αντί για πουλιά κελαηδάνε περιπολικά και ασθενοφόρα.

Αθήνα, πόλη τ ’ουρανού, σιγοψιθυρίζει σαρκαστικά όταν ανοίγει την πόρτα της. Ανάβει το φως στο χολ και κοιτάζει τον χώρο σαστισμένη μασουλώντας ένα σπασμένο νύχι. Σαν να πέρασαν αιώνες από το πρωί. Στην πόρτα του ψυγείου τής χαμογελάει ένας έφηβος με μπασκετική περιβολή. Χαϊδεύει το κεφάλι του ενώ με το άλλο χέρι ξεντύνεται. Αφήνει το φως ανοιχτό στο διάδρομο και στα σκοτεινά, τραβάει την πολυθρόνα της στο πίσω μπαλκόνι που βλέπει σ’ ένα λερωμένο και ζοφερό ακάλυπτο. Ανάβει τσιγάρο και κατεβάζει γουλιά γουλιά τη μπύρα της. Ησυχία. Πόσο ταιριάζουν η ησυχία με το σκοτάδι. Μια φέτα φωτισμένο μπαλκόνι, σπάει το κάδρο. Κάθε καλοκαίρι, από τη χρονιά που μετακόμισε, η ίδια εικόνα. Μια φέτα φωτισμένο μπαλκόνι κι ένα ζευγάρι πόδια. Αντρικά πόδια από το γόνατο και κάτω. Η τέντα κατεβασμένη μέχρι τα κάγκελα και ένα ζευγάρι αντρικά πόδια σ’ ένα μοβ ξεθωριασμένο σορτ που περιφέρονται, αράζουν, καπνίζουν ή τσιμπολογάνε χωρίς να αποκαλύπτουν τη ταυτότητα τους. Από την ώρα που θα καλοκαιριάσει κι όσο βαστάει ο καιρός, αυτή και οι ξένες γάμπες δίνουν το καθημερινό τους ραντεβού, ξένοι ανάμεσα σε ξένους. 

Οι μόνοι που δεν φύγαμε, μονολογεί. Έχει τόσο συνηθίσει την εικόνα, που αδυνατεί να τη στερηθεί έστω και λίγο. Φοβάται πως άμα λείψει, άλλα πόδια θα σηκώσουν τη τέντα και θα βάλουν πωλητήριο. Φοβάται πως άμα λείψει δυο άλλες γάμπες θα τρίβονται σ’ εκείνες που μόνο  αυτή έχει το προνόμιο να βλέπει. Και δεν το θέλει. Δεν την νοιάζει ποιος είναι και τη ρόλο παίζει. Δεν έχει την παραμικρή επιθυμία να τον δει καταπρόσωπο. Δεν έχει καμία διάθεση να μάθει τ’ όνομα του. Ας είναι όποιος θέλει, κακός, ψυχρός, δολοφόνος.  Της αρκεί που κάθε βράδυ, τόσα χρόνια τώρα, μέρες Δεκαπενταύγουστου, της κρατάει συντροφιά. Στη δουλειά, όλοι μιλάνε σαν αντρόγυνα κι αυτό την ταράζει. Σημασία, τώρα πια, έχει, αυτή κι αυτός να κάθονται μαζί, έστω κι από απόσταση χωρίς να λένε λέξη.