Υγεία- Έτος Μ.Κ. (Μετά Κορονοιού)

Η επανεκκίνηση στον τομέα της υγείας πρέπει να αρχίσει από το βασικότερο του πλεονέκτημα, το εξειδικευμένο προσωπικό του.
Open Image Modal
(Photo by ARIS MESSINIS / AFP) (Photo by ARIS MESSINIS/AFP via Getty Images)
ARIS MESSINIS via Getty Images

Μετά την πανδημία του COVID -19 η ζωή όλων θα αλλάξει όσο ποτέ τουλάχιστον μέσα στον τελευταίο ενάμιση αιώνα.

Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Το μέγεθος της «Ισπανικής Γρίπης» του 1918 κρατήθηκε μακριά από τον Τύπο της εποχής. Ο κόσμος προχώρησε και αυτή γρήγορα ξεχάστηκε. Η Ασιατική Γρίπη του 1958 και η Γρίπη του Χόνγκ Κόνγκ το 1968 ήταν υπεύθυνες για πάνω από 1εκ θανάτους η κάθε μια. Και όμως ο κόσμος δεν άλλαξε και γρήγορα ξεχάστηκαν. Το SARS (2003), το Ebola (2014), το MERS (2012) δεν άλλαξαν τίποτα. Η πανδημία του HIV/AIDS που μετράει μέχρι σήμερα 25-30 εκ νεκρούς άλλαξε ως ένα βαθμό τον τρόπο που προσεγγίζουμε ο ένας τον άλλο, αλλά δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα στο πως προσεγγίζουμε τον γενικότερο τομέα της υγείας.

Τι διαφορετικό έχει αυτή η κρίση που θα μας αλλάξει τόσο πολύ; Ότι για πρώτη, ίσως, φορά η ανθρωπότητα γνώρισε συνολικά και κατέγραψε λεπτομερέστατα και σε πραγματικό χρόνο μέσα από τα κινητά της μια πανδημία. Συνήθως αυτές τις εικόνες τις έκρυβε, και με τα χρόνια τις ξεχνούσε. Μέσα από τα φέρετρα της Ιταλίας, τις εκατόμβες της Ισπανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, τις μαρτυρίες των ιατρών για επιλογές ζωής και θανάτου, τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε ωριαία βάση για εβδομάδες, αντιληφθήκαμε ξαφνικά πως είναι μια ραγδαία υγειονομική κρίση. Αρκετές εικόνες θα μείνουν για πάντα στο συλλογικό υποσυνείδητο, όπως του Τσέρνομπιλ και των Δίδυμων Πύργων που κάθε προβολή (ακόμα και τηλεοπτικής σειράς) προκαλούν ανατριχίλα .

Αν μόνο είχε διατηρηθεί η ιστορική μνήμη και κρίση, ίσως ήμασταν πιο έτοιμοι.

Το σίγουρο είναι, πάντως, πως ο Covid- 19 όχι μόνο δε θα ξεχαστεί εύκολα, αλλά θα αλλάξει πολλά και στο χώρο της υγείας.

Η επόμενη μέρα για την υγεία στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα των μεγάλων χρεών, το πρόβλημα παραμένει: Η υγεία θα πρέπει να γίνει κύριο μέλημα αλλά με περιορισμένους πόρους. Προς το παρόν είναι κοινό μυστικό πως η δημόσια υγεία βασίζεται περισσότερο στο φιλότιμο των ανθρώπων της παρά στους πόρους που παρέχονται και το ενδελεχή σχεδιασμό για την κάλυψη των αναγκών. Η επίκληση στο καθήκον, όμως, δεν μπορεί να είναι η μακροπρόθεσμη στρατηγική μας. Οι νεαροί ιατροί, που πάντα θα έχουν στο νου τους το εξωτερικό για λόγους μετεκπαίδευσης, όλο και περισσότερο θα μένουν εκεί, καθώς οι οικονομικές διαφορές με το ΕΣΥ είναι πλέον χαώδεις. Όσο φιλότιμο και να υπάρχει, δεν είναι αρκετό για να αντιμετωπιστούν τα δομικά προβλήματα δεκαετιών, ένας γηράσκων πληθυσμός και βασικές ελλείψεις εξοπλισμού. 

Ποιος είναι ο δρόμος όμως προς τα εμπρός;

Πρωτοβάθμια Υγεία

Το πρώτο λοιπόν βήμα θα είναι αναπόφευκτα η ενίσχυση της πρωτοβάθμιας υγείας και των οικογενειακών ιατρών. Αρκετά άρθρα τονίζουν πως τα «επείγοντα περιστατικά» μειώθηκαν έως και 50% λόγω της πανδημίας, καθώς στα «όχι και τόσο επείγοντα» όπως αναφέρεται, οι πολίτες πλέον στρέφονται στον οικογενειακό ιατρό τους ιδιωτικά ή δημόσια. Από τη στιγμή που μπαίνει κάποιος ασθενής στα επείγοντα, τα έξοδα είναι σημαντικά: πολλές εξετάσεις, αρκετός χρόνος από εξειδικευμένο προσωπικό και πιθανότητα μετάδοσης νοσοκομειακών λοιμώξεων, που σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη επιβάρυνση του συστήματος. Αν όμως ήπια περιστατικά διαχειρίζονται από ειδικευμένο προσωπικό σε τακτική βάση, το τμήμα επειγόντων αποσυμφορείται και ο κάθε ασθενής λαμβάνει τη φροντίδα που χρειάζεται στο χρόνο που τη χρειάζεται.

Εκπαίδευση

Το δεύτερο βήμα είναι η εκπαίδευση ως ακρογωνιαίος λίθος. Πολλοί ιατροί φεύγουν στο εξωτερικό λόγω έλλειψης δομημένης μετεκπαίδευσης αλλά και χαμηλών αποδοχών με εκτεταμένα ωράρια. Η καλή, κατά κύριο λόγο, δουλειά που γίνεται στα πανεπιστήμια συχνά δεν έχει συνέχεια στην ειδίκευση, λόγω πίεσης, έλλειψης χρόνου, υποδομών και υλικών. Στη σκιά των πέραν του 24ώρου εφημεριών, που θα πληρωθούν πενιχρά και πιθανόν αναδρομικά, η διατήρηση της πνευματικής και σωματικής ακεραιότητας είναι μάλλον πολύ δύσκολη. Ούτε λόγος όταν προστίθεται και η εκπαίδευση, η πραγματική εκπαίδευση, που θα καθιστά νεότερους ιατρούς και νοσηλευτές άρτια καταρτισμένους. Οι έμπειροι ιατροί έχουμε χρέος να δώσουμε τα φώτα μας σε μια νέα γενιά που αποζητά να εκπαιδευτεί, όπως επίσης και δικαίωμα να έχουμε το χρόνο και τους πόρους για να εκπαιδεύσουμε, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη δική μας εξέλιξη και δια βίου μάθηση. Περισσότερο και αρτιότερο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό στο μέλλον σημαίνει και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση καταστάσεων κρίσης.

Ψηφιοποίηση

Open Image Modal
Westend61 via Getty Images

Το τρίτο και πολύ σημαντικό βήμα θα είναι η ψηφιοποίηση: πλήρη ιστορικά ασθενών, διαδικτυακά διαθέσιμα σε κάθε επαφή με το σύστημα, audits – αυτοέλεγχοι κλινικών, στατιστικά ιατρών και επεμβάσεων. Αυτά θα εξοικονομούν πολύ χρόνο και θα μειώνουν πιθανές παραλείψεις και λάθη, όπως αναδεικνύεται από συστήματα που ήδη εφαρμόζονται στο εξωτερικό. Στο εγγύς μέλλον, όπου οι εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της υγείας θα είναι πιο αναπτυγμένες, όλα αυτά θα δεδομένα θα χρησιμοποιούνται για την έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση των ασθενειών. Ήδη δοκιμάζονται τεχνολογίες και ραγδαία αναπτύσσονται εφαρμογές που θα ειδοποιούν κάποιον αν ήρθε σε επαφή με φορέα του Κορωνοϊού, και όχι μόνο. Μετά την πανδημία, πιθανότατα θα αναπτυχθούν ακόμα περισσότερο. Πολλές εξετάσεις θα ορίζονται από προηγμένα συστήματα πιθανοτήτων βάσει των φαινοτύπων των ασθενών που θα φέρει η επερχόμενη τεχνολογική επανάσταση. 

Έτσι, πχ, ο ιατρός του 2030 θα ενημερώνεται ότι ο Ασθενής Χ με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, ήρθε σε επαφή με κάποιον (ανώνυμο) που αργότερα ανέπτυξε αναπνευστική λοίμωξη, με το που θα μπαίνει ο ασθενής στο ιατρείο. Αυτόματα θα ξέρει γιατί θα πρέπει να κοιτάξει και να ενημερώσει το σύστημα με τα αντίστοιχα επιδημιολογικά στοιχεία. Ο Ασθενής Χ θα λαμβάνει πιο στοχευμένη και έγκαιρη φροντίδα, οι πιθανότητες επιδείνωσης θα μειώνονται δραματικά, τα κόστη θα είναι χαμηλότερα και θα αποφεύγονται καταστάσεις όπως αυτή στη Λομβαρδία. 

Η Ελλάδα έδειξε στον κόσμο πως μπορεί να είναι μια χώρα οργανωμένη. Οι τάσεις που περιγράφονται παραπάνω, ήδη υπάρχουν σε πολλά σημεία του κόσμου, και αναμένεται να ενισχυθούν και στην χώρα μας.

Τι πρέπει να προσέξουμε

Το βασικότερο είναι να μάθουμε από τα λάθη μας, αλλά και αυτά των άλλων χωρών. Η επανεκκίνηση στον τομέα της υγείας πρέπει να αρχίσει από το βασικότερο του πλεονέκτημα, το εξειδικευμένο προσωπικό του. Πολιτικές προσλήψεις, bullying νέων συναδέλφων, χαλάρωση της εκπαίδευσης στην ειδικότητα αλλά και αργότερα, μακροπρόθεσμες καθυστερήσεις στην καταβολή μισθών και διαρκής επίκληση του φιλότιμου, είναι πρακτικές που δεν έχουν πλέον χώρο στην υγεία. Δεν είναι μόνο πως θα στείλουν απλώς τους νέους στο εξωτερικό. Πλέον θα καταγγέλλονται και πολύ πιο εύκολα, ιδιαιτέρως όσο η κοινωνία θυμάται τον ηρωισμό πολλών ιατρών, νοσηλευτών και άλλου υγειονομικού προσωπικού κατά την πανδημία.

Θέτοντας τις βάσεις, είτε στην ιδιωτική είτε στη δημόσια υγεία, αποσκοπούμε στη χρήση έγκυρων διαγνωστικών μέσων αλλά και την άσκηση επαρκούς προληπτικής ιατρικής . Με αυτό τον τρόπο και οι πολίτες του κράτους μας θα είναι πιο ασφαλείς και υγιείς και οι ασθενείς θα λαμβάνουν τη θεραπευτική αντιμετώπιση που χρειάζονται όταν τη χρειάζονται αλλά και τα κόστη διατήρησης της υγείας των ανθρώπων μας δε θα είναι δυσβάσταχτα. Η πρόληψη βέβαια, δεν θα πρέπει να υπονομευθεί από την προσπάθεια μείωσης κόστους. Στη Μ. Βρετανία, αποκαλύφθηκε πως οι Γενικοί Ιατροί ελάμβαναν bonus ώστε να μην παραπέμπουν ασθενείς στα νοσοκομεία. Έτσι τα κόστη τελικά ήταν μεγαλύτερα, γιατί πολλούς ασθενείς δεν τους προλάβαιναν στα πρώτα στάδια της ασθένειας τους με ο,τι αυτό συνεπάγεται. Η πρόληψη πρέπει να γίνεται με «έξυπνα» κριτήρια ιατρικής επάρκειας, όχι απλώς με την ταμπέλα «Εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ», που αποσκοπεί σε βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη, εις βάρος των μακροπρόθεσμων εξόδων.

Επίσης, η εισαγωγή επαγγελματιών manager που δεν έχουν σχέση με το χώρο της υγείας μπορεί να προκαλέσει δυσαρέσκεια στους ιατρούς, τους νοσηλευτές και το υγειονομικό προσωπικό αλλά και τους ασθενείς , με τρομερές δυσλειτουργίες, διαρκή φόβο απόλυσης ή μη κάλυψης των εξόδων θεραπείας. Οι managers του νέου συστήματος θα πρέπει να είναι άνθρωποι του χώρου της υγείας, που συνήθως δε θα είναι και ενεργοί στα ως τώρα πόστα τους, θα πρέπει να έχουν σχετική μετεκπαίδευση στη διαχείριση και θα γνωρίζουν τα προβλήματα αλλά και τις δυνατότητες του συστήματος υγείας μας…

Η διαφορετική σκέψη το κλειδί

Open Image Modal
.
Eurokinissi

Η δουλειά δεν είναι απλή. Ήρωες δεν εμφανίστηκαν τώρα ξαφνικά με τον Κορονοϊό. Ηρωίδα είναι και η χειρουργός που, έγκυος, χειρουργεί οροθετικό ασθενή. Ο νεαρός ιατρός-πατέρας που κλείνει 48 ώρες εφημερία. Η νοσηλεύτρια που απειλείται από τους χούλιγκαν και παρόλα αυτά κάνει τη δουλειά της. Ο τραυματιοφορέας και το πλήρωμα του ΕΚΑΒ, που διακομίζει φυλακισμένους και ναρκομανείς. Το φιλότιμο και η φιλανθρωπία είναι απαραίτητα για να κάνει κανείς αυτή τη δουλειά. Αλίμονο λοιπόν στο manager που αντιμετωπίζει αυτό το εξειδικευμένο προσωπικό σαν απλά ονόματα σε ένα σχέδιο βαρδιών. Αλλά και αλίμονο στους ιατρούς που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υλικά και υπηρεσίες που προέρχονται από δημόσιο χρήμα, σαν «απλά αναλώσιμα» τα οποία «κάποιος άλλος να σκεφτεί πως θα πληρώσει». Κανένα οικοσύστημα δεν επιβιώνει αν δεν προσέχουμε όλα τα στοιχεία του, και οι ίδιοι οι ιατροί και νοσηλευτές θα κληθούμε να σκεφτούμε διαφορετικά.

Με την πανδημία καταλάβαμε πως δεν υπάρχει πραγματική ανταλλαγή μεταξύ οικονομίας και υγείας. Η οικονομία και η υγεία είναι συμβιωτικές. Αν η πρώτη δεν λειτουργεί καλά, υποφέρει η δεύτερη. Και αν η δεύτερη δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει επείγουσες καταστάσεις, τότε μπορεί να προκαλέσει μεγάλες ζημιές στην πρώτη. Για χρόνια οι κυβερνήσεις κοιτούσαν τους προϋπολογισμούς τους, έβλεπαν μεγάλα έξοδα για την υγεία, και σκεφτόταν πως θα τα περικόψουν. Βλέποντας το παγκόσμιο ΑΕΠ να πέφτει με τη μεγαλύτερη ορμή από το 1930, δεν είναι ίσως υπερβολή να πούμε πως ότι εξοικονομούσαν τα υπουργεία οικονομικών κάθε χρόνο για δεκαετίες, πληρώνεται πίσω και με τόκο από την οικονομική ζημιά του Covid-19.

Δεν πιστεύω ότι ο τομέας της υγείας θα αμεληθεί ξανά για τουλάχιστον μια γενιά. Οι οικονομικές συνέπειες μιας πανδημίας σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία είναι τόσο δυσβάσταχτες ώστε ο τομέας της υγείας να φαντάζει μια σχετικά φτηνή «ασφάλεια». Αλλά η μεταμόρφωση του σε βασικό πυλώνα της ζωής μας θα απαιτήσει πολλή δημιουργική σκέψη, δουλειά και εξειδίκευση