Τα «πάνω-κάτω» έφερε η πρόταση της Κομισιόν για τον προϋπολογισμό 2021-2027 της ΕΕ

Τα «πάνω-κάτω» έφερε η πρόταση της Κομισιόν για τον προϋπολογισμό 2021-2027 της ΕΕ
Open Image Modal
EMMANUEL DUNAND via Getty Images

Αύξηση της χρηματοδότησης της ΕΕ σε τομείς όπως η έρευνα, η μετανάστευση, o έλεγχος των συνόρων και η άμυνα , αλλά και περιορισμένη μείωση κατά 5% στην Κοινή Γεωργική Πoλιτική και την Πoλιτική Συνοχής, προβλέπει η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον προϋπολογισμό της ΕΕ, της περιόδου 2021-2027 που ανακοίνωσαν σήμερα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και ο Επίτροπος, αρμόδιος για τον προϋπολογισμό, Γκίντερ Έτινγκερ.

Συνολικά, η Επιτροπή προτείνει έναν μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό ύψους 1.135 δισ. ευρώ σε αναλήψεις υποχρεώσεων (σε τιμές του 2018) για την περίοδο 2021-2027, που ισοδυναμεί με το 1,11% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της ΕΕ των 27 (ΑΕΕ). Αυτό το επίπεδο αναλήψεων υποχρεώσεων μεταφράζεται σε πληρωμές ύψους 1.105 δισ. ευρώ (ήτοι 1,08% του ΑΕΕ). Σημειώνεται ότι λαμβανομένου υπόψη του πληθωρισμού, το ύψος του νέου προϋπολογισμού είναι συγκρίσιμο με το μέγεθος του τρέχοντος προϋπολογισμού 2014-2020.

«Πρόκειται για μια ειλικρινή απάντηση στη σημερινή πραγματικότητα στην οποία η Ευρώπη θα πρέπει να διαδραματίσει σημαντικότερο ρόλο για να εξασφαλίσει την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αστάθεια, τη στιγμή που το Brexit θα αφήσει ένα σημαντικό κενό στον προϋπολογισμό μας», αναφέρει η ανακοίνωση της Επιτροπής.

Παρουσιάζοντας την πρόταση της Επιτροπής για τον προϋπολογισμό της ΕΕ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο πρόεδρος της Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ τόνισε ότι πρόκειται για ένα «ρεαλιστικό σχέδιο για το πώς μπορούμε να κάνουμε περισσότερα με λιγότερους πόρους», επισημαίνοντας ότι οι καλές οικονομικές προοπτικές μάς δίνουν μια «ανάσα», αλλά «δεν μας απαλλάσσουν από την υποχρέωση να εξοικονομήσουμε πόρους σε ορισμένους τομείς». Ο Ζ.Κ. Γιούνκερ τόνισε ότι τη σκυτάλη παίρνουν τώρα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκφράζοντας την πεποίθηση ότι στόχος θα πρέπει να είναι η επίτευξη συμφωνίας πριν από τις ευρωεκλογές το 2019.

Ο επίτροπος Έτινγκερ τόνισε ότι «επενδύουμε περισσότερο σε τομείς όπου ένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να ενεργεί μόνο του ή όπου είναι αποτελεσματικότερο να ενεργούμε από κοινού - στην έρευνα, τη μετανάστευση, στον έλεγχο των συνόρων ή στην άμυνα», ενώ ταυτόχρονα, συνεχίζεται η χρηματοδότηση των παραδοσιακών, αλλά εκσυγχρονισμένων πολιτικών, όπως η Κοινή Γεωργική Πολιτική και η Πολιτική Συνοχής.

Όπως αναφέρει η ανακοίνωση της Επιτροπής, η Κοινή Γεωργική Πολιτική και η Πολιτική Συνοχής θα εκσυγχρονιστούν ώστε να εξασφαλιστεί ότι μπορούν να συνεχίσουν να είναι αποτελεσματικές με λιγότερους πόρους και να εξυπηρετούν νέες προτεραιότητες. Για παράδειγμα, η πολιτική συνοχής θα διαδραματίζει έναν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στη στήριξη των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και τη μακροπρόθεσμη ενσωμάτωση των μεταναστών.

Επιπλέον, η Επιτροπή τονίζει ότι ο πολυετής προϋπολογισμός που προτείνει σήμερα είναι «σύγχρονος, απλός και ευέλικτος».

Σύγχρονος, διότι μειώνεται η γραφειοκρατία για τους δικαιούχους και τις διαχειριστικές αρχές, απλός, διότι προτείνεται να μειωθεί ο αριθμός των προγραμμάτων κατά περισσότερο από το ένα τρίτο (από 58 που είναι σήμερα σε 37 στο μέλλον) και ευέλικτος, διότι ενισχύονται τα μέσα διαχείρισης των κρίσεων με στόχο την αντιμετώπιση απρόβλεπτων γεγονότων και καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε τομείς όπως η ασφάλεια και η μετανάστευση.

Εξάλλου, η Επιτροπή για πρώτη φορά προτείνει δύο δημοσιονομικά μέσα, με στόχο την ενίσχυση της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ και τη σύγκλιση προς τα επίπεδα της ζώνης του ευρώ.

Συγκεκριμένα προτείνεται ένα νέο Πρόγραμμα Στήριξης Μεταρρυθμίσεων το οποίο - με συνολικό προϋπολογισμό ύψους 25 δισ. ευρώ- θα παρέχει χρηματοδοτική και τεχνική στήριξη σε όλα τα κράτη μέλη για την πραγματοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων, ιδίως στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, καθώς και ένας μηχανισμός σύγκλισης που θα παρέχει στήριξη σε κράτη μέλη εκτός ευρωζώνης, τα οποία πρόκειται να υιοθετήσουν το κοινό νόμισμα. Παράλληλα, προτείνεται ένα νέο μέσο, για τη σταθεροποίηση των επενδύσεων σε περιόδους «ασύμμετρων κλυδωνισμών», αλλά και για την τόνωση των επενδύσεων σε χώρες που θέλουν να προσελκύσουν επενδύσεις. Το μέσο αυτό θα λάβει αρχικά τη μορφή δανείων αντιστήριξης εγγυημένων από τον προϋπολογισμό της ΕΕ ύψους έως και 30 δισ. ευρώ, που θα συνδυάζονται με χρηματοδοτική ενίσχυση στα κράτη μέλη για την κάλυψη του κόστους των τόκων.

Σημειώνεται, τέλος, ότι η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ αποτελεί ευκαιρία για την επανεξέταση του ισχύοντος πολύπλοκου συστήματος επιστροφών και «επιστροφών επί επιστροφών». Η Επιτροπή προτείνει την κατάργηση όλων των επιστροφών και τη μείωση από 20% σε 10% του ποσού που παρακρατούν τα κράτη μέλη κατά την είσπραξη τελωνειακών εσόδων (που αποτελούν έναν από τους «ιδίους πόρους») για τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν απότομες και σημαντικές αυξήσεις των συνεισφορών για ορισμένα κράτη μέλη, η Επιτροπή προτείνει τη σταδιακή κατάργηση των υφιστάμενων επιστροφών σε διάστημα πέντε ετών.

Σε μερικές εβδομάδες, η Επιτροπή θα παρουσιάσει λεπτομερείς προτάσεις για τα μελλοντικά χρηματοδοτικά προγράμματα ανά τομέα. Στη συνέχεια το Συμβούλιο της ΕΕ θα πρέπει να αποφασίσει ομόφωνα για το νέο προϋπολογισμό της ΕΕ, με την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Οι πρώτες αντιδράσεις 

 

Open Image Modal
Anadolu Agency via Getty Images

Η πρόταση για την αύξηση του πολυετούς προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την αποχώρηση της Βρετανίας κρίνεται «απαράδεκτη» από την ολλανδική κυβέρνηση, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών της Ολλανδίας Στεφ Μπλοκ.

«Η υφιστάμενη πρόταση είναι απαράδεκτη για την ολλανδική κυβέρνηση. Τα έσοδα της ΕΕ μειώνονται λόγω της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Αν μειωθούν τα έσοδα, θα πρέπει να δαπανούμε λιγότερα», τόνισε μιλώντας σε δημοσιογράφους.

Την αντίδραση και της Πολωνίας προκάλεσαν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Βρυξέλλες, οι οποίες θα μπορούσαν να στερήσουν πόρους από τη χώρα με αφορμή τους χειρισμούς της σε θέματα δικαιοσύνης. Ο υφυπουργός Εξωτερικών Κόνραντ Σιμάνσκι προειδοποίησε ότι η χώρα του θα αντιταχθεί σε οποιοδήποτε σχέδιο προϋπολογισμού που δεν θα εξισορροπεί τις ανάγκες των χωρών-μελών της ΕΕ.

«Ο δρόμος προς τον συμβιβασμό για τον προϋπολογισμό της ΕΕ είναι ακόμη πολύ μακρύς» σχολίασε.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο προσχέδιο του προϋπολογισμού της εισηγείται τον «περιορισμό στην πρόσβαση στους πόρους της ΕΕ» στην περίπτωση που κάποια χώρα παραβιάζει το κράτος δικαίου, μια πρόταση άνευ προηγουμένου.

«Ο σεβασμός στο κράτος δικαίου είναι αναγκαία προϋπόθεση για την υγιή δημοσιονομική διαχείριση και την αποτελεσματική εφαρμογή του προϋπολογισμού. Για τον λόγο αυτό προτείνουμε έναν νέο μηχανισμό που θα επιτρέψει να προστατεύουμε τον προϋπολογισμό από κινδύνους που συνδέονται με ανεπάρκειες στο κράτος δικαίου»”, εξήγησε ο πρόεδρος της Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ στην ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. ”Πρόκειται για έναν γενικό μηχανισμό που δεν στοχεύει συγκεκριμένες χώρες-μέλη”, πρόσθεσε.

Οι κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και ιδίως της Πολωνίας θεωρούν ότι στοχοποιούνται από αυτόν τον όρο. Αν εγκριθούν από τις χώρες μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αυτά τα νέα εργαλεία που προτείνει η Επιτροπή θα επιτρέπουν στις Βρυξέλλες να μειώνουν ή να περιορίζουν την πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς πόρους ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της καταπάτησης του κράτους δικαίου.

«Δεν θα δεχτούμε αυθαίρετους μηχανισμούς που θα μετατρέψουν τη διαχείριση των πόρων σε εργαλείο άσκησης πολιτικών πιέσεων» είχε ήδη προειδοποιήσει ο Σιμάνσκι.

Ευρωκοινoβούλιο: Η στάση των πολιτικών ομάδων

 

Open Image Modal
Anadolu Agency via Getty Images

Οι πολιτικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου τοποθετήθηκαν σήμερα απέναντι στις προτάσεις για το προσεχές Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο κάνοντας εμφανείς τις διαφορές των προτεραιοτήτων τους.

Ειδικότερα ο επικεφαλής του κεντροδεξιού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος Μάνφρεντ Βέμπερ χαρακτήρισε τις προτάσεις της Επιτροπής «καλή αρχή για περαιτέρω συζητήσεις», σημειώνοντας ότι «ακολουθούν τον σωστό δρόμο». Τάχθηκε υπέρ των περικοπών στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και στην Πολιτική Συνοχής, ενώ χαιρέτισε τον νέο προσανατολισμό των κονδυλίων προς την ενίσχυση της διαχείρισης των συνόρων και τη μετανάστευση, τη στήριξη της Frontex αλλά και την προώθηση της έρευνας και την περαιτέρω στήριξη των νέων, μέσα από την ενίσχυση του Erasmus και του Interrail. Τέλος, ο γερμανός Ευρωβουλευτής κάλεσε του εμπλεκόμενους να ξεκινήσουν άμεσα τις διαβουλεύσεις, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία πριν τις Ευρωεκλογές του 2019.

Από την πλευρά του ο επικεφαλής των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών Ούντο Μπούλμαν εμφανίστηκε μη ικανοποιημένος από τις προτάσεις της Επιτροπής, λέγοντας ότι στερούνται «οράματος» για το «αύριο» αλλά και για τους «νέους». Ο ίδιος ανέφερε ότι οι προτεραιότητες της ομάδας του είναι το περιβάλλον και οι θέσεις εργασίας, τονίζοντας ότι δεν πρέπει να αποκλείονται από τις πολιτικές στήριξης οι περιοχές της Ευρώπης που κατοικούνται από πολίτες με χαμηλό εισόδημα. Επίσης, σε ό,τι αφορά τις προτάσεις της Επιτροπής για τους ίδιους πόρους, επισήμανε ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η φορολόγηση των «γιγάντων του ίντερνετ» έτσι ώστε να μην επιβαρύνονται μόνο οι εργαζόμενοι.

Στον αντίποδα, ο επικεφαλής της ομάδας των Φιλελευθέρων Γκι Φερχόφστατ έκανε λόγο για προτάσεις που παρουσιάζουν «καμπή» σε σχέση με το παρελθόν. Όπως σημείωσε, για πρώτη φορά έπειτα από δύο δεκαετίες η τάση μείωσης του προϋπολογισμού ανατράπηκε, ενώ προτείνονται περικοπές εκεί που χρειάζεται και δρομολογούνται αυξήσεις στους σημαντικούς τομείς, όπως τα σύνορα και η έρευνα. Επίσης, χαιρέτισε την πρόβλεψη για νέους ίδιους πόρους, μειώνοντας τη συνεισφορά των κρατών-μελών από 70% σε 60%, αλλά και την πρόταση για την εισαγωγή αιρεσιμότητας στην απορρόφηση των κονδυλίων, συνδεόντάς την με το σεβασμό του κράτους δίκαιου.

Από τους Πρασίνους, η Σκα Κέλερ, ανέφερε πως οι προτάσεις για αύξηση των δαπανών για το κλίμα και το περιβάλλον είναι στη «σωστή κατεύθυνση», ωστόσο, υπογράμμισε ότι θα έπρεπε η αύξηση να είναι ακόμα μεγαλύτερη, στο 50%, αντί για το 25%. Επίσης, αναφορικά με την αναπτυξιακή βοήθεια, τόνισε ότι θα έπρεπε να αυξηθεί το ποσοστό των δαπανών για την καταπολέμηση της φτώχιας και τη στήριξη των ευάλωτων πληθυσμών τουλάχιστον στο 0,7% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (ΑΕΕ). «Αν δεν το κάνουμε, προδίδουμε τη διεθνή κοινότητα και τα δικά μας λόγια», τόνισε η Σ. Κέλερ, προσθέτοντας ότι για τους Πρασίνους τα κονδύλια θα πρέπει να κατευθυνθούν μεταξύ άλλων και στην κοινωνική Ευρώπη και στην καινοτομία. Τέλος, χαιρέτισε, τις προτάσεις για σύνδεση των κονδυλίων με το σεβασμό του κράτους δικαίου αλλά και για νέους ίδιους πόρους, που θα έχουν ως στόχο μια πιο «δίκαιη φορολόγηση, λιγότερη ρύπανση και περιορισμό της κλιματικής αλλαγής».

Από την ομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς, η ευρωβουλευτής Λιάντ Νι Ριάντα υπερασπίστηκε τις προτάσεις της Επιτροπής για ενίσχυση της έρευνας και των προγραμμάτων εκπαίδευσης, χαρακτηρίζοντας ωστόσο «σκανδαλώδες» ότι μεγάλο μέρος των δαπανών θα κατευθυνθούν στη φύλαξη των συνόρων, αλλά και στην τόνωση της βιομηχανίας άμυνας. Ταυτόχρονα σημείωσε ότι οι μειώσεις στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και την Πολιτική Συνοχής δεν είναι θετικό σημάδι, καθώς αφενός δεν διασφαλίζεται ότι οι μικρότεροι παραγωγοί θα επωφεληθούν σε σχέση με το παρελθόν και αφετέρου μειώνεται η βοήθεια στις περιοχές που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.