Τα τρία στάδια της συνέχειας του ελληνικού έθνους

Μια σειρά κειμένων του Γ. Καραμπελιά για την ελληνική ιστορία.
|
Open Image Modal
PHAS via Getty Images

Η επιχείρηση της απόρριψης της συνέχειας, και κατά συνέπεια της ίδιας της ύπαρξης, του ελληνικού έθνους από τους αποδομητές ιστορικούς και διανοουμένους, χρησιμοποιεί το γεγονός ότι το ελληνικό έθνος δεν συγκροτεί μια ενιαία κρατική υπόσταση από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Άλλωστε, η ελληνική ιστορία, σε αντίθεση με την κινεζική, παρουσιάζει πολλές ασυνέχειες και θεσμικές-πολιτειακές ανατροπές, εξαιτίας και της ριζικά διαφορετικής γεωγραφικής θέσης των Ελλήνων.

Συναφώς, ενώ, πριν από ελάχιστα χρόνια, η αναφορά στους Έλληνες ως Ρωμαίους ή Ρωμιούς εθεωρείτο αυτονόητη, και λέξεις όπως η «ρωμιοσύνη» εξέφραζαν την ελληνικότητα, τα τελευταία χρόνια, μέσα στα πλαίσια της αποδόμησης της ελληνικής ταυτότητας, προωθείται μια αστήρικτη καινοφανής αντίληψη, ότι δηλαδή οι «Ρωμιοί» δεν είναι Έλληνες, διότι αυτοί εξαφανίστηκαν από το ιστορικό προσκήνιο μετά το 146 π.Χ. και την οριστική κατάληψη της Ελλάδας από τους Λατίνους-Ρωμαίους.

Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που συνέχιζε να αποκαλείται «ρωμαϊκή», δεν διατηρεί πλέον οργανική σχέση με τους Έλληνες, παρότι οι Βυζαντινοί μιλούσαν ελληνικά και μελετούσαν τους αρχαίους Έλληνες. Καθώς η Κωνσταντινούπολη αποσπά την πρωτοκαθεδρία από τη Ρώμη, οι Έλληνες εγκολπώνονται τη ρωμαϊκότητα, ενώ η επωνυμία Έλληνας ταυτίζεται συχνά με τον «εθνικό», δηλαδή τον ειδωλολάτρη. Ποια άλλη απόδειξη λοιπόν χρειάζεται, για τους υποστηρικτές της ασυνέχειας για να καταδειχθεί πως οι Έλληνες «έπαψαν να υπάρχουν» και αντικαταστάθηκαν από αυτούς τους ακαθορίστου εθνικής ταυτότητος χριστιανούς «Ρωμιούς»; Έτσι λοιπόν, οι Έλληνες αποτελούν ένα έθνος που στην πραγματικότητα περιορίζεται στους αρχαίους χρόνους, ενώ στη συνέχεια υποτάχθηκε σε ξένους κατακτητές και απορροφήθηκε από αυτούς και τους ποικιλώνυμους επιδρομείς, κατ’ εξοχήν τους Σλάβους.

Όσο για τους νεώτερους ¨Έλληνες, αυτοί αποτελούν ένα «νεαρό έθνος» που συγκροτήθηκε από διάφορους λαούς και εθνοτικές ομάδες και δεν διατηρεί καμιά ουσιαστική συγγένεια με τους αρχαίους Έλληνες. Μάλιστα, για πολλούς, ούτε καν οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες, και θα το διατυμπάνιζαν πολύ πιο υψηλόφωνα, εάν δεν φοβόντουσαν ότι θα ταυτίζονταν ανοιχτά με τους Σλαβομακεδόνες.

Όμως κατασκευάζουν ένα φανταστικό σχήμα, διότι η συνέχεια του ελληνισμού δεν αποτελεί μια γραμμική πορεία χωρίς τομές και ρήξεις, αλλά μία εξέλιξη με αναβαθμούς, μεταλλαγές και μετατοπίσεις, οι οποίες, ενώ δεν αναιρούν την πραγματικότητα της συνέχειας, ωστόσο την ιστορικοποιούν και τη σχετικοποιούν.

Γι’ αυτό και χρησιμοποιούν τις προφανείς διαφορές ανάμεσα στους αρχαίους Έλληνες, τους Βυζαντινούς και τους νεώτερους, ώστε να αποσιωπήσουν το πλήθος των κοινών χαρακτηριστικών και της συνέχειας της γλώσσας και του πολιτισμού και  να μεταβάλουν αυτές τις πραγματικές διαφορές σε διαφορές είδους: διαφορετικό έθνος οι αρχαίοι Έλληνες, άλλο οι Βυζαντινοί, άλλο οι νεώτεροι.

*****

Προφανώς, όλα τα έθνη έχουν ιστορία και ανατρέχουν σε αυτήν, όμως δεν είναι ίδιου τύπου η σχέση τους μαζί της. Επί παραδείγματι, το αμερικανικό έθνος, επειδή η ιστορική του συγκρότηση είναι πρόσφατη, επιμένει ιδιαίτερα σε ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της χρονικά σύντομης ιστορικής του διαδρομής. Αυτό που οι Αμερικανοί χαρακτηρίζουν ως «Νέο Σύνορο», δηλαδή, την επέκτασή τους. Οι Αμερικανοί ξεκίνησαν από τις ανατολικές πολιτείες –με αφετηρία τη Βιρτζίνια, το 1607– και συνέχισαν να επεκτείνονται, κατέλαβαν ένα μεγάλο μέρος της αμερικανικής ηπείρου, ένα μεγάλο μέρος του Μεξικού, το Τέξας και την Καλιφόρνια, έφθασαν στις δυτικές ακτές και τη Χαβάη για να καταλήξουν… στο Αφγανιστάν, και σήμερα να στοχεύουν στον… μετάνθρωπο. Αυτό είναι το βασικότερο στοιχείο της αμερικανικής ιδιοπροσωπίας, δηλαδή η διαρκής αναζήτηση ενός «νέου συνόρου».

Στον αντίποδα της αμερικανικής κείται η κινεζική ιδιοπροσωπία, που χαρακτηρίζεται από την επικέντρωση στο εσωτερικό. Γι’ αυτό και οι ίδιοι οι Κινέζοι αυτοαποκαλούνταν «Αυτοκρατορία του Κέντρου», η οποία, στρεφόμενη προς το εσωτερικό, δημιούργησε το Μεγάλο Τείχος, ώστε να προστατευθεί από τις εξωτερικές απειλές, ενώ έφτασε να απαγορεύσει και τα υπερπόντια ταξίδια. Έτσι συγκροτήθηκε το αρχαιότερο σήμερα έθνος-κράτος στην Ιστορία, από το 220 π.Χ., όταν η δυναστεία των Κιν (εξ ου και Κίνα) ενοποίησε τα βασίλεια του κέντρου της Κίνας.

Το εβραϊκό έθνος συγκροτήθηκε εξαιρετικά πρώιμα στην Παλαιστίνη,  ωστόσο, εν συνεχεία, επί 2.000 χρόνια, δεν διέθετε συγκεκριμένο εδαφικό ρίζωμα, και επιβίωσε ως έθνος μέσω της θρησκείας, μιας αποκλειστικής και εν τέλει εθνοκρατικής θρησκείας. Και παρότι, σε όλους τους λαούς, η θρησκεία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, εδώ μεταβάλλεται στο κομβικό στοιχείο της εθνικής συνέχειας. Δηλαδή, η ιδιοπροσωπία του εβραϊκού έθνους είναι θρησκευτικού χαρακτήρα.

Με άλλα λόγια, η δημιουργία των εθνών, ακόμα και των εθνών-κρατών, ανάγεται πολύ  πίσω στην Ιστορία – Έλληνες, Ιρανοί, Κινέζοι, Εβραίοι, κ.λπ.

Και όμως, κάποιοι –ανάμεσά τους και ορισμένοι προβεβλημένοι ιστορικοί όπως ο Έρικ Χομπσμπάουμ– εξακολουθούν να υποστηρίζουν την αστήρικτη, σε βαθμό αστειότητας, άποψη ότι τα έθνη-κράτη γεννήθηκαν μετά τη γαλλική Επανάσταση ή τη Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) στην Ευρώπη. Η γενεαλογία του έθνους-κράτους είναι κατ’ εξοχήν δυτικοευρωπαϊκή και το έθνος-κράτος αποτελεί δημιούργημα της δυτικής παράδοσης!

Όσο για την εθνική ιδιοπροσωπία των Ελλήνων, δεν είναι κρατοκεντρικού αλλά ιστορικού-πολιτισμικού χαρακτήρα. Το στοιχείο που σφραγίζει την εθνική μας υπόσταση είναι η ιστορική και πολιτισμική συνέχεια – γλώσσα, κοινοί αγώνες, διάρκεια παραδόσεων και πολιτισμού μέσα στην ασυνέχεια των εποχών και τη μακρά διάρκεια. Η δική μας εθνική ιδιοπροσωπία είναι «ιστορική». Διότι, ανάλογα με την περίοδο, στη μακρόχρονη ιστορική μας διαδρομή, διαφορετικά στοιχεία της ταυτότητάς μας αναδεικνύονται στο προσκήνιο: Στη μακρά περίοδο, που αρχίζει από τους μινωϊκούς χρόνους και φθάνει μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια, οι Έλληνες επεκτείνουν την παρουσία τους από τη Δυτική Μεσόγειο μέχρι τα βάθη της Ασίας, με όπλα τους την πληθυσμιακή, την οικονομική, τη στρατιωτική και εν τέλει την πολιτισμική τους ισχύ.

Σε μια αμέσως επόμενη περίοδο, που διαρκεί ουσιαστικά από την υποταγή στη Ρώμη μέχρι την περίοδο των Κομνηνών Αυτοκρατόρων, το αποφασιστικό στοιχείο καθίσταται το πολιτισμικό. Με αυτό το όπλο θα «κατακτήσουν» εκ των ένδον τη Ρώμη και  θα  μεταβάλουν την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε οικουμενικό κράτος του ελληνισμού. Μέσω αυτής της υπεροχής θα συγκροτήσουν τη νέα οικουμενική θρησκεία –τον χριστιανισμό– αποσπώντας τον από την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα.

Κατά την περίοδο που ακολουθεί, όταν η Ελλάς βρίσκεται υπό ξένη κυριαρχία κάτω από αλλόθρησκους κατακτητές, Φράγκους και κυρίως Μωαμεθανούς, μέχρι το 1821 τουλάχιστον, το καθοριστικό στοιχείο της ελληνικής ιδιοπροσωπίας καθίσταται η Ορθοδοξία. Μέσω αυτής, κατ’ εξοχήν, διατηρείται η εθνική ταυτότητα. Βέβαια η γλώσσα, οι παραδόσεις, η ιστορική συνείδηση, η φυλετική συνέχεια συμβάλλουν λιγότερο ή περισσότερο σε αυτή τη νέα δομή της ελληνικής ιδιοπροσωπίας, αλλά το αποφασιστικό στοιχείο είναι η ορθόδοξη ταυτότητα.

Τέλος, μετά το 1821 και κυρίως μετά το 1922, παράλληλα με τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις παραδόσεις, το αποφασιστικό στοιχείο της ιδιοπροσωπίας του ελληνικού έθνους καθίσταται η ίδια του η «ιστορική συνείδηση». Μάλιστα, καθώς το ελληνικό έθνος εξασθενεί οικονομικά, γεωπολιτικά, πολιτισμικά, τόσο περισσότερο αυτή ισχυροποιείται ως το κομβικό στοιχείο αυτής της ιδιοπροσωπίας.

Δηλαδή, η ιστορική συνέχεια, που συμπυκνώνει το απόσταγμα μιας μεγάλης και τρικυμιώδους ιστορικής διαδρομής, μεταβάλλεται στο αποφασιστικό χαρακτηριστικό της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. «Η ιστορία είναι το έθνος μας»!

*****

Προφανώς δε, η μετάβαση από τη μία περίοδο στην άλλη ήταν επίπονη και κάποτε ιδιαίτερα μακρά. Καθ’ όλη αυτή τη μακρά περίοδο των τριών ή τεσσάρων χιλιάδων χρόνων, κατά την οποία προτεραιότητες και πολιτειακές μορφές συχνά μεταβάλλονται, η συνέχεια του ελληνισμού παραμένει κατ’ εξοχήν πολιτισμική-γλωσσική και ιστορικού χαρακτήρα. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια διδάσκουν και φρονηματίζουν τους νεαρούς Έλληνες σε μια αδιάλειπτη συνέχεια, από την αρχαιότητα έως τη νεώτερη Ελλάδα, και προφανώς και κατά τη βυζαντινή περίοδο.

Τελικώς λοιπόν,  η ελληνική εθνική συνέχεια θα πρέπει να ιδωθεί μέσα από τις τρεις μεγάλες ιστορικές περιόδους που διακρίνονται έντονα μεταξύ τους: η αρχαιοελληνική περίοδος χαρακτηρίζεται από δομή φυλετική και πολεοκρατική, στηρίζεται δηλαδή στην οργάνωση των ελληνικών φυλών και κατά την ύστερη περίοδο συγκροτείται πολιτειακά γύρω από την πόλη-κράτος. Η επόμενη περίοδος, με αφετηρία τον Φίλιππο ή τον Μέγα Αλέξανδρο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως οικουμενική περίοδος του ελληνικού έθνους και το κύριο στοιχείο καθίσταται η γλωσσικο-πολιτισμική ταυτότητα· η τρίτη περίοδος, με αφετηρία το Ματζικέρτ (1071) ή την Άλωση της Πόλης από τους Φράγκους (1204), μπορεί να χαρακτηριστεί ως εθνοκρατική, παρόλο που για μεγάλες περιόδους το ελληνικό έθνος δεν διατηρούσε δικό του κράτος.