Γράφει ο Δρ Χρήστος Ζιώγας, Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών Παν/μιου Αιγαίου και εντεταλμένος Λέκτορας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.
*
Εσχάτως γίνεται πολύς λόγος για την «αναθέρμανση» επί του πεδίου των ελληνοτουρκικών σχέσεων με τρόπο ωστόσο που δεν αφήνει πολλές ελπίδες ως προς την ευόδωση της προγενέστερης προσπάθειας εξομάλυνσής τους δια μέσου της «Διακήρυξης των Αθηνών» και της πρακτικής των «ήρεμων νερών». Εδώ και τριάντα χρόνια το βασικό ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Τουρκίας έγκειται στο γεγονός ότι η Ελλάδα επιχειρεί να θεραπεύσει το σύμπτωμα ‒δηλαδή την αποφυγή, σε πρώιμο ή σε ύστερο στάδιο και σε πολλές περιπτώσεις παντοιοτρόπως και με αξιοσημείωτο διπλωματικό κόστος, των επαναλαμβανόμενων εντάσεων και κρίσεων‒ και όχι το αίτιο το οποίο συνίσταται στον τουρκικό ηγεμονισμό.
Παρατηρώντας την τουρκική εξωτερική πολιτική ήδη από την ψυχροπολεμική περίοδο, πολλώ δε μάλλον κατά τον 21ο αιώνα, εύκολα διακρίνονται τα ηγεμονικά της χαρακτηριστικά ‒όχι μόνο προς την Ελλάδα και την Κύπρο‒ τα οποία πλέον αποτελούν δομικό χαρακτηριστικό του τουρκικού πολιτικού συστήματος και νομιμοποιούνται από την πλειονότητα της τουρκικής κοινωνίας. Ο τουρκικός ηγεμονισμός ως κρατική συμπεριφορά δεν είναι ούτε συγκυριακός, ούτε προσωποπαγής, μήτε δευτερογενής· συνιστά κοινή επιλογή για όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος, είναι κοινωνικά εδραιωμένος και πλέον εγγράφεται στη διδακτέα ύλη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της γειτονικής χώρας.
Παρ’ ημίν το σημαντικότερο ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όσον αφορά την Τουρκία συνίσταται στην αδυναμία ‒μάλλον δομική του πολιτικού συστήματος‒ να προσδιορίσει το εύρος και την ένταση του τουρκικού ηγεμονισμού. Διαχρονικά, υιοθετούνται θέσεις και στάσεις έναντι της Τουρκίας για διαδικασίες και πολιτικές εξομάλυνσης οι οποίες δεν έχουν επιβεβαιωθεί στην πράξη τις τελευταίες ‒τουλάχιστον‒ τρεις δεκαετίες. Συστηματικά η παρόξυνση των διμερών σχέσεων επανακάμπτει μετά από περιόδους επιφανειακής νηνεμίας, διότι συγκυριακά αντιμετωπίζεται το σύμπτωμα –διαχείριση και κυρίως αποφυγή της διμερούς έντασης ή/και κρίσης‒ αλλά δεν αντιμετωπίζεται το διαχρονικό αίτιο, δηλαδή ο τουρκικός ηγεμονισμός. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η εν λόγω προσέγγιση εξυπηρέτησε άπαξ ή δις το εθνικό συμφέρον, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι το εξυπηρετεί στο παρόν ή εσαεί.
Είναι γεγονός ότι την τελευταία πενταετία η τουρκική εξωτερική πολιτική προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει τους αναθεωρητικούς και ηγεμονικούς της στόχους έναντι της Ελλάδας. Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς στη νοτιοανατολική Τουρκία την 6η Φεβρουαρίου του 2023, η Ελλάδα παρευθύς ανέλαβε την προσπάθεια διμερούς προσέγγισης, έτσι ώστε να αντιστραφεί το εξόχως επιβαρυμμένο διμερές κλίμα από τα γεγονότα στον Έβρο (Φεβρουάριος – Μάρτιος 2020) και την Ανατολική Μεσόγειο (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2020). Απότοκο αυτού του διπλωματικού εγχειρήματος υπήρξε η «Διακήρυξη των Αθηνών» η οποία υπεγράφη τον Δεκέμβριο του 2023. Ακόλουθη και συνεπής της λογικής αντιμετωπίζω το σύμπτωμα όχι το αίτιο υπήρξε και η «Διακήρυξη των Αθηνών», αφού ευθύς εξ’ αρχής αποσυνδέθηκε ο τουρκικός ηγεμονισμός από το πλαίσιο εξέλιξης των διμερών σχέσεων. Πιο συγκεκριμένα, ενώ η Αθήνα συμφώνησε να διατηρηθούν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας, να επανεκκινήσει ο πολιτικός διάλογος, να (ξανα)συζητηθούν τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και να ενισχυθεί η θετική ατζέντα, η Άγκυρα δεν αφαίρεσε από τον αναθεωρητικό της άβακα κανένα από τα ζητήματα που μονομερώς είχε εγείρει και συνεχίζει να θέτει, διατηρώντας στο διπλωματικό απυρόβλητο το σύνολο των τουρκικών αξιώσεων. Η εν λόγω διαδικασία οδήγησε στην πολιτική των «ήρεμων νερών», παραμένοντας όμως ακέραιες οι τουρκικές στοχοθεσίες. Παρά ταύτα, μέσω της πολιτικής των «ήρεμων νερών» «εξαγοράστηκε» στρατηγικός χρόνος– με σεβαστό βέβαια διπλωματικό αντίτιμο. Πέραν της «αποσυμπίεσης» των διμερών σχέσεων που συγκυριακά επιθυμούσε και η Τουρκία, η πολιτική των «ήρεμων νερών» επέφερε στην ελληνική εξωτερική πολιτική τα ακόλουθα:
Πρώτον, υπέσκαψε τη διεθνή νομιμοποίηση της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας. Έτη πολλά, προσπαθούμε να πείσουμε εταίρους και συμμάχους για την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας απέναντί μας και αίφνης ανακαλύπτουμε ότι μπορούμε να πορευθούμε αμφότερα τα κράτη παρακάμπτοντας τις τουρκικές αναθεωρητικές αξιώσεις, κάποιες εκ των οποίων αφορούν την ελληνική κυριαρχία.
Δεύτερον κι ως επιγενόμενό της, η Άγκυρα διεύρυνε τα ζητήματα που μπορεί να επικαλεστεί ως αφορμή για μια νέα κρίση. Ακόμη και η εφαρμογή κοινοτικών υποχρεώσεων από την Ελλάδα θεωρείται πλέον από την Τουρκία ως πράξη που απάδει προς το πνεύμα της «Διακήρυξης των Αθηνών». Πρόσφατα, ο εκπρόσωπος του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, Οντζού Κετσελί, μεταξύ άλλων, δήλωσε: «Ως Τουρκία, επαναλαμβάνουμε τη θέση μας ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί μια προσέγγιση που να συνάδει με τη Διακήρυξη των Αθηνών». Σύμφωνα με την συγκεκριμένη θέση το εν λόγω κείμενο υπερέχει του κοινοτικού δικαίου κι άλλων διεθνών κανονιστικών πλαισίων.
Τρίτον, δημιούργησε μια διπλωματική αμφισημία: ενώ η ελληνική εξωτερική πολιτική διακηρύττει την αμιγώς νομική της προσέγγιση επί των διμερών ζητημάτων, υπογράψαμε ένα πολιτικό κείμενο («Διακήρυξη των Αθηνών»), το οποίο η Τουρκία ερμηνεύει κατά το δοκούν. Αυτό καθιστά την Ελλάδα διπλωματικά ευάλωτη στην κατηγορία ότι δήθεν παραβιάζει το πνεύμα και το γράμμα της διακήρυξης όταν εφαρμόζει διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ή διατυπώνει ότι θα ασκήσει σε δεύτερο χρόνο κάποιο κυριαρχικό της δικαίωμα. Ανάλογου περιεχομένου και αμφιλεγόμενης διπλωματικής αποτελεσματικότητας υπήρξε και η αλήστου μνήμης «Διακήρυξη της Μαδρίτης» στο –όχι και τόσο μακρινό από στρατηγικής σκοπιάς‒ 1997. Στο μεσοδιάστημα από το Δεκέμβριου του 2023 έως και πρόσφατα η Ελλάδα εναγωνίως προσπαθούσε να ανακαλύψει λογικές θετικού αθροίσματος στις διμερείς σχέσεις, ακόμη και εκεί που εξ αντικειμένου δεν υπάρχουν, ενώ η Τουρκία σταθερά επιδιώκει κατ’ εξοχήν και με κάθε μέσο να αποτρέψει οποιαδήποτε αναβάθμιση της Ελλάδας είτε εντός των δυτικών θεσμών, είτε σε περιφερειακό επίπεδο.
Εν τέλει και παρά την επικοινωνιακή ανατίμηση της εν λόγω διαδικασίας την προηγούμενη τριετία, τα ζητήματα που θέτει η Άγκυρα δεν αναιρέθηκαν, αλλά παραμένουν άθικτα και μεταφέρονται αναπόδραστα στο πεδίο με την πιθανότητα σταδιακά να λάβουν χαρακτηριστικά επιβολής προς την Ελλάδα μέσω στρατιωτικού πειθαναγκασμού. Ενώ το τουρκικό casus belli στην περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12νμ στο Αιγαίο υφίσταται από το 1995, τώρα διαφαίνεται ότι η Τουρκία υπομιμνήσκει «στρατιωτικές λύσεις» και για άλλα ζητήματα που θέτει μονομερώς, κατηγορώντας παράλληλα την Ελλάδα ότι δρα παραβιάζοντας τη «Διακήρυξη των Αθηνών».
Συμπερασματικά, η «Διακήρυξη των Αθηνών» και η ακόλουθη πολιτική των «ήρεμων νερών» θα έχει στρατηγικό νόημα και ουσιαστικό αποτέλεσμα εφ’ όσον αποτέλεσε μέσο για να κερδίσουμε χρόνο, έτσι ώστε να ανατάξουμε τις στρατιωτικές μας δυνατότητες και κυρίως να υιοθετήσουμε την αναγκαία κι όχι την επιθυμητή στρατηγική έναντι της Τουρκίας. Η Ελλάδα αποτελεί ισχυρό στρατιωτικά κράτος, το οποίο την τελευταία πενταετία ενισχύει περαιτέρω τις στρατιωτικές του δυνατότητες, συνεχίζει όμως να λειτουργεί σαν να τελεί υπό καθεστώς στρατιωτικού εκβιασμού από την Τουρκία (βλ. Κάσος)· ενώ βελτιώνεται συν τω χρόνω η στρατιωτική μας κατάσταση, παραμένει θολή η στρατηγική μας στόχευση. Στην παρούσα συγκυρία, η ανάταξη των στρατιωτικών ικανοτήτων οφείλει να σχετίζεται ουσιαστικά με την επίτευξη των πολιτικών μας στόχων και εν προκειμένω να συνοδευθεί με μια πιο αποφασιστική στάση έναντι της Τουρκίας. Σε διαφορετική περίπτωση η στρατηγική μας κινδυνεύει να χαρακτηριστεί εκ νέου ως συγκυριακά αποτρεπτική.
Μετά από κάθε ελληνοτουρκική κρίση (1976, 1987, 1996, 2020) αναδείχθηκε η αναγκαιότητα της αποτρεπτικής στρατηγικής και αποφασίστηκε η ανάταξη των στρατιωτικών μας ικανοτήτων. Σταδιακά, οι διαχρονικά ισχυρές –εγχώριες και εξωχώριες– τάσεις «υπέρβασης» του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού επανακάμπτουν, ανατροφοδοτούν τη στρατηγική μας σκέψη και ακολούθως δρομολογούνται πολιτικές εξομάλυνσης των σχέσεων μας με την Τουρκία δίχως να έχουν προκύψει επαρκείς/αντικειμενικοί πολιτικοί λόγοι για κάτι τέτοιο· πολλές φορές αρκεί ένα φυσικό φαινόμενο, όπως οι σεισμοί το 1999 και το 2023. Η ελληνική εξωτερική πολιτική διαχρονικά λειτουργεί σαν να διακατέχεται στις σχέσεις της με την Τουρκία από ένα σύνδρομο «στρατηγικής παλινδρόμησης», κινούμενη από τον υπολανθάνοντα κατευνασμό στην αποτροπή και τανάπαλιν. Η διεθνοπολιτική συγκυρία όμως ενισχύει την ανάγκη μιας αταλάντευτης αποτρεπτικής στρατηγικής και περιορίζει τις επιλογές για αλυσιτελείς κατευναστικές στρατηγικές που συνιστούν περισσότερο υπεκφυγή από την πραγματικότητα ‒και μάλλον την «συνείδηση του συστήματος»‒ παρά συγκροτημένη πολιτική έναντι της Τουρκίας._