Την εβδομάδα που πέρασε, στην Oλομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου αποκαλύφθηκαν ξανά κάποιες πικρές αλήθειες για την ευρωπαϊκή πολιτική Κύπρου κι Ελλάδας, Κυβερνήσεων, κρατικών αρχών και Ευρωβουλευτών. Επίκεντρο ήταν η ετήσια ομιλία της Πρόεδρου της Επιτροπής κ. φον ντερ Λάιεν για την «Κατάσταση στην ΕΕ» και κατά δεύτερον, η ομιλία της Ύπατης Εκπροσώπου κ. Κάλας για τις υβριδικές επιθέσεις κατά κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θετικά στοιχεία στην ομιλία της Προέδρου της Επιτροπής υπήρξαν, τα οποία θα κριθούν στην πράξη π.χ. οριζόντια ρύθμιση της πρόσβασης παιδιών στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, μέτρα για την στέγαση και την κλιματική αλλαγή, αυστηρότερο πλαίσιο για την παράνομη/εργαλειοποιημένη μετανάστευση. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, οι δύο τους υπήρξαν κατώτερες των περιστάσεων.
Καταρχάς, ανάλωσαν τον χρόνο τους χωρίς λέξη για την τουρκική επιθετικότητα, ούτε καν αναφορά στήριξης στις θέσεις Κύπρου-Ελλάδας που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ούτε ανταποκρίθηκαν όταν ερωτήθηκαν από όσους θέσαμε το θέμα στις παρεμβάσεις μας. Επομένως, οι επικεφαλής αξιωματούχοι της ΕΕ «δεν ξέχασαν την Κύπρο», αλλά έτσι επέλεξαν.
Ανάλωσαν σημαντικό χρόνο για την ανάγκη ενεργειακής αυτονομίας και στις υβριδικές επιθέσεις κατά κρατών της ΕΕ κι εκτός, χωρίς αναφορά στις χρόνιες τουρκικές υβριδικές επιθέσεις (με drones, μεταναστευτικές ροές, παράνομες επεμβάσεις σε αέρα, θάλασσα και στεριά, παραπλανητικούς χάρτες κ.ά.), πέραν από την ωμή κατοχή εδάφους της ΕΕ στην Κύπρο.
Ούτε καν αναφορά στην ανάγκη ενεργειακής αυτονομίας μέσω υλοποίησης του Ευρωπαϊκού Έργου GSI στην Ανατ. Μεσόγειο. Διότι και οι δύο τους κρίνουν ότι το όποιο «κόστος» μιας τέτοιας παράκαμψης είναι ελάχιστο και περιορισμένο.
Οι αντιδράσεις μας, από Κύπρο κι Ελλάδα, για την στάση τους περιλαμβάνουν όσους ζητούν την έξοδο μας από την ΕΕ μέχρι τους δογματικούς στα δύο αντίθετα άκρα του πολιτικού φάσματος που τρέφονται με συναισθηματισμούς αντί για ορθολογισμό.
Μόνο η στάση της Τουρκίας, αρκεί για να κατανοήσει ένας πόσο η παρουσία μας στην ΕΕ εξυπηρετεί τα ζωτικά μας συμφέροντα, αλλά προφανώς υπάρχουν κι εκείνοι που τρέφονται από εθνικές … «ηρωϊκές ήττες». Για αυτό, αδιαφορούν που τόσες τρίτες χώρες διατηρούν θετική στάση προς την Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της συμμετοχής μας στην ΕΕ, ενώ εκτός ΕΕ, η αναγνώριση του ψευδοκράτους θα είχε ήδη γίνει από χώρες όπως το Πακιστάν κι το Αρζεμπαϊρζάν.
Οι ακραίοι συναισθηματισμοί από απλούς πολίτες είναι κατανοητοί, αλλά όχι ως επιλογή όσων έχουμε δυνατότητα παρέμβασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η επιδίωξη εντυπωσιασμού με ακραίες αναφορές για «αίματα που στάζουν» κι άλλα τέτοια που στοχεύουν το εσωτερικό ακροατήριο και τα «μπράβο», διευκολύνουν τους ξένους αξιωματούχους στην ΕΕ, οι οποίοι ανακουφίζονται από τέτοιες περιθωριακές παρεμβάσεις κι αφήνουν αδιάφορο το μεγαλύτερο μέρος του ευρωπαϊκού μας ακροατηρίου.
Πάντως, η αναφορά σε αξίες της ΕΕ, σε ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, δεν αρκεί. Απαιτείται άκαμπτη στάση κυρίως στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με απαίτηση για κόστος σε όσους παρακάμπτουν τις αξίες και τα ζωτικά μας συμφέροντα. Ο ορθολογισμός είναι απλός. Ενόσω επιτρέπουμε αμαχητί στους εταίρους μας στην ΕΕ να προωθούν τα συμφέροντά τους εις βάρος μας, είναι παράλογο να προσδοκούμε αλλαγή της στάσης τους.
Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής, ΔΗΚΟ – S&D