Τα αποτελέσματα από τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις στην Γερμανία, Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και Βερολίνο που ήρθαν την προηγούμενη Κυριακή αποτυπώνουν πολύ καθαρά το διπλό κοινωνικό ρήγμα που ταλανίζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες (και την αμερικανική σε κάποιον βαθμό, αλλά είναι άλλη κουβέντα).
Η πολυδιάστατη κρίση και μετάβαση που σφραγίζει την εποχή μας πλήττει με ιδιαίτερα οξύ τρόπο τόσο τα κατώτερα, ούτως ή άλλως εξωβελισμένα και κατά την προηγούμενη φάση της παγκοσμιοποίησης, στρώματα. Αλλά και τις μεγάλες μερίδες της μεσαίας τάξης πια.
Η ακρίβεια, το στεγαστικό, οι περαιτέρω πιέσεις αποβιομηχάνισης, η ανασφάλεια που απορρέει από τις πολυπολιτισμικές συγκρούσεις συνιστούν άμεσες εκδηλώσεις του φαινομένου.
Στο υπόβαθρό του όμως βρίσκεται η εξάντληση του ευρωπαϊκού μοντέλου που επικράτησε για μερικές δεκαετίες: ενεργειακή εξάρτηση από την Ρωσία, παραμέληση της βιομηχανικής βάσης, και κυρίως, η εθελουσία αμυντική αποδυνάμωση της Ευρώπης· εγκατάλειψη των εθνικών ταυτοτήτων, παραμέλησης της κοινής πολιτιστικής της κληρονομιάς. Επιλογές που έγιναν υπό το κράτος της αυταπάτης για την ανάδυση ενός ενοποιημένου κόσμου που δεν γνωρίζει σύνορα, γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς. Όπου ‘το εμπόριο υποκαθιστά τον πόλεμο’ και μια νέα συνείδηση πολίτη του κόσμου ξεπροβάλλει.
Αντί γι’ αυτά οι ίδιες οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης έφεραν τον πολυπολικό ανταγωνισμό, τις έντονες μεταναστευτικές πιέσεις, τις πολυπολιτισμικές συγκρούσεις μέσα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά και την ανάδυση νέων ανισοτήτων και αποκλεισμών που θέτουν σε αμφισβήτηση το μοντέλο της μαζικής δημοκρατίας.
Για τις πολιτικές εκδηλώσεις αυτής της κρίσης, το AfD και το Λίνκε, το ζήτημα δεν είναι ο “λαϊκισμός”, και τα ξόρκια εναντίον του δεν βοηθούν. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι φέρνουν στην επιφάνεια όλη αυτήν την πολιτική και πολιτιστική απορρύθμιση που προηγήθηκε και επιδρά από την δεκαετία του 1990 κι έπειτα.
Τα λαϊκά στρώματα έχουν πληβειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, και βιώνουν μια ψυχική και μορφωτική καθίζηση υπό την επίδραση της ‘τρας’ κουλτούρας του ψηφιακού κόσμου. Έτσι εμφανίζονται ιδιαίτερα ευεπίφορα σε μια φιλοαυταρχική ιδεολογία που αλληθωρίζει προς την Ρωσία, και φλερτάρει με τις θεωρίες συνομωσίας. Υπό της επίδρασή της η αντίθεση στις πράσινες πολιτικές που με την τύφλωσή τους έφεραν σε δυσχερέστατη θέση την Ευρώπη διολισθαίνει στην άρνηση της κλιματικής αλλαγής, που είναι πραγματική. Και η αντίθεση με την πολιτική τάξη που όντως ‘άφησε εκτός’ όλον αυτόν τον κόσμο με τις επιλογές της, μεταφράζεται σε αίτημα διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απόσυρση της εμπιστοσύνης προς το κράτος, τους θεσμούς, και εν τέλει σε αμφισβήτηση της εθνικής ενότητας.
Τα μεσαία στρώματα, από την άλλη, είναι πια αποκομμένα από τον κόσμο της παραγωγής, σε διαδικασία πολιτιστικής μετάλλαξης από τον εθνομηδενισμό που κάλπαζε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες. Έτσι μεταφράζουν την ασφυξία που νιώθουν στο νέο κοινωνικό οικονομικό περιβάλλον σε μια ιδεολογία που μπερδεύει τον σοσιαλισμό με την απαίτηση ολοένα και περισσότερων παροχών δωρεάν υπηρεσιών και επιδομάτων από ένα κράτος-γκουβερνάντα, και συνδυάζει τα αιτήματα αυτά με τον ισλαμοαριστερισμό, την πολυπολιτισμικότητα, την απορρύθμιση του φύλου και την αποδόμηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Άλλοτε η ταυτόχρονη ανταρσία των εργατικών και διανοούμενων στρωμάτων θα δημιουργούσε οιωνεί επαναστατικές συνθήκες, και ζυμώσεις μιας μεγάλης πολιτικής αλλαγής.
Τώρα παράγουν πολιτικά ρεύματα που αδυνατούν να συναντηθούν και αθροιστικά λίγο ως πολύ πιέζουν την Ευρώπη να παραιτηθεί από τον εαυτό της, και να εγκαταλείψει κάθε προοπτική αυτοδυναμίας μέσα σε αυτήν την πρώτη ταραγμένη φάση του 21ου αιώνα. Το αδιέξοδο καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς κοινωνικό και οικονομικό, αλλά βαθύτερο, πολιτιστικό και υπαρξιακό.
Τα ζητήματα που θέτουν ο ψηφιακός κόσμος, εξάλλου, ή η τεχνητή νοημοσύνη, αποτελούν εξάλλου ενδείξεις για το ότι το ζήτημα πλέον έχει και ανθρωπολογική διάσταση.
Μια μορφή ζωής έτσι όπως την ξέραμε μάλλον πεθαίνει και απέναντι σε αυτό το γεγονός η ευρωπαϊκή πολιτική τάξη απαντάει με εξαγγελίες.
Φυσικά η ευρωπαϊκή άμυνα πρέπει να ενισχυθεί, ο έλεγχος των συνόρων να ανακτηθεί, η βιομηχανική βάση να αποκτήσει βιωσιμότητα και δυναμική, η ενεργειακή αυτοδυναμία να αποκατασταθεί. Αυτές είναι προϋποθέσεις και για την προάσπιση του πληγωμένου κοινωνικού κράτους, γιατί αυτό δεν υφίσταται χωρίς πολιτιστική συνοχή της κοινωνίας, παραγωγή του πλούτου, εφοδιαστικές αλυσίδες, γεωπολιτική αυτοτέλεια.
Αλλά για να συντελεστούν όλα αυτά χρειάζεται μια μεγάλη κοινωνική συσπείρωση σε επίπεδο συμφωνίας αξιών. Η πολιτική με το μεγάλο Π. Αντί όμως για έναν νέο Επιτάφιο του Περικλή, ακούμε για εργαλειοθήκες πολιτικής, και παρατηρήσεις επί των ισολογισμών. Όλα αυτά αποτελούν αναγκαίες συνθήκες. Δεν είναι όμως και ικανές για τις ριζικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται.
Οι ηγεσίες χρειάζονται να μιλήσουν άλλη γλώσσα. Την γλώσσα μιας νέας μεγάλης ιδέας, οργανωμένης γύρω από το τρίπτυχο Έθνος-Ευρώπη-Δημοκρατία. Δεν μιλάμε για μια αδύνατη επιστροφή σ’ ένα εξωραϊσμένο και γι’ αυτό εν πολλοίς φανταστικό παρελθόν.
Το έθνος με το ιστορικό και πολιτιστικό του βάθος θα αποκαταστήσει την ενότητα του “εμείς” και θα σταματήσει την πορεία της κοινωνίας προς τον κατακερματισμό, και τον εμφύλιο ταυτοτικό πόλεμο –αποκαθιστά την αδελφοσύνη.
Η Ευρώπη με την κληρονομιά των κοινών αξιών αλλά και την οικονομική και γεωπολιτική δύναμη της ενότητας των ευρωπαϊκών εθνών, γίνεται η προστατευτική ομπρέλα, ο εγγυητής της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης. Απέναντι στην γεωπολιτική σύγκρουση των μεγάλων μπλοκ, την ανανέωση των αυτοκρατορικών φιλοδοξιών, την εκτόξευση του περιβαλλοντικού και του τεχνολογικού ρίσκου και των υπαρξιακών απειλών.
Τέλος η Δημοκρατία, συνοψίζει όλες τις μεγάλες λαϊκές πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις –το στοιχείο της κοινωνικής δικαιοσύνης, της διεκδίκησης, του ενεργού πολιτικού ρόλου των εργαζόμενων τάξεων, σε μια εποχή ανάδυσης νεο-ολιγαρχικών τάσεων και αυταρχικών ιδεολογιών.
Οι γερμανικές εκλογές χτύπησαν το καμπανάκι. Το παιχνίδι όμως θα παιχτεί όχι στις κούφιες εκκλήσεις για υγειονομικές ζώνες, αλλά σε αυτό το γήπεδο.