Η συγγραφή της Ιστορίας και η θεμελίωση της θεωρητικής σκέψης εμφορείται – σε μεγάλο βαθμό – από τη λεγόμενη ευρωκεντρική θέαση της διαχρονίας. Σε γενικές γραμμές, σχετίζεται με την τάση των Ευρωπαίων διανοητών και των ελίτ, οι οποίες φέρουν εξουσία και τους συνεπικουρούν, να διαγιγνώσκουν την Ιστορία από θέση ισχύος, ως νικητές και ταυτόχρονα «ηθικά ανώτεροι». Έτσι, σύμφωνα με την εν λόγω κυρίαρχη μεθοδολογία της Ιστορίας, η Αμερική ανακαλύφθηκε το 1492 από τον Χριστόφορο Κολόμβο και εν τοις πράγμασι, ελάχιστη σημασία έχει το κεκτημένο των αρχαίων αμερικανικών πολιτισμών, οι οποίοι ακόμη και ορολογικά επονομάζονται… «προκολομβιανοί»!
Ομοίως, με δεδομένο ότι η Θεωρία περί τη διεθνή πολιτική παράγεται με εφαλτήριο την ιστοριογραφία ή, όπως συχνά επισημαίνεται, η Ιστορία αποτελεί το «εργαστήριο» των αναλυτών των διεθνών ζητημάτων, αυτή διαμορφώνεται με τα ανάλογα βάρη και τις αντίστοιχες προσλαμβάνουσες. Εν προκειμένω, η Θεωρία Αποτροπής συμπυκνώνεται στην υπόθεση εργασίας ότι η καλλιέργεια στρατηγικού προφίλ ισχυρού και αποφασιστικού δρώντα οδηγεί τον επίδοξο επιτιθέμενο στη μεταστροφή της συμπεριφοράς του. Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, η πρώτιστη συνεισφορά της αποτρεπτικής στρατηγικής συνίσταται στην αποτροπή καθαυτού του πολέμου.
Προκειμένου οι θεωρητικοί της Στρατηγικής να καταλήξουν στην ως άνω περιγραφή στηρίζονται σε ορισμένα αξιώματα, με κομβικό εκείνο του ορθολογικού κριτηρίου. Σύμφωνα με αυτό, ο φορέας εξουσίας και κεντρικός λήπτης των αποφάσεων δρα πάντοτε υπό ορθολογικούς (όχι αναγκαία ορθούς προφανώς) όρους, δηλαδή υπό το βάρος των συνεκτιμήσεων κόστους-οφέλους. Η εξουσιαστική ελίτ τεκμαίρεται ως ιδιαίτερα ευαίσθητη στο στρατηγικό κόστος και ως εκ τούτου, δε θα διακινδυνεύσει την ολική ή ακόμη και μερική καταστροφή της πολιτείας. Το κράτος, είτε ως θεματοφύλακας των συμφερόντων της ελίτ είτε ως γεγονός που προσφέρει το θεσμικό κέλυφος προστασίας του έθνους, θεωρείται ότι πρέπει να προστατευτεί.
Η όλη αυτή θεωρητική σύλληψη εδράζεται στην ευρωκεντρική αντίληψη για το έθνος ως πολιτικό γεγονός, το κράτος ως πολιτειακό γεγονός, την αποθέωση του ουμανισμού ως παράγωγο του Διαφωτισμού, την υπογράμμιση της ασφάλειας ως ύψιστο εθνικό συμφέρον και τη διασφάλιση της ευμάρειας των πολιτών. Προς τούτο, ο αποτρέπων συγκροτεί τη στρατηγική του έχοντας βαθιά την πεποίθηση ότι ο αντίπαλός του σκέφτεται κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο και εμφορείται από ακριβώς ίδιο σύστημα αξιών. Είναι αυτονόητο ότι το ίδιο συμβαίνει και αντιστρόφως, δηλαδή ο επιτιθέμενος αναμένει από τον αμυνόμενο να ασκήσει αποτρεπτική στρατηγική στα πρότυπα της προαναφερθείσας – ευρωκεντρικής – συλλογιστικής.
Πρόκειται για μια αφ’ υψηλού αντιμετώπιση του άλλου, η οποία έχει στηλιτευτεί από πολλούς διανοητές, αλλά οι ηγεσίες των Μεγάλων Δυνάμεων φαίνεται να διακατέχονται από τις ίδιες εσφαλμένες αντιλήψεις όπως ενδεικτικά διαφάνηκε στις περιπτώσεις του Βιετνάμ (Η.Π.Α.), του Αφγανιστάν (Ε.Σ.Σ.Δ.) και των χωρών του Σαχέλ (Γαλλία). Όταν καλείσαι να πολεμήσεις εναντίον κάποιου, ο οποίος δε συνεκτιμά τα πράγματα υπό υλιστικούς όρους αλλά εισρέει στη σκέψη του η μεταφυσική, τότε προκύπτει ένα παντελώς διαφορετικό σύστημα αξιών και υπ’ αυτή την έννοια, αλλάζει και το πλαίσιο της κοσμοθεωρητικής συγκρότησης. Όταν η εκπλήρωση των στόχων μιας ανθρώπινης κοινωνίας δε συναντάται με τα εγκόσμια και η επιβίωση δεν περιορίζεται χωροχρονικά στην παρουσία του ανθρώπου στον πλανήτη, αλλά αντιθέτως η θυσία συνιστά προϋπόθεση μεταφυσικής πλήρωσης, τότε η αναθεώρηση στρατηγικών αξιωμάτων καθίσταται μάλλον… εύλογη και μοιραία.
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, οφείλεται να επισημανθεί ότι το καθεστώς παραμένει ορθολογικό, καθότι ενδιαφέρεται για τη διατήρηση της εξουσίας και την αυτοπροστασία του. Το Ιράν γνωρίζει, για παράδειγμα, ότι απαιτούνται συμμαχίες ακόμη και με τους «άπιστους» Ρώσους ή τους Κινέζους ή προβαίνει σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες ελάχιστη σχέση έχουν με το δόγμα «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων». Εντούτοις, πράττει όλα αυτά γνωρίζοντας ότι διαθέτει μια κοινωνία έτοιμη να υποβληθεί αδιαμαρτύρητα σε τεράστιες θυσίες, στοιχείο που μειώνει αποφασιστικά την τρωτότητα τόσο του ιδίου του καθεστώτος όσο και εν γένει του κράτους.
Συνεπώς, η ισλαμιστική συγκρότηση του κράτους παράγει στρατηγικά αποτελέσματα διά της εδραίας πίστης και νομιμοφροσύνης του ανθρωπολογικού υποκειμένου και της αύξησης του φρονήματος. Το αποτρεπτικό προφίλ, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται σε επίπεδα, που η κορυφαία στρατιωτική μηχανή του πλανήτη να θέτει εκτός των επιλογών της μια χερσαία στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν.
Ο – υλιστικών προσλαμβανουσών – Ευρωκεντρισμός των πολιτικών ελίτ της «Δύσης» αγνοεί τη μεταφυσική του Ισλάμ και κυρίως τον τρόπο, με τον οποίο διαποτίζει τα κοινωνικά στρώματα, έλλειψη η οποία ειρήσθω εν παρόδω σημειώνεται και από τον Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίο του «Εναλλακτικές Κοσμοθεωρίες» ασχέτως βέβαια πώς εργαλειοποιεί τη συγκεκριμένη κοσμοθεωρητική διάσταση στο κατοπινό έργο του (βλ. «Το Στρατηγικό Βάθος»). Στο Ισλάμ, η πολιτική εξουσία είναι αδύνατο να αποκοπεί από το θρησκευτικό συναίσθημα ή, όπως συχνά λέγεται στην οθωμανική ιστοριογραφία, Σουλτάνος και Χαλίφης είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Στα σύγχρονα μουσουλμανικά κράτη, η νομιμοποίηση της εξουσίας προκύπτει από την ανοιχτά και εμφατικά διακηρυγμένη θρησκευτική πίστη.
Γι’ αυτό, κάθε διπλωματική διεργασία ή γέφυρα συνεννόησης πίσω από τις κλειστές πόρτες διαψεύδεται από το Ιράν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο. Από την άλλη, ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρει συνεχώς ότι συζητά με την ιρανική ηγεσία, μια συμφωνία είναι κοντά, η Τεχεράνη είναι έτοιμη να αποδεχθεί τους όρους των Η.Π.Α. κ.ο.κ., με στόχο τη διάρρηξη του εν λόγω δεσμού μεταξύ καθεστώτος και κοινωνίας. Η στόχευση, δηλαδή, είναι να απονομιμοποιηθεί το καθεστώς στα μάτια των μουσουλμάνων κατοίκων της χώρας, προκειμένου να συμβεί αυτό που εξ αρχής συνέστησε τον ευσεβή πόθο των Η.Π.Α. και του Ισραήλ: μια Επανάσταση εκ των έσω εναντίον του Ισλαμικού Καθεστώτος. Όχι επειδή αναμένεται η άνοδος ενός «φιλοδυτικού» καθεστώτος από μια κοινωνία με τα εν λόγω μεταφυσικά ένστικτα και αντιδυτικά αντανακλαστικά, αλλά επειδή Τραμπ και Νετανιάχου επιθυμούν την καλλιέργεια συνθηκών εσωτερικής κατατριβής στο Ιράν και τη στρατηγική εξουθένωση της Τεχεράνης σε βαθμό ουσιαστικού παροπλισμού της.