Μια περιήγηση στο TikTok αρκεί για να γεννήσει μια απλή απορία: υπάρχει σήμερα πολιτικός που να μη βρίσκεται στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης;
Η παρουσία των πολιτικών στις ψηφιακές πλατφόρμες είναι πλέον αυτονόητη. Και σωστά. Δεν είναι ούτε λογικό ούτε επιθυμητό να ζητά κανείς από την πολιτική να αγνοήσει τα μέσα μέσα από τα οποία ενημερώνεται και επικοινωνεί ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εικόνα παύει να υπηρετεί το περιεχόμενο και επιχειρεί να το υποκαταστήσει.
Ένα καλό επιτελείο μπορεί να αλλάξει μια εικόνα, να οργανώσει μια επιστροφή, να δημιουργήσει προσδοκία, να επιλέξει τον κατάλληλο χρόνο. Ξέρω πόσο δύσκολη και πόσο τεχνική είναι αυτή η δουλειά. Δεν την υποτιμώ.
Αυτό όμως που δεν μπορεί να κάνει καμία επικοινωνιακή τεχνική είναι να δημιουργήσει πολιτικό περιεχόμενο εκεί όπου δεν υπάρχει. Μπορεί να καλύψει το κενό για λίγο. Όχι για πάντα.
Η επάνοδος του Αλέξη Τσίπρα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η διαχείριση της εικόνας του και η επανατοποθέτησή του στο δημόσιο σκηνικό έγιναν με εμφανή επαγγελματισμό. Αυτό είναι όχι μόνο θεμιτό αλλά και αναμενόμενο.
Η πραγματική δοκιμασία, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η τεχνική. Μετά την επιστροφή έρχεται η πρόταση. Μετά την εικόνα, ο λόγος. Και η κοινωνία, αργά ή γρήγορα, θα ζητήσει να μάθει: ποια είναι ακριβώς η εναλλακτική;
Αντίστοιχη έμφαση στην εικόνα μπορεί κανείς να παρατηρήσει πολύ ευρύτερα στο πολιτικό σύστημα. Ο Δημήτρης Κουτσούμπας εμφανίζεται σε βίντεο με μια αισθητά διαφορετική επικοινωνιακή σκηνοθεσία από εκείνη που παραδοσιακά συνδέαμε με το ΚΚΕ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υιοθέτησε πλήρως το TikTok ήδη από το 2023, αιφνιδιάζοντας πολλούς με την άνεση με την οποία αξιοποίησε το μέσο. Και ο Αντώνης Σαμαράς χρησιμοποίησε ένα βίντεο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης για να σηματοδοτήσει την επιστροφή του σε πιο έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα. Αφορά μια επιλογή επικοινωνίας που τέμνει οριζόντια το πολιτικό σύστημα.
Σήμερα οι πολιτικοί μιλούν συχνά για “αφήγημα”. Πολύ λιγότερο συχνά συζητούν για το περιεχόμενο που πρέπει να προηγείται του αφηγήματος.
Ένα πρόγραμμα χωρίς όραμα καταλήγει σε λογιστικό φύλλο. Ένα όραμα χωρίς πρόγραμμα καταλήγει σε σύνθημα. Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι συχνά λείπουν και τα δύο μαζί. Και τότε η επικοινωνία καλείται να καλύψει το κενό.
Τι θα σήμαινε, όμως, στην πράξη ένα πραγματικό πολιτικό όραμα;
Όχι μια αφηρημένη “ελπίδα” ούτε ένα γενικό “οραματιζόμαστε μια καλύτερη Ελλάδα”.
Θα σήμαινε, για παράδειγμα, μια καθαρή απάντηση στο αν η χώρα θέλει να στηρίξει περισσότερο την ανάπτυξή της στην παραγωγή και τη βιομηχανία ή στις υπηρεσίες και τον τουρισμό. Οι δύο κατευθύνσεις απαιτούν διαφορετικές επιλογές στην παιδεία, στις υποδομές, στη φορολογία.
Θα σήμαινε επίσης μια συγκεκριμένη θέση για το αν η αποκέντρωση αποτελεί πραγματική εθνική προτεραιότητα ή παραμένει ένα διακοσμητικό σύνθημα κάθε προεκλογικής περιόδου.
Θα σήμαινε ακόμα συγκεκριμένες μετρήσιμες προτάσεις για το δημογραφικό. Όχι ανάλυση του προβλήματος. Πρακτικές λύσεις για την επίλυσή του.
Τέτοιες επιλογές έχουν κόστος. Δημιουργούν κερδισμένους και χαμένους. Γι’ αυτό ακριβώς είναι πολιτικές επιλογές. Και ίσως γι’ αυτό πλέον σπανίζουν. Στην εποχή της εικόνας η ουσία φαίνεται να προσπερνιέται.
Το ίδιο ισχύει και για τα δεδομένα.
Η ανάλυση δεδομένων (τα λεγόμενα data analytics) έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε την εκλογική συμπεριφορά και οι δημοσκοπήσεις προσφέρουν πραγματική γνώση. Είναι εργαλεία πολύτιμα για οποιονδήποτε θέλει να κατανοήσει μια κοινωνία.
Αλλά ο πολίτης δεν ζει μέσα σε έναν πίνακα δεικτών (σε ένα dashboard όπως θα λέγαμε στην καθομιλουμένη).
Ζει την τιμή στο ράφι, το κόστος της κατοικίας, τον λογαριασμό στο τέλος του μήνα. Και όταν οι αριθμοί λένε ότι η οικονομία “πάει καλά”, ενώ ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αισθάνεται το αντίθετο, το πρόβλημα δεν λύνεται εξηγώντας καλύτερα τους αριθμούς.
Ίσως χρειάζεται άλλος δείκτης. Όχι απλώς καλύτερη επικοινωνία του υπάρχοντος.
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που συχνά αγνοούμε.
Στην εποχή του διαδικτύου, μια πολιτική ομιλία θα έπρεπε να είναι διαθέσιμη αυτούσια. Σήμερα αντίθετα τα κόμματα επιλέγουν να την μεταφέρουν μέσα από ένα σύντομο βίντεο, ένα απόσπασμα ή την περίληψη ενός δελτίου Τύπου. Ο δημοσιογράφος και ο πολίτης πρέπει να μπορούν να δουν τι πραγματικά ειπώθηκε, να συγκρίνουν και να κρίνουν.
Και εδώ η βιομηχανία της επικοινωνίας οφείλει να εξετάσει και τις δικές της ευθύνες.
Το επαγγελματικό ένστικτο είναι συχνά να αναζητήσουμε τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα που θα διαδοθούν ευρέως (που θα γίνουν viral). Πολύ λιγότερο συχνά πιέζουμε για να είναι προσβάσιμο το πλήρες περιεχόμενο από το οποίο προήλθαν αυτά τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα.
Αν παίρναμε στα σοβαρά την ίδια την έννοια της πολιτικής επικοινωνίας, θα έπρεπε να επιδιώκουμε και τα δύο: αποτελεσματική παρουσίαση και εύκολη πρόσβαση στην ουσία.
Το μεγαλύτερο λάθος ενός πολιτικού συστήματος είναι να αντιμετωπίζει τους πολίτες σαν κοινό μιας καμπάνιας επ’ αόριστον.
Οι Έλληνες πολίτες τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν δώσει ευκαιρίες σχεδόν στο σύνολο των εκφραστών του σύγχρονου πολιτικού συστήματος, έχουν αποσύρει εμπιστοσύνη, έχουν επιβραβεύσει και έχουν τιμωρήσει. Συχνά με τρόπο που εξέπληξε ακόμη κι εκείνους που πίστευαν ότι είχαν “διαβάσει” πλήρως τη συμπεριφορά τους.
Η πολιτική δεν χρειάζεται απλώς πιο έξυπνες τεχνικές για να πείσει τον πολίτη. Ο σύγχρονος πολιτικός έχει ήδη στη διάθεσή του σχεδόν όλα τα εργαλεία που μπορεί να του προσφέρει η επιστήμη, η τεχνολογία και η επαγγελματική επικοινωνία.
Αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι να εμπιστευτεί τον πολίτη: να του μιλήσει καθαρά, να του παρουσιάσει ένα εφαρμόσιμο σχέδιο με πραγματικές επιλογές και πραγματικές συνέπειες. Και φυσικά να του επιτρέψει να κρίνει.
Γιατί, στο τέλος, η πολιτική επικοινωνία δεν κρίνεται από το πόσο καλά παρουσίασε μια πολιτική.
Κρίνεται από το αν υπήρχε πολιτική άξια να παρουσιαστεί.