Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η ελληνική ουδετερότητα και ο αγγλικός προσανατολισμός.

Η επίσημη εξωτερική πολιτική που είχε ακολουθήσει η Ελλάδα μετά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν η αυστηρή ουδετερότητα έναντι των δύο εμπόλεμων παρατάξεων. Σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει την πολιτική του αυτή, ο Ιωάννης Μεταξάς είχε αυξήσει τις εμπορικές συναλλαγές με τη ναζιστική Γερμανία, ενώ είχε επιτρέψει την προβολή προπαγανδιστικού κινηματογραφικού υλικού υπέρ των απόψεων της Γερμανίας στην Αθήνα. Οι επιφανειακές αυτές κινήσεις καλής θέλησης δεν είχαν ξεγελάσει την ανώτατη γερμανική πολιτική ηγεσία, που, όπως φαίνεται από τις απόρρητες διπλωματικές εκθέσεις, γνώριζε πολύ καλά ότι η Ελλάδα ήταν στρατηγικά προσανατολισμένη προς την Αγγλία.

Advertisement
Advertisement

Ο προσανατολισμός της Ελλάδας υπέρ της Αγγλίας ενισχυόταν από τις προσωπικές απόψεις του βασιλιά Γεωργίου Β΄, ο οποίος είχε περάσει τα χρόνια του ως έκπτωτος στην Αγγλία και διατηρούσε ισχυρότατους δεσμούς με την εκεί πολιτική και πολιτειακή ηγεσία. Ο Ιωάννης Μεταξάς γνώριζε τους δεσμούς αυτούς, ενώ από εγγραφές στο ημερολόγιό του φαίνεται πως είχε καταλάβει ότι για τη σταθεροποίησή του στην εξουσία είχε ανάγκη και τη στήριξη του αγγλικού παράγοντα.

Ωστόσο, ο αγγλικός προσανατολισμός της χώρας δεν αποτελούσε απλώς προσωπική επιλογή του βασιλιά ή μια προσωπική πολιτική αναγκαιότητα για τον Μεταξά. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η εξάρτησή της από τις θαλάσσιες συγκοινωνίες και η κυριαρχία του βρετανικού στόλου στη Μεσόγειο περιόριζαν αποφασιστικά τα περιθώρια οποιασδήποτε διαφορετικής εξωτερικής πολιτικής. Έτσι, ο Μεταξάς, παρά την ιδεολογική του συγγένεια με τα φασιστικά καθεστώτα της Ιταλίας και της Γερμανίας, αναγνώριζε πως η Ελλάδα, ως κατεξοχήν παραθαλάσσιο κράτος, δεν είχε ουσιαστικά άλλη επιλογή παρά να διατηρεί στενή πολιτική σχέση με την Αγγλία.

Η σχέση αυτή είχε επισφραγιστεί με την αγγλογαλλική εγγύηση της 13ης Απριλίου 1939 για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, μετά την ιταλική κατάληψη της Αλβανίας. Η εγγύηση, πάντως, δεν αποτελούσε πλήρη στρατιωτική συμμαχία ούτε εξασφάλιζε συγκεκριμένη στρατιωτική συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης. Σημαντική υπήρξε επίσης η συμφωνία των Άγγλων με τον Έλληνα επιχειρηματία Μποδοσάκη για την αγορά πολεμικού υλικού.

Οι ιταλικές προκλήσεις και η γερμανική αντίθεση στην επέκταση του πολέμου στα Βαλκάνια.

Η θέση της Ελλάδας έγινε πολύ δύσκολη όταν η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Αγγλία και στη Γαλλία στις 10 Ιουνίου 1940. Οι Ιταλοί είχαν ήδη καταλάβει την Αλβανία από τον Απρίλιο του 1939 και, χρησιμοποιώντας την ως ορμητήριο, ξεκίνησαν μια σειρά ασήμαντων μεθοριακών επεισοδίων, σκοπίμως σκηνοθετημένων, όπως το επεισόδιο Νταούτ Χότζα, που δυναμίτιζαν το κλίμα ανάμεσα στις δύο χώρες.

Τα επεισόδια αυτά, σε συνδυασμό με τη συνεχή ενίσχυση των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, ανησύχησαν τους Γερμανούς, που στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία δεν επιθυμούσαν καμία πολεμική εμπλοκή στα Βαλκάνια. Η «φιλελληνική» αυτή πολιτική του Χίτλερ δεν υπαγορευόταν από τον αδιαμφισβήτητο θαυμασμό του προς την Αρχαία Ελλάδα ή τη γενικότερη συμπάθεια των Γερμανών προς τη φυλετική καταγωγή των Ελλήνων, αλλά από την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση που επικρατούσε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Advertisement

Αρχικώς ο Χίτλερ πίεσε τον Μουσολίνι να δηλώσει επίσημα ότι δεν είχε επεκτατικές βλέψεις στα Βαλκάνια. Στις 7 Ιουλίου 1940, στο Βερολίνο, ο ίδιος ο Χίτλερ τόνισε στον Τσιάνο πως κάθε επέκταση του πολέμου στα Βαλκάνια θα έβλαπτε τα συμφέροντα του Άξονα, καθώς επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας θα έβαζε σε κίνδυνο τις πολύτιμες ρουμανικές πετρελαιοπηγές στο Πλοέστι.

Είναι επίσης σίγουρο πως οι Γερμανοί ιθύνοντες δεν έτρεφαν αυταπάτες για τους προσανατολισμούς της Ελλάδας, την οποία κατέτασσαν στις «εχθρικά διακείμενες χώρες». Έτσι, σε έναν μεταπολεμικό γερμανικό σχεδιασμό της νέας τάξης πραγμάτων, η Μεσόγειος θεωρούνταν ως περιοχή αποκλειστικής ιταλικής επιρροής. Εκείνη τη στιγμή, πάντως, οι Γερμανοί επεδίωκαν την αποφυγή εμπλοκής στα Βαλκάνια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απέκλειαν μια μελλοντική στρατιωτική επιχείρηση στην περιοχή, εφόσον το επέβαλλαν τα συμφέροντά τους.

Έτσι, όταν στις 9 Αυγούστου οι Ιταλοί ξεκίνησαν να σχεδιάζουν την επίθεση κατά της Ελλάδας και ζήτησαν τη βοήθεια Γερμανών στρατιωτικών, ο Χίτλερ απαγόρευσε τη συνεργασία των δύο επιτελείων. Μετά τον προκλητικό και άνανδρο τορπιλισμό της «Έλλης», ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Ρίμπεντροπ επανέλαβε σε διάβημά του προς τον Ιταλό πρέσβη Αλφιέρι, στις 19 Αυγούστου, πως έπρεπε να διατηρηθεί η ειρήνη στα Βαλκάνια πάση θυσία, κάτι που επανέλαβε και ο υφυπουργός του Βέρμαν στις 24 Αυγούστου στον Ιταλό επιτετραμμένο στο Βερολίνο Τζαμπόνι.

Advertisement

Σεπτέμβριος–Οκτώβριος 1940: Οι αγωνιώδεις ελληνικές διπλωματικές προσπάθειες προς τη Γερμανία για την αποφυγή του πολέμου.

Στους δύο μήνες που ακολούθησαν (Σεπτέμβριος–Οκτώβριος), οι Ιταλοί προσπαθούσαν εμμέσως να αποσπάσουν μια γερμανική συγκατάθεση για ελεύθερη δράση στα Βαλκάνια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, οι Γερμανοί λάμβαναν συνεχώς ενδείξεις για την επικείμενη ιταλική επίθεση, αλλά εκτός από χλιαρές φραστικές παραστάσεις δεν αναλάμβαναν κάποια αποφασιστική πρωτοβουλία για να παρεμποδίσουν τις εξελίξεις.

Η πυρετώδης ελληνική διπλωματική προσπάθεια στους δύο αυτούς μήνες εκδηλώθηκε με τις συνεχείς παραστάσεις του Έλληνα πρέσβη στη Γερμανία Ραγκαβή, αλλά και με την ειδική αποστολή του διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών Κύρου στη Γερμανία. Και οι δύο Έλληνες αξιωματούχοι μετέφεραν τις θέσεις του Μεταξά και της ελληνικής κυβέρνησης στους Γερμανούς για την απόλυτη ελληνική ουδετερότητα που είχε τηρηθεί ως τότε και για τις συνεχείς ιταλικές ενοχλήσεις και προκλήσεις, που έδειχναν ξεκάθαρα τις ιταλικές διαθέσεις.

Advertisement

Οι Γερμανοί ιθύνοντες (Ρίμπεντροπ, Βέρμαν) σιωπούσαν, είτε αποφεύγοντας να απαντήσουν είτε υπογραμμίζοντας ότι η ελληνική ουδετερότητα ήταν επιφανειακή και η Ελλάδα βρισκόταν ουσιαστικά στο πλευρό της Αγγλίας.

Η 28η Οκτωβρίου και η οργισμένη αντίδραση του Χίτλερ.

Το νέο της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας έφτασε στον Χίτλερ όταν βρισκόταν κοντά στην Μπολόνια, καθ’ οδόν προς τη Φλωρεντία. Η ιταλική πρωτοβουλία εξαγρίωσε τον Χίτλερ, ο οποίος, αφού είπε πως οι καιρικές συνθήκες θα αποτελούσαν μεγάλο εμπόδιο για την ιταλική επίθεση, καταφέρθηκε κατά των Γερμανών αξιωματούχων στην Ιταλία, κατηγορώντας τους ότι «ενώ ήξεραν τα καλύτερα εστιατόρια της Ρώμης, ήταν οι χειρότεροι κατάσκοποι». Μετά κατηγόρησε τους Ιταλούς για διπροσωπία, φωνάζοντας «κάθε δεύτερος Ιταλός είναι είτε προδότης είτε χαφιές».

Advertisement

Η αμαξοστοιχία του Χίτλερ έφτασε στις 10 το πρωί στη σημαιοστολισμένη Φλωρεντία. Ο Μουσολίνι υποδέχθηκε τον Χίτλερ θριαμβολογώντας για την «επιτυχία» του. Ο Χίτλερ συγκρατήθηκε και τον συνεχάρη, αλλά στο ταξίδι της επιστροφής, μιλώντας προς τους επιτελείς του, χαρακτήρισε την ιταλική εισβολή ως «επικίνδυνο εγχείρημα που θα κατέληγε σε σίγουρη πανωλεθρία».

Advertisement

Η επιστολή του Χίτλερ προς τον Μουσολίνι και η πραγματική γερμανική πολιτική.

Την πραγματική γερμανική στάση απέναντι στην ιταλική επίθεση φωτίζει ένα σημαντικό διπλωματικό έγγραφο που παρουσιάστηκε μεταπολεμικά στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Πρόκειται για επιστολή του Χίτλερ προς τον Μουσολίνι, η οποία συντάχθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1940 και καταχωρίστηκε ως έγγραφο 2762-PS.

Στην επιστολή αυτή ο Χίτλερ αποκάλυπτε πως, όταν ζήτησε να συναντήσει τον Μουσολίνι στη Φλωρεντία, σκόπευε να του ζητήσει να αναβάλει την επίθεση κατά της Ελλάδας για μια ευνοϊκότερη εποχή του έτους και, πάντως, μέχρι τη διεξαγωγή των αμερικανικών προεδρικών εκλογών. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο Χίτλερ επιθυμούσε να προηγηθεί κάθε επίθεσης κατά της Ελλάδας μια αιφνιδιαστική κατάληψη της Κρήτης, για την οποία μάλιστα σχεδίαζε να προτείνει τη χρησιμοποίηση μιας γερμανικής μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και μιας ακόμη αερομεταφερόμενης μεραρχίας. Στην ίδια επιστολή υπογράμμιζε ότι έπρεπε να εξασφαλιστεί η στάση της Γιουγκοσλαβίας, καθώς καμία επιτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση στα Βαλκάνια δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς αυτή την προϋπόθεση. Εκτιμούσε, επίσης, ότι η διεξαγωγή πολέμου στα Βαλκάνια δεν ήταν δυνατή πριν από τον Μάρτιο του 1941.

Advertisement

Το έγγραφο αυτό αποδεικνύει ότι ο Χίτλερ δεν αντιτασσόταν κατ’ αρχήν σε μια επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Αντιτασσόταν κυρίως στον χρόνο, στον τρόπο και στις συνθήκες υπό τις οποίες ο Μουσολίνι επέλεξε να την πραγματοποιήσει.

Έτσι εξηγείται και η φαινομενική αντίφαση της γερμανικής πολιτικής. Ενώ η γερμανική ηγεσία γνώριζε τις επιθετικές προθέσεις της Ιταλίας και επιθυμούσε τη διατήρηση της ειρήνης στα Βαλκάνια, απέφυγε να έρθει σε ευθεία ρήξη με τον Ιταλό σύμμαχό της για να αποτρέψει την επίθεση. Η διατήρηση της συνοχής του Άξονα είχε τη δική της βαρύτητα στους γερμανικούς υπολογισμούς.

Τελικώς, η απρογραμμάτιστη ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας δημιούργησε νέα στρατηγικά δεδομένα, υποχρεώνοντας τη Γερμανία να επανεξετάσει την πολιτική της στη Βαλκανική. Η αρχική επιδίωξη αποφυγής μιας πολεμικής εμπλοκής θα εγκαταλειπόταν πολύ σύντομα, καθώς η εξέλιξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και η πιθανότητα βρετανικής στρατιωτικής εγκατάστασης στην Ελλάδα οδήγησαν τον Χίτλερ στην προετοιμασία της δικής του επέμβασης.

Πηγές και βιβλιογραφία

Πρωτογενείς πηγές

Ελληνική βιβλιογραφία

  • Βελλιάδης, Αννίβας, Μεταξάς – Χίτλερ: Ελληνογερμανικές σχέσεις στη μεταξική δικτατορία, 1936–1941, Ενάλιος, Αθήνα 2003.
  • Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ., Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ’40, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994.