Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η 28η Οκτωβρίου του 1940 δεν εξαντλείται στην επετειακή ανάκληση του ηρωισμού. Αναδεικνύει ένα διαχρονικό ζήτημα πολιτικής και στρατηγικής⸱ πώς υπερασπίζεται ένα μικρό κράτος την κυριαρχία του όταν μια ισχυρότερη δύναμη επιχειρεί να καθορίσει τις επιλογές του;
Η ελληνική στάση δεν ανέτρεψε τους συσχετισμούς ισχύος. Κατέδειξε όμως ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν παράγει αυτομάτως πολιτική νομιμοποίηση και ότι η άρνηση υποταγής συνιστά, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, συνειδητή στρατηγική επιλογή. Το ενδιαφέρον της επετείου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη συνάντηση πολιτικής κρίσης, στρατιωτικής προετοιμασίας και συλλογικής αντοχής, πέρα από κάθε απλουστευτική αντιπαράθεση ανάμεσα στον ηρωισμό και στον ρεαλισμό.
Το ιταλικό τελεσίγραφο, που επιδόθηκε τις πρώτες ώρες της 28ης Οκτωβρίου, απαιτούσε τη δυνατότητα κατάληψης απροσδιόριστων στρατηγικών θέσεων στην ελληνική επικράτεια. Πίσω από την επίκληση της ασφάλειας διακρινόταν η επιδίωξη της φασιστικής Ιταλίας να εντάξει την Ελλάδα στους αναθεωρητικούς σχεδιασμούς της στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Δεν επρόκειτο, επομένως, για ένα περιορισμένο αίτημα στρατιωτικών διευκολύνσεων, αλλά για ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής αρμοδιότητας να ελέγχει το έδαφός της και να χαράσσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Η αποδοχή μιας τέτοιας αξίωσης θα περιόριζε την κρατική αυτονομία, ακόμη και χωρίς την άμεση κατάλυση των υφιστάμενων πολιτικών θεσμών.
Η απόρριψη του τελεσιγράφου από τον Ιωάννη Μεταξά αποκτά το πραγματικό της νόημα μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Δεν προϋπέθετε βεβαιότητα νίκης ούτε άγνοια της ιταλικής υπεροχής. Στηριζόταν στην εκτίμηση ότι η αποδοχή των απαιτήσεων θα ισοδυναμούσε ήδη με ουσιαστική απώλεια κυριαρχίας. Άλλο είναι η αναγνώριση ενός δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων και άλλο η αποδοχή του ως νόμιμης βάσης πολιτικής επιβολής.
Η ιστορική αυτή διαπίστωση δεν δικαιολογεί τον εξωραϊσμό της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Η κρατική απόφαση ελήφθη από έναν αυταρχικό ηγέτη, η αντίσταση όμως απέκτησε εθνικό χαρακτήρα χάρη στη συμμετοχή στρατιωτών, αξιωματικών και πολιτών. Η διάκριση είναι ουσιώδης, αποδίδοντας την ευθύνη της απόφασης στην πολιτική ηγεσία, χωρίς να περιορίζει τη συλλογική προσπάθεια στα όρια ενός καθεστώτος. Έτσι, η ιστορική μνήμη αποφεύγει τόσο την προσωπολατρία όσο και την αποσιώπηση της κοινωνικής διάστασης του πολέμου.
Ανάλογη ακρίβεια απαιτείται και στην ερμηνεία των επιχειρήσεων. Η ελληνική επιτυχία στην Ήπειρο και στην Πίνδο δεν υπήρξε αποκλειστικά αποτέλεσμα του υψηλού φρονήματος. Η προπαρασκευή, η διοίκηση, η γνώση του εδάφους, η συνοχή των μονάδων και η υποστήριξη του ανεφοδιασμού μετέτρεψαν την αποφασιστικότητα σε επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Η αντεπίθεση στο αλβανικό έδαφος αποκάλυψε, παράλληλα, τις αδυναμίες του ιταλικού σχεδιασμού και τα όρια της αριθμητικής υπεροχής. Η στρατιωτική ιστορία αποκτά μεγαλύτερη ερμηνευτική αξία όταν εξετάζει τους μηχανισμούς της επιτυχίας, αντί να αρκείται στην περιγραφή της.
Από την εμπειρία αυτή προκύπτει ένα ευρύτερο στρατηγικό συμπέρασμα. Η άμυνα ενός μικρότερου κράτους δεν απαιτεί πλήρη ισοδυναμία μέσων με τον αντίπαλο. Απαιτεί την ικανότητα να δυσχεραίνει την επίτευξη των επιθετικών στόχων, αυξάνοντας το κόστος, τον χρόνο και την αβεβαιότητα της αναμέτρησης. Η πολιτική βούληση αποκτά ουσιαστική βαρύτητα όταν συνοδεύεται από στρατιωτική ετοιμότητα, ανθεκτικούς θεσμούς, κοινωνική συνοχή και διπλωματικά ερείσματα. Η εθνική ασφάλεια, άλλωστε, διαμορφώνεται πάντοτε μέσα σε συγκεκριμένο διεθνές περιβάλλον, όπου οι συμμαχίες και οι περιφερειακές ισορροπίες επηρεάζουν τις διαθέσιμες επιλογές.
Σε αυτή τη συνάρτηση εντάσσεται η διαχρονική σημασία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Στρατός Ξηράς, το Πολεμικό Ναυτικό και η Πολεμική Αεροπορία συγκροτούν συμπληρωματικούς πυλώνες της εθνικής άμυνας, με κοινή αποστολή την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχικής αυτονομίας. Η αξία τους δεν αποτιμάται μόνο σε οπλικά συστήματα, αλλά και στην εκπαίδευση, στη διακλαδική συνεργασία, στη διοικητική επάρκεια και στην ποιότητα του προσωπικού. Υπό δημοκρατικό έλεγχο, η αξιόπιστη στρατιωτική ισχύς στηρίζει τη διπλωματία, ενισχύει την αποτροπή και διασφαλίζει ουσιαστικό περιθώριο ανεξάρτητων πολιτικών αποφάσεων. Δεν αποτελεί αυτοσκοπό· υπηρετεί την ειρήνη, καθιστώντας τον εξαναγκασμό λιγότερο ελκυστικό.
Η γερμανική εισβολή του Απριλίου 1941 και η Κατοχή υπενθυμίζουν, εντούτοις, τα όρια της αρχικής ελληνικής επιτυχίας. Η νίκη έναντι της ιταλικής επίθεσης δεν εξασφάλισε την οριστική στρατηγική επικράτηση. Ωστόσο, η συνέχιση του αγώνα από τις ελληνικές δυνάμεις στο εξωτερικό και η Εθνική Αντίσταση απέδειξαν ότι η κατοχή της επικράτειας δεν εξαλείφει τη διεκδίκηση της ανεξαρτησίας.
Ογδόντα έξι χρόνια μετά, το ιστορικό δίδαγμα δεν βρίσκεται σε εύκολες αναλογίες με το παρόν. Βρίσκεται στην ανάγκη σύνδεσης του διεθνούς δικαίου με την αξιόπιστη αποτροπή και τη συνεκτική εξωτερική πολιτική. Το ελληνικό «Όχι» υπενθυμίζει ότι ο ρεαλισμός δεν ταυτίζεται με την υποχώρηση απέναντι στην ισχύ. Η κυριαρχία δεν επιβεβαιώνεται μόνο στις τελετές μνήμης, αλλά στην καθημερινή ευθύνη για θεσμική συνέχεια, στρατηγική προνοητικότητα και εθνική προετοιμασία.
Πρώτη δημοσίευση imerazante