Γράφει ο Γιώργος Ατσαλάκης Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης
Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων
*
Η σύγκριση της σημερινής Κίνας με την Ιαπωνία των αρχών της δεκαετίας του 1990 είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Και οι δύο οικονομίες γνώρισαν εξαιρετικά γρήγορη εκβιομηχάνιση, υψηλές αποταμιεύσεις, εντυπωσιακή άνοδο των εξαγωγών και μεγάλη συσσώρευση επενδύσεων σε ακίνητα και υποδομές. Στη συνέχεια, η υποχώρηση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, η διόγκωση του χρέους, η γήρανση του πληθυσμού και η αδύναμη κατανάλωση δημιούργησαν συνθήκες παρατεταμένης επιβράδυνσης.
Ωστόσο, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά. Η Ιαπωνία εισήλθε στη μακρά περίοδο στασιμότητας έχοντας ήδη γίνει πλούσια, τεχνολογικά προηγμένη και στενά ενσωματωμένη στο δυτικό σύστημα ασφαλείας. Η Κίνα αντιμετωπίζει αντίστοιχες πιέσεις ενώ παραμένει χώρα ανώτερου μεσαίου εισοδήματος, προσπαθεί ακόμη να καλύψει κρίσιμα τεχνολογικά κενά και θεωρείται ολοένα περισσότερο ο σημαντικότερος στρατηγικός ανταγωνιστής των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ένα οικονομικό θαύμα με μεγάλο λογαριασμό: Η οικονομική άνοδος της Κίνας υπήρξε πραγματική και ιστορικά εντυπωσιακή. Από το 1978, η χώρα οικοδόμησε λιμάνια, αυτοκινητοδρόμους, σιδηροδρομικά δίκτυα, εργοστάσια, ενεργειακές υποδομές και ολόκληρες πόλεις σε πρωτοφανή κλίμακα. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η μέση ετήσια ανάπτυξη ξεπέρασε το 9% για μεγάλο χρονικό διάστημα και σχεδόν 800 εκατομμύρια άνθρωποι εξήλθαν από την ακραία φτώχεια.
Η επιτυχία δεν βασίστηκε μόνο στο φθηνό εργατικό δυναμικό. Η Κίνα δημιούργησε ολοκληρωμένα βιομηχανικά οικοσυστήματα, στα οποία συνυπάρχουν προμηθευτές, λιμάνια, μηχανήματα, χημικά, ηλεκτρονικά εξαρτήματα και δίκτυα εφοδιαστικής. Αυτό της επέτρεψε να μετατραπεί στο βιομηχανικό κέντρο του κόσμου και να αποκτήσει κυρίαρχες θέσεις στις μπαταρίες, στα φωτοβολταϊκά, στα ηλεκτρικά οχήματα, στη ναυπηγική και σε πολλά ενδιάμεσα βιομηχανικά προϊόντα.
Το μοντέλο, όμως, στηρίχθηκε υπερβολικά στις επενδύσεις, στα ακίνητα, στις υποδομές και στις εξαγωγές. Η κατανάλωση των νοικοκυριών παρέμεινε χαμηλή σε σχέση με το συνολικό μέγεθος της οικονομίας. Οι οικογένειες αποταμίευαν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους, επειδή η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, η στέγαση και η συνταξιοδότηση παρέμεναν δαπανηρές ή αβέβαιες.
Όταν οι πολίτες δεν εμπιστεύονται πλήρως το κοινωνικό δίχτυ προστασίας, δημιουργούν το δικό τους. Στην Κίνα αυτό το δίχτυ κατασκευάστηκε σε μεγάλο βαθμό από αποταμιεύσεις και ακίνητα.
Η παγίδα των ακινήτων: Η κατοικία έγινε πολύ περισσότερα από ένας τόπος διαμονής. Αποτέλεσε αποταμιευτικό μέσο, συνταξιοδοτικό σχέδιο, σύμβολο κοινωνικής θέσης και προϋπόθεση για τη δημιουργία οικογένειας. Οι περιορισμένες εναλλακτικές επενδυτικές επιλογές και οι κεφαλαιακοί έλεγχοι ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο αυτή την τάση.
Οι κατασκευαστικές εταιρείες πωλούσαν διαμερίσματα προτού τα ολοκληρώσουν. Τα νοικοκυριά κατέβαλλαν προκαταβολές και εξυπηρετούσαν στεγαστικά δάνεια για κατοικίες που βρίσκονταν ακόμη υπό κατασκευή. Οι κατασκευαστές χρησιμοποιούσαν τα χρήματα για να ολοκληρώσουν παλαιότερα έργα, να αγοράσουν νέα γη και να αρχίσουν νέες κατασκευές.
Οι τοπικές κυβερνήσεις, από την πλευρά τους, πωλούσαν δικαιώματα χρήσης γης και χρησιμοποιούσαν τα έσοδα για τη χρηματοδότηση υποδομών και δημόσιων υπηρεσιών. Παράλληλα, δανείζονταν μέσω ειδικών χρηματοδοτικών οχημάτων για να κατασκευάζουν δρόμους, γέφυρες, μετρό και βιομηχανικά πάρκα.
Το σύστημα λειτουργούσε όσο οι τιμές των ακινήτων, οι πωλήσεις γης και τα εισοδήματα αυξάνονταν. Όταν το Πεκίνο περιόρισε τον υπερβολικό δανεισμό των κατασκευαστών, αποκαλύφθηκε η εξάρτηση ολόκληρου του μηχανισμού από τη συνεχή εισροή νέων κεφαλαίων. Η Evergrande αποτέλεσε το γνωστότερο παράδειγμα, αλλά το πρόβλημα ήταν πολύ ευρύτερο από μία εταιρική χρεοκοπία.
Η κυβέρνηση μπορεί να αναδιαρθρώσει έναν κατασκευαστή, να κατευθύνει τις κρατικές τράπεζες και να χρηματοδοτήσει την ολοκλήρωση ημιτελών κατοικιών. Δεν μπορεί, όμως, να υποχρεώσει τα νοικοκυριά να πιστέψουν ότι οι τιμές των διαμερισμάτων θα αυξάνονται για πάντα.
Η ομοιότητα με την Ιαπωνία: Μετά την κατάρρευση της χρηματιστηριακής και κτηματομεσιτικής φούσκας στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Ιαπωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με υπερχρεωμένες επιχειρήσεις, προβληματικές τράπεζες, πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα και αποπληθωριστικές πιέσεις. Η διαδικασία εξυγίανσης των ισολογισμών διήρκεσε χρόνια, ενώ επιχειρήσεις και νοικοκυριά προτίμησαν να αποπληρώνουν χρέος αντί να επενδύουν ή να καταναλώνουν. Το ΔΝΤ περιγράφει αυτή την περίοδο ως παρατεταμένη στασιμότητα, επιβαρυμένη από το χρέος και την πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα.
Η Κίνα εμφανίζει ορισμένα παρόμοια χαρακτηριστικά. Η πτώση των ακινήτων αποδυναμώνει τον πλούτο και την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών. Οι τοπικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν υψηλές υποχρεώσεις. Η χαμηλή ζήτηση πιέζει τις τιμές και τα επιχειρηματικά κέρδη. Τα χρέη παραμένουν σταθερά σε ονομαστικούς όρους, ενώ τα έσοδα που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή τους αυξάνονται ασθενέστερα.
Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ότι η κινεζική ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 4,4% το 2026, επισημαίνοντας την υποτονική κατανάλωση, την αδύναμη αγορά εργασίας και τη συνεχιζόμενη προσαρμογή των ακινήτων. Για μια ώριμη ευρωπαϊκή ή ιαπωνική οικονομία, αυτό θα θεωρούνταν υψηλός ρυθμός. Για την Κίνα, όμως, σηματοδοτεί μεγάλη επιβράδυνση σε σύγκριση με το παρελθόν και πιθανόν υπερεκτιμά την ευημερία που αισθάνεται το μέσο νοικοκυριό.
Γιατί η Κίνα δεν είναι Ιαπωνία: Η Ιαπωνία εισήλθε στη στασιμότητα αφού είχε ήδη κατακτήσει υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, ώριμο κοινωνικό κράτος και ηγετική θέση σε κρίσιμους τεχνολογικούς κλάδους το ΑΕΠ της έφθασε στο 75% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Ήταν επίσης σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών και είχε ασφαλή πρόσβαση στις δυτικές αγορές, στα κεφάλαια και στις τεχνολογίες.
Η Κίνα παραμένει αισθητά φτωχότερη ανά κάτοικο και, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, εξακολουθεί να κατατάσσεται στις οικονομίες ανώτερου μεσαίου εισοδήματος. Έχει φθάσει στο 60% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι η επιβράδυνση εμφανίζεται πριν ολοκληρωθεί η σύγκλιση με τις ανεπτυγμένες χώρες.
Παράλληλα, η Κίνα αντιμετωπίζει περιορισμούς στην πρόσβαση σε προηγμένους ημιαγωγούς, εξοπλισμό παραγωγής μικροκυκλωμάτων και άλλες στρατηγικές τεχνολογίες. Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει την Κίνα απλώς ως εμπορικό ανταγωνιστή, αλλά ως δύναμη ικανή να αμφισβητήσει την αμερικανική τεχνολογική και γεωπολιτική υπεροχή.
Επομένως, ενώ η Ιαπωνία μπορούσε να διαχειριστεί την απομόχλευση μέσα σε ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον, η Κίνα πρέπει να αναδιαρθρώσει την οικονομία της υπό συνθήκες στρατηγικής πίεσης, τεχνολογικών περιορισμών και αυξανόμενου προστατευτισμού.
Βιομηχανική δύναμη και γεωπολιτική αντίδραση: Απέναντι στην αδυναμία των ακινήτων και της κατανάλωσης, το Πεκίνο ενίσχυσε τον τομέα που γνωρίζει καλύτερα: τη μεταποίηση. Η Κίνα επενδύει επιθετικά στα ηλεκτρικά οχήματα, στις μπαταρίες, στα φωτοβολταϊκά, στη ρομποτική, στη ναυπηγική, στα βιομηχανικά μηχανήματα και στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η στρατηγική αυτή δημιουργεί πραγματική τεχνολογική και παραγωγική ισχύ. Δημιουργεί, όμως, και μια οικονομία δύο ταχυτήτων: τα εργοστάσια επεκτείνονται, ενώ τα νοικοκυριά παραμένουν επιφυλακτικά· οι εξαγωγές αυξάνονται, ενώ τα ακίνητα υποχωρούν.
Όταν η εγχώρια αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει την παραγωγή, η διέξοδος είναι οι εξαγωγές. Έτσι, όμως, η εσωτερική ανισορροπία μετατρέπεται σε διεθνή σύγκρουση. Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η κρατική χρηματοδότηση και η πλεονάζουσα κινεζική παραγωγή απειλούν τις δικές τους βιομηχανίες. Απαντούν με δασμούς, επιδοτήσεις, ελέγχους εξαγωγών και απαιτήσεις τοπικής παραγωγής.
Η Κίνα προσπαθεί να αντισταθμίσει την κρίση εμπιστοσύνης στο εσωτερικό εξάγοντας περισσότερο έχοντας φθάσει το εμπορικό της πλεόνασμα στο $1,2 τρις. Ο υπόλοιπος κόσμος, όμως, είναι ολοένα λιγότερο πρόθυμος να απορροφήσει το κόστος αυτής της προσαρμογής. Επί πλέον οι αθέμιτες πρακτικές που η Κίνα χρησιμοποιεί στο διεθνές εμπόριο (επιδοτήσεις κρατικών εξαγωγικών επιχειρήσεων, τεχνητή υποτίμηση του νομίσματος) επιδεινώνουν την αντίδραση των ελλειμματικών χωρών ως προς το εμπορικό ισοζύγιο.
Η δημογραφική πίεση: Η δημογραφία καθιστά τη μετάβαση δυσκολότερη. Το 2025 ο πληθυσμός της Κίνας μειώθηκε κατά 3,39 εκατομμύρια ανθρώπους, καθώς καταγράφηκαν 7,92 εκατομμύρια γεννήσεις και 11,31 εκατομμύρια θάνατοι. Το 23% του πληθυσμού ήταν ήδη άνω των 60 ετών.
Ένας μικρότερος και γηραιότερος πληθυσμός σημαίνει λιγότερους εργαζομένους, νέους καταναλωτές, οικογένειες και αγοραστές κατοικιών. Σημαίνει επίσης μεγαλύτερη πίεση στις συντάξεις, στην υγειονομική περίθαλψη και στους εργαζομένους που στηρίζουν ηλικιωμένους συγγενείς. Η Κίνα κινδυνεύει, επομένως, να γεράσει πριν προλάβει να γίνει πλήρως πλούσια.
Το πραγματικό στοίχημα: Η Κίνα δεν βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης. Διαθέτει υψηλές αποταμιεύσεις, ισχυρές υποδομές, εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, τεράστια βιομηχανική βάση και κράτος ικανό να αναδιαρθρώνει χρέη και να αποτρέπει χρηματοπιστωτικούς πανικούς.
Ο κρατικός έλεγχος, όμως, μπορεί να μεταθέτει ή να κατανέμει τις ζημιές· δεν μπορεί να μετατρέπει κάθε επένδυση σε παραγωγική ούτε να δημιουργεί αυτομάτως εμπιστοσύνη στα νοικοκυριά.
Η βασική πρόκληση δεν είναι απλώς να αναζωογονηθεί η αγορά ακινήτων. Είναι να αντικατασταθεί ο οικονομικός της ρόλος. Η Κίνα χρειάζεται νέα πηγή πλούτου για τις οικογένειες, σταθερότερα έσοδα για τις τοπικές κυβερνήσεις, ισχυρότερο κοινωνικό δίχτυ προστασίας και ανάπτυξη που θα στηρίζεται περισσότερο στην κατανάλωση. Ο πλούτος συσσωρεύεται από τις κρατικές επιχείρησες δηλαδή ελέγχονται από το κόμμα καταβάλλοντάς μικρούς μισθούς για εργασία 60 ωρών εβδομαδιαίως. Έτσι οι καταναλωτές με πενιχρούς μισθούς δεν έχουν καταναλωτική δύναμη.
Η Ιαπωνία εισήλθε στη στασιμότητα αφού είχε γίνει πλούσια. Η Κίνα προσπαθεί να αποφύγει τη στασιμότητα ενώ εξακολουθεί να γίνεται πλούσια και ενώ βρίσκεται στο επίκεντρο ενός παγκόσμιου στρατηγικού ανταγωνισμού. Αυτό καθιστά τη μετάβασή της όχι μόνο δυσκολότερη, αλλά και πολύ πιο επικίνδυνη για την παγκόσμια οικονομία και κυρίως λόγω των αθέμιτων πρακτικών που χρησιμοποιεί στο διεθνές εμπόριο.