Γράφει ο Γιώργος Ατσαλάκης, Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης
Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων
*
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κυριάρχησε η αντίληψη ότι η οικονομία και η εθνική ασφάλεια αποτελούσαν δύο διαφορετικούς κόσμους. Η οικονομική πολιτική είχε ως στόχο την αύξηση της ανάπτυξης, τη μείωση του κόστους παραγωγής και τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας μέσω της παγκοσμιοποίησης. Η στρατηγική ασφάλειας, αντίθετα, θεωρούνταν αποκλειστική υπόθεση των ενόπλων δυνάμεων, της διπλωματίας και των συμμαχιών.
Σήμερα αυτή η διάκριση καταρρέει. Οι μεγάλες δυνάμεις αντιλαμβάνονται πλέον ότι η οικονομία δεν αποτελεί απλώς μέσο παραγωγής πλούτου, αλλά βασικό εργαλείο εθνικής ισχύος. Η βιομηχανική παραγωγή, η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, οι ημιαγωγοί, οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι κρίσιμες τεχνολογίες μετατρέπονται σταδιακά σε στοιχεία της αμυντικής στρατηγικής ενός κράτους. Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα οδηγεί στη γέννηση μιας νέας εποχής της γεωοικονομίας.
Από την παγκοσμιοποίηση στην οικονομική ασφάλεια: Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε από την αισιοδοξία της παγκοσμιοποίησης. Οι επιχειρήσεις μετέφεραν την παραγωγή τους εκεί όπου το εργατικό κόστος ήταν χαμηλότερο, ενώ οι κυβερνήσεις θεωρούσαν ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα περιόριζε τις συγκρούσεις μεταξύ των κρατών.
Η λογική ήταν απλή: αν δύο οικονομίες εξαρτώνται η μία από την άλλη, δεν έχουν συμφέρον να συγκρουστούν. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη. Η πανδημία COVID-19 αποκάλυψε πόσο εύθραυστες ήταν οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές μικροτσίπ προς την Κίνα, αλλά και οι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, απέδειξαν ότι το εμπόριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης. Έτσι, η οικονομία έπαψε να αντιμετωπίζεται ως ένας ουδέτερος χώρος συναλλαγών και μετατράπηκε σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Οι ημιαγωγοί το νέο πετρέλαιο της παγκόσμιας οικονομίας: Ελάχιστα προϊόντα συμβολίζουν καλύτερα αυτή τη μεταβολή από τους ημιαγωγούς. Οι μικροεπεξεργαστές δεν αποτελούν πλέον απλώς εξαρτήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Βρίσκονται στα αεροσκάφη, στους πυραύλους, στα αυτοκίνητα, στα εργοστάσια, στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, στις τηλεπικοινωνίες, στα χρηματοπιστωτικά συστήματα και στα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.
Μια χώρα που δεν μπορεί να εξασφαλίσει πρόσβαση σε προηγμένους ημιαγωγούς χάνει σταδιακά την τεχνολογική και στρατιωτική της υπεροχή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων μικροτσίπ προς την Κίνα, ενώ ταυτόχρονα χρηματοδοτούν την επαναφορά της παραγωγής ημιαγωγών στο αμερικανικό έδαφος μέσω του CHIPS Act. Η παραγωγή μικροτσίπ έχει μετατραπεί από βιομηχανική δραστηριότητα σε στρατηγικό ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η ενεργειακή αυτάρκεια ως στρατηγικό πλεονέκτημα: Το ίδιο ισχύει και για την ενέργεια. Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών απέδειξε ότι οι χώρες που εξαρτώνται υπερβολικά από εισαγόμενες πηγές ενέργειας είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε γεωπολιτικές κρίσεις. Η Ευρώπη αναγκάστηκε να αναθεωρήσει ριζικά την ενεργειακή της πολιτική μετά τη μείωση των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου.Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, αξιοποίησαν την αυξημένη παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου για να περιορίσουν την εξάρτησή τους από το εξωτερικό και να ενισχύσουν τη γεωπολιτική τους θέση.
Στον 21ο αιώνα, η ενεργειακή ασφάλεια δεν αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα καυσίμων. Αφορά την ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί τη βιομηχανία, τις μεταφορές, τις ένοπλες δυνάμεις και τα δίκτυα ηλεκτροδότησης σε λειτουργία ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης κρίσης.
Οι σπάνιες γαίες και οι κρίσιμες πρώτες ύλες: Η ίδια λογική επεκτείνεται και στις κρίσιμες πρώτες ύλες. Οι σπάνιες γαίες, το λίθιο, το κοβάλτιο, το νικέλιο και άλλα στρατηγικά μέταλλα αποτελούν τη βάση της ενεργειακής μετάβασης, της ηλεκτροκίνησης, των προηγμένων οπλικών συστημάτων και της ψηφιακής οικονομίας. Η Κίνα κυριαρχεί σήμερα σε μεγάλο μέρος της επεξεργασίας αυτών των υλικών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διαφοροποιήσουν τις πηγές προμήθειας, αναπτύσσοντας νέα ορυχεία, επενδύοντας στην ανακύκλωση και δημιουργώντας στρατηγικά αποθέματα. Η εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή δεν θεωρείται πλέον οικονομικός κίνδυνος αλλά στρατηγική αδυναμία.
Ναυπηγεία, χάλυβας και βαριά βιομηχανία: Για πολλά χρόνια, η βαριά βιομηχανία θεωρήθηκε ξεπερασμένη. Η μεταφορά της παραγωγής χάλυβα, ναυπηγείων και μηχανημάτων σε χώρες χαμηλού κόστους θεωρήθηκε φυσική εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης. Σήμερα η αντίληψη αυτή αλλάζει. Ένας πόλεμος μεγάλης διάρκειας απαιτεί πλοία, πυρομαχικά, οχήματα, ανταλλακτικά και δυνατότητα συνεχούς παραγωγής. Η βιομηχανική βάση καθορίζει πλέον την ανθεκτικότητα μιας χώρας περισσότερο από οποιοδήποτε θεωρητικό στρατηγικό σχέδιο. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύουν πλέον στην ανασυγκρότηση της αμυντικής τους βιομηχανίας.
Οι αλυσίδες εφοδιασμού ως πεδίο ανταγωνισμού: Οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα της νέας γεωοικονομίας. Για δεκαετίες στόχος ήταν η ελαχιστοποίηση του κόστους. Σήμερα προτεραιότητα είναι η ανθεκτικότητα. Οι επιχειρήσεις αναζητούν πλέον όχι μόνο τον φθηνότερο προμηθευτή αλλά και τον ασφαλέστερο. Η διαφοροποίηση των προμηθευτών, η μεταφορά παραγωγής σε φιλικές χώρες (friend-shoring), η επαναφορά βιομηχανικών δραστηριοτήτων (reshoring) και η γεωγραφική εγγύτητα (nearshoring) αποτελούν πλέον βασικές στρατηγικές επιλογές. Η αποτελεσματικότητα δεν αρκεί πλέον. Απαιτείται και ασφάλεια.
Η οικονομία ως μέσο αποτροπής: Στον Ψυχρό Πόλεμο η αποτροπή στηριζόταν κυρίως στα πυρηνικά όπλα. Στον 21ο αιώνα η αποτροπή αποκτά και οικονομική διάσταση. Μια χώρα με ισχυρή βιομηχανική βάση, ενεργειακή αυτάρκεια, προηγμένη τεχνολογία και ασφαλείς αλυσίδες εφοδιασμού είναι πολύ δυσκολότερο να εκβιαστεί. Αντίθετα, μια χώρα που εξαρτάται από εισαγόμενα μικροτσίπ, ενέργεια ή κρίσιμες πρώτες ύλες γίνεται ευάλωτη ακόμη και χωρίς στρατιωτική επίθεση. Η οικονομική ανθεκτικότητα μετατρέπεται έτσι σε βασικό στοιχείο της εθνικής αποτροπής.
Η νέα εποχή της γεωοικονομίας: Η σύγχρονη γεωπολιτική δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από τον αριθμό των στρατιωτών ή των πολεμικών πλοίων. Καθορίζεται από το ποιος παράγει τα μικροτσίπ, ποιος ελέγχει τις σπάνιες γαίες, ποιος διαθέτει ενέργεια, ποιος κατασκευάζει πλοία και ποιος μπορεί να διατηρήσει τη βιομηχανία του σε λειτουργία όταν διακόπτονται οι διεθνείς ροές. Οι πόλεμοι του μέλλοντος δεν θα κρίνονται μόνο στα πεδία των μαχών. Θα κρίνονται στα εργοστάσια, στα κέντρα δεδομένων, στα λιμάνια, στα ναυπηγεία, στα ορυχεία και στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Συμπέρασμα: Ο 21ος αιώνας σηματοδοτεί την επιστροφή της οικονομίας στον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής. Η διάκριση μεταξύ οικονομικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας σταδιακά εξαφανίζεται. Η βιομηχανική παραγωγή, η τεχνολογική καινοτομία, η ενεργειακή αυτάρκεια, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και οι ασφαλείς αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν πλέον στοιχεία της συνολικής εθνικής ισχύος.
Οι μεγάλες δυνάμεις δεν ανταγωνίζονται μόνο για αγορές και επενδύσεις. Ανταγωνίζονται για την ικανότητα να παράγουν, να καινοτομούν και να αντέχουν σε περιόδους κρίσης. Η οικονομία μετατρέπεται στο σημαντικότερο στρατηγικό όπλο ενός κράτους, διότι χωρίς παραγωγική βάση, ενεργειακή ασφάλεια και τεχνολογική αυτονομία, ακόμη και ο ισχυρότερος στρατός γίνεται ευάλωτος.
Η νέα γεωοικονομία υπενθυμίζει μια διαχρονική αλήθεια της ιστορίας: η στρατιωτική ισχύς στηρίζεται πάντοτε στην οικονομική ισχύ. Οι χώρες που θα κυριαρχήσουν στον 21ο αιώνα δεν θα είναι απλώς εκείνες που διαθέτουν τους ισχυρότερους στρατούς, αλλά εκείνες που μπορούν να παράγουν τα κρίσιμα αγαθά, να προστατεύουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες και να μετατρέπουν την οικονομία τους σε εργαλείο εθνικής ισχύος και στρατηγικής ανθεκτικότητας.