Η στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν το 2026 υπερέβη τα όρια ακόμη ενός επεισοδίου στη μακρά αντιπαράθεση των δύο κρατών. Η αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, με την αμερικανική ονομασία Operation Epic Fury και το ισραηλινό σκέλος Operation Roaring Lion, στόχευσε πυρηνικές εγκαταστάσεις, στρατιωτικές υποδομές, βαλλιστικές δυνατότητες και κρίσιμους κόμβους του ιρανικού καθεστώτος. Η κλίμακα των επιχειρήσεων, η άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, οι επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια και η ενεργοποίηση πολλαπλών θεάτρων από τον Λίβανο έως τον Κόλπο κατέδειξαν ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε νέα στρατηγική φάση, όπου η παραδοσιακή λογική διαχείρισης της αστάθειας μέσω ισορροπιών ισχύος υποχωρεί μπροστά σε μια περισσότερο επιθετική και παρεμβατική λογική ανασχεδιασμού του περιφερειακού συστήματος.
Για να γίνει κατανοητή αυτή η μετατόπιση, χρειάζεται επιστροφή στις σταθερές της ισραηλινής στρατηγικής κουλτούρας. Η ασφάλεια του Ισραήλ στηρίχθηκε επί δεκαετίες στην έγκαιρη προειδοποίηση, την τεχνολογική υπεροχή, τη γρήγορη μεταφορά του πολέμου στο έδαφος του αντιπάλου και την αποτροπή μέσω αποφασιστικής ισχύος. Μετά το 1967 και ακόμη περισσότερο μετά τον πόλεμο του 1973, το Τελ Αβίβ κατανόησε ότι η επιβίωσή του δεν μπορούσε να βασίζεται αποκλειστικά στην παθητική άμυνα, αλλά στην ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλίας πριν η απειλή αποκτήσει στρατηγικό βάθος. Αυτή η λογική αποκρυσταλλώθηκε στις 7 Ιουνίου 1981, όταν ο Μέναχεμ Μπέγκιν διέταξε την επίθεση στον ιρακινό πυρηνικό αντιδραστήρα Osirak, θεμελιώνοντας αυτό που έγινε γνωστό ως Δόγμα Μπέγκιν, δηλαδή την αρχή ότι το Ισραήλ δεν θα επιτρέψει σε εχθρικό κράτος να αποκτήσει όπλα μαζικής καταστροφής που θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον του. Ο ίδιος ο Μπέγκιν είχε δηλώσει ότι η επιχείρηση δεν αποτελούσε εφάπαξ στρατιωτική κίνηση αλλά στρατηγικό προηγούμενο που θα καθοδηγούσε κάθε μελλοντική ισραηλινή κυβέρνηση.
Η ιστορική συνέχεια αυτής της στρατηγικής είναι κρίσιμη για να κατανοηθεί η σημερινή ισραηλινή στάση απέναντι στο Ιράν. Το Osirak το 1981, η καταστροφή του συριακού αντιδραστήρα στο Deir ez-Zor το 2007 και οι επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών πυρηνικών και στρατιωτικών υποδομών το 2026 συγκροτούν μια ενιαία αντίληψη προληπτικής αντιδιάδοσης. Το Ισραήλ διατήρησε όλα αυτά τα χρόνια την πεποίθηση ότι η πυρηνική δυνατότητα ενός εχθρικού καθεστώτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συνηθισμένη διπλωματική εκκρεμότητα, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από βαλλιστικά προγράμματα, δίκτυα πληρεξούσιων οργανώσεων και ρητορική που αμφισβητεί ευθέως την ίδια την ύπαρξη του ισραηλινού κράτους.
Η 7η Οκτωβρίου 2023 επέφερε βαθύ πλήγμα σε αυτή την αντίληψη ασφαλείας, καθώς αποκάλυψε ότι ακόμη και ένα κράτος με εξαιρετικά ανεπτυγμένες υπηρεσίες πληροφοριών μπορεί να αιφνιδιαστεί όταν ο αντίπαλος συνδυάζει επιχειρησιακή υπομονή, προσαρμοστικότητα και πολιτική βούληση. Το σοκ δεν οδήγησε σε εγκατάλειψη της προληπτικής λογικής αλλά σε ριζικότερη εφαρμογή της. Η νέα ισραηλινή συναίνεση κινείται γύρω από την ιδέα ότι καμία εχθρική υποδομή, είτε πρόκειται για πυραυλικές βάσεις, κέντρα διοίκησης, υπόγεια δίκτυα ή παραστρατιωτικές δομές, δεν πρέπει να αποκτά χρόνο και βάθος ανασυγκρότησης κοντά στα ισραηλινά σύνορα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πόλεμος με το Ιράν λειτούργησε ως επιχείρηση στρατιωτικής πίεσης αλλά και ως προσπάθεια ανατροπής μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής που η Τεχεράνη οικοδομούσε επί δεκαετίες. Η ιρανική στρατηγική forward defense βασίστηκε στην προβολή αποτροπής μέσω μη κρατικών δρώντων, δημιουργώντας ένα σύστημα που επέτρεπε στο Ιράν να περικυκλώνει το Ισραήλ με πολλαπλά μέτωπα και να επεκτείνει την πολιτική του εμβέλεια στην περιοχή, το οποίο από την οπτική της Τεχεράνης εξυπηρετούσε αμυντικό σκοπό απέναντι σε μια πυκνή παρουσία αμερικανικών βάσεων στον Κόλπο και σε μια στρατιωτικά ανώτερη ισραηλινή δύναμη. Αντιμέτωπο με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, το Ιράν επέλεξε να μετατρέψει την κρίση σε πολυμετωπικό πόλεμο φθοράς, με ιρανικές επιθέσεις και εχθρικές ενέργειες να επεκτείνονται σε πολλαπλά κράτη και στόχους της περιοχής, επιδιώκοντας να αυξήσει το κόστος για τον αντίπαλο και να δημιουργήσει μια νέα στρατηγική εξίσωση στην οποία το κατώφλι για μελλοντικές επιθέσεις εναντίον του θα έχει ανέβει σημαντικά. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή λειτούργησε ως στρατηγικό μπούμερανγκ, καθώς τα δίκτυα που η Τεχεράνη οικοδόμησε για να κρατήσει τον πόλεμο μακριά από τα σύνορά της έγιναν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο πόλεμος έφτασε στο ιρανικό έδαφος.
Η ενεργειακή διάσταση της σύγκρουσης κατέστησε σαφές ότι το Ιράν δεν αποτελεί απλώς στρατιωτικό αντίπαλο του Ισραήλ αλλά κρίσιμο κόμβο μιας ευρύτερης κρίσης που αγγίζει την παγκόσμια οικονομία. Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχεται κανονικά από τα Στενά του Ορμούζ, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι διελεύσεις μειώθηκαν περίπου στο πέντε τοις εκατό των προπολεμικών επιπέδων, προκαλώντας οξεία διαταραχή στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Για πολλές αραβικές μοναρχίες, η αποδυνάμωση της ιρανικής δυνατότητας κλιμάκωσης ανταποκρίνεται σε βαθιά συμφέροντα ασφαλείας, ακόμη και όταν η δημόσια ρητορική τους απέναντι στο Ισραήλ παραμένει επιφυλακτική λόγω του παλαιστινιακού ζητήματος και της πίεσης της αραβικής κοινής γνώμης.
Ακριβώς γι’ αυτό οι Συμφωνίες του Αβραάμ αποκτούν πλέον διαφορετική στρατηγική σημασία. Στην αρχική τους μορφή λειτούργησαν κυρίως ως πλαίσιο οικονομικής, διπλωματικής και τεχνολογικής κανονικοποίησης. Μετά τον πόλεμο με το Ιράν όμως, μπορούν να εξελιχθούν σε άτυπη αρχιτεκτονική ασφαλείας, όπου το Ισραήλ παρέχει τεχνογνωσία, πληροφορίες, αντιπυραυλική προστασία και επιχειρησιακή εμπειρία απέναντι σε κοινές απειλές. Μέσα από αυτή τη σκοπιά, το Ισραήλ εμφανίζεται ς δύναμη που προσφέρει στις μετριοπαθείς αραβικές πρωτεύουσες ένα πρακτικό μοντέλο αποτροπής απέναντι στην ιρανική πίεση.
Τι κάνει η Ρωσία μέσα σε αυτό το πλαίσιο; Η Μόσχα διατήρησε επί χρόνια την ικανότητα να συνομιλεί ταυτόχρονα με το Ισραήλ, το Ιράν, τη Συρία, την Τουρκία και τις μοναρχίες του Κόλπου, προβάλλοντας τον εαυτό της ως ευέλικτο εξισορροπητή. Η σύγκρουση του 2026 δυσκολεύει σημαντικά αυτόν τον ρόλο. Σύμφωνα με δυτικές αναφορές, η Ρωσία παρείχε στην Τεχεράνη πληροφοριακή υποστήριξη και δεδομένα επιτήρησης σχετικά με αμερικανικές κινήσεις στην περιοχή, αξιοποιώντας δορυφορικά περιουσιακά στοιχεία για να παρακολουθεί τις κινήσεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, ενώ ταυτόχρονα επεδίωξε να διατηρήσει ανοιχτούς τους διπλωματικούς διαύλους με τα κράτη του Κόλπου. Τοποθετώντας τον εαυτό της ως υπέρμαχο της αποκλιμάκωσης, η Μόσχα επωφελήθηκε από τις ανατεταμένες ενεργειακές αγορές και την εκτροπή της δυτικής προσοχής από την Ουκρανία, μετατρέποντας έτσι έναν πόλεμο που δεν ξεκίνησε η ίδια σε περιορισμένη στρατηγική ευκαιρία. Παρ’ όλα αυτά, η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής διαμορφώνεται κυρίως από την αμερικανοϊσραηλινή πρωτοβουλία, γεγονός που μετατοπίζει, προς το παρόν, τον ρωσικό ρόλο χωρίς να αναιρεί τη δυνατότητα της Μόσχας να λειτουργεί ως ευέλικτος εξισορροπητής στη Μέση Ανατολή.
Η Τουρκία από την άλλη επέλεξε να μην εμπλακεί στρατιωτικά, με τον Ερντογάν να δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν επιθυμεί να παρασυρθεί στον πόλεμο, επιδιώκοντας αντίθετα να παίξει ρόλο στη λήξη του. Για το Ισραήλ, το στρατηγικό δίλημμα δεν αφορά μόνο το αν το Ιράν αποδυναμώνεται, αλλά τι θα αντικαταστήσει την ιρανική επιρροή στην περιοχή, καθώς μια μειωμένη αλλά προβλέψιμη Τεχεράνη μπορεί να θέσει διαφορετικού τύπου προκλήσεις από μια πιο αυτόνομη και στρατηγικά διεκδικητική Άγκυρα. Η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ με τη δεύτερη μεγαλύτερη συμβατική στρατιωτική δύναμη της συμμαχίας, διαθέτει τα εργαλεία να προβάλει επιρροή σε έναν μεταιρανικό χώρο ισχύος, και αυτό αποτελεί παράμετρο που καμία σοβαρή στρατηγική ανάλυση δεν μπορεί να αγνοήσει.
Το παλαιστινιακό ζήτημα παραμένει η πιο σύνθετη μεταβλητή μέσα σε αυτή τη νέα εξίσωση. Η ισραηλινή στρατηγική μπορεί να εμφανίζεται ενισχυμένη στρατιωτικά μετά τη Γάζα, τον Λίβανο και το Ιράν, όμως η μακροπρόθεσμη σταθερότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την εξουδετέρωση απειλών. Η Γάζα μετατρέπεται σε πρόβλημα μεταπολεμικής διακυβέρνησης, ανθρωπιστικής αποκατάστασης και πολιτικού ελέγχου. Ένας πόλεμος που σχεδιάστηκε εν μέρει για να αποδυναμώσει το Ιράν και τα περιφερειακά του δίκτυα μπορεί να ενισχύσει τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που τα συντηρούν, όχι μέσω συντονισμένης διαχείρισης από την Τεχεράνη, αλλά μέσω της πιο οργανικής ώθησης μιας πολιορκημένης κοινοτικής ταυτότητας που αναζητά νομιμοποίηση. Αν το παλαιστινιακό αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως τεχνικό ζήτημα ασφαλείας, θα συνεχίσει να προσφέρει νομιμοποιητικό αφήγημα σε οργανώσεις που επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις συμφωνίες κανονικοποίησης και να πιέζουν τις αραβικές κυβερνήσεις. Η απουσία πολιτικού ορίζοντα για τη Γάζα μπορεί να εξελιχθεί στον βασικό παράγοντα που θα υπονομεύσει εκ των έσω την αρχιτεκτονική ασφαλείας που το Ισραήλ επιχειρεί να οικοδομήσει εξωτερικά.
Το τεχνολογικό πλεονέκτημα του Ισραήλ αποτελεί τον πυρήνα αυτής της νέας περιφερειακής φιλοδοξίας. Η αντιαεροπορική άμυνα πολλαπλών επιπέδων, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στην επεξεργασία πληροφοριών, η δυνατότητα ταχείας στοχοποίησης και η εμπειρία σε κυβερνοεπιχειρήσεις καθιστούν το Ισραήλ ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια πολέμου του 21ου αιώνα. Η στρατιωτική του ισχύς επεκτείνεται στην ικανότητα σύνδεσης πληροφοριών, τεχνολογίας, πολιτικής απόφασης και επιχειρησιακής ταχύτητας. Αυτό εξηγεί γιατί οι δυτικές δυνάμεις, ακόμη και όταν ασκούν κριτική σε επιμέρους ισραηλινές επιλογές, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το Ισραήλ ως κρίσιμο κόμβο ασφαλείας. Το Λονδίνο επέτρεψε στις ΗΠΑ να αξιοποιήσουν βρετανικές βάσεις, συμπεριλαμβανομένης της Diego Garcia, παρά τις πολιτικές και νομικές επιφυλάξεις που συνόδευσαν την απόφαση, ενώ η Γαλλία, παρά τις νομικές της επιφυλάξεις για τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με το διεθνές δίκαιο, απέφυγε οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση της αμερικανοϊσραηλινής επιχειρησιακής συνεργασίας.
Η Κίνα παρακολουθεί αυτή τη διαδικασία αλλά ανησυχεί για διαφορετικό λόγο. Για το Πεκίνο, η κρίση στον Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ υπενθυμίζει την ευαλωτότητα μιας οικονομίας που εξαρτάται από θαλάσσιες ενεργειακές ροές τις οποίες δεν ελέγχει στρατιωτικά. Η Μέση Ανατολή μετατρέπεται έτσι σε πεδίο όπου η αμερικανική ισχύς, η ισραηλινή επιχειρησιακή ικανότητα, η ιρανική ανθεκτικότητα, οι ρωσικοί υπολογισμοί, οι κινεζικές ανησυχίες και η τουρκική φιλοδοξία συμπλέκονται σε ένα ενιαίο γεωπολιτικό σύστημα. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στην περιοχή δεν περιορίζονται πλέον στη Γάζα, στην Τεχεράνη ή στη Βηρυτό, αλλά επηρεάζουν την Ουκρανία, τον Ινδο-Ειρηνικό, τις ενεργειακές αγορές και την παγκόσμια εικόνα της αμερικανικής ισχύος.
Η βασική ισραηλινή εκτίμηση είναι ότι η επιστροφή στην παλαιά λογική περιορισμένης διαχείρισης κρίσεων δεν επαρκεί πλέον. Το Ισραήλ προκρίνει ένα μοντέλο συνεχούς επιχειρησιακής πίεσης, προληπτικής αποδιάρθρωσης απειλών και ενεργητικής διαμόρφωσης του περιβάλλοντος ασφαλείας, στηριζόμενο στην πεποίθηση ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μακρά περίοδο ρευστότητας, όπου η δύναμη που θα καθορίσει τους κανόνες ασφαλείας της επόμενης ημέρας θα αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα για δεκαετίες. Η πραγματική δοκιμασία αυτής της στρατηγικής δεν θα κριθεί από την έκβαση μιας μεμονωμένης στρατιωτικής εκστρατείας, αλλά από το αν το Ισραήλ θα καταφέρει να μετατρέψει τη στρατιωτική του υπεροχή σε διαρκή πολιτική επιρροή σε μια περιοχή που έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα μονοπωλιακού ελέγχου της. Αυτό αποτελεί το βαθύτερο διακύβευμα της νέας ισραηλινής στρατηγικής φιλοδοξίας.
Η λογική αυτή δεν είναι καινούργια. Τη διατύπωσε με δραματική σαφήνεια ο ίδιος ο Μέναχεμ Μπέγκιν δύο ημέρες μετά τον βομβαρδισμό του Osirak, το 1981: «Αν καθόμασταν με σταυρωμένα χέρια, δύο, τρία, το πολύ τέσσερα χρόνια, και ο Σαντάμ Χουσέιν είχε παράξει τρεις, τέσσερις, πέντε βόμβες, τότε αυτή η χώρα και αυτός ο λαός θα είχαν χαθεί, μετά το Ολοκαύτωμα. Ένα ακόμη Ολοκαύτωμα θα είχε συμβεί στην ιστορία του εβραϊκού λαού. Ποτέ ξανά. Θα υπερασπιστούμε τον λαό μας με όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας.» Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, η φράση αυτή λειτουργεί ως επιχειρησιακός οδηγός μιας ολόκληρης στρατηγικής κουλτούρας.