Το 1949, ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Λόρδος Ίσμαϊ συνόψισε το σκοπό δημιουργίας του ΝΑΤΟ αναφέροντας ότι «[επιδίωξή μας είναι] να κρατήσουμε τους Αμερικανούς μέσα, τους Ρώσους έξω και τους Γερμανούς κάτω». Έκτοτε άλλαξαν αρκετά κυρίως όσον αφορά αφενός τον προσδιορισμό των απειλών, με την Κίνα να ανάγεται από την Ουάσιγκτον ως ο βασικός ανταγωνιστής, και αφετέρου καθαυτή τη διαδικασία προσδιορισμού, καθώς έχει μεταλλαχθεί το τακτικό πλαίσιο της ανόδου τους.
Η αυξημένη αλληλεξάρτηση θα καθιστούσε επικίνδυνα κοστοβόρα μια ευθεία ρήξη με το Πεκίνο. Προς τούτο, οι Η.Π.Α. επιδιώκουν να δημιουργήσουν συνθήκες διεύρυνσης της ανθεκτικότητας του δυτικού συστήματος ασφαλείας, προκειμένου να περιορίσει τις «εξωγενείς εξαρτήσεις» και έτσι, να μπορεί να ασκηθεί γεωστρατηγική πίεση προς την Κίνα με όσο δυνατόν μικρότερες ζημιές πρωτίστως για τους Αμερικανούς και δευτερευόντως για τους συμμάχους τους.
Οι εν λόγω προπαρασκευαστικές κινήσεις των Αμερικανών μπορούν και εξελίσσονται χωρίς την άμεση ή δυναμική αντίδραση του Πεκίνου, το οποίο διακηρύσσει την πολιτική της «ήπιας ανόδου» βασιζόμενο σε μια φιλειρηνική προσέγγιση του πλανήτη. Ανεξαρτήτως τι ισχύει, η Κίνα – τουλάχιστον προς ώρας – δεν μπορεί να απεμπολήσει την εν λόγω πολιτική, καθότι όσο εξακολουθεί να είναι δεύτερη, στηρίζεται σε μια στρατηγική αποφυγής θερμών εντάσεων. Άλλωστε, υπό συνθήκες άνισης ανάπτυξης, η παντοιοτρόπως σύγκρουση επιδιώκεται από τον έχοντα τη στρατηγική πρωτοκαθεδρία και σπανίως από τον ανερχόμενο – τουλάχιστον απρόκλητα.
Συνεπώς, οι Η.Π.Α. επιχειρούν να θωρακίσουν το δυτικό σύστημα ασφαλείας και γνωρίζοντας ότι ένα τέτοιο εγχείρημα κινδυνεύει να οδηγήσει σε αυτοκτονική υπερεπέκταση, καλούν τους Ευρωπαίους να συμβάλουν αποφασιστικά. Δεν είναι μόνο το αίτημα του 5% επί του Α.Ε.Π. των κρατών-μελών για σκοπούς άμυνας και αύξησης ανθεκτικότητας, αλλά και η συνολική μεταλλαγή φιλοσοφίας στο πώς το ΝΑΤΟ οφείλει να προσεγγίζει τις διεθνείς σχέσεις, καθώς η Προεδρία Τραμπ επιδιώκει τη δημιουργία συνθηκών δυνητικής περιχαράκωσης και αλλαγής των όρων αλληλεξάρτησης.
Όπως γίνεται αντιληπτό, μια τέτοια προοπτική δυσαρεστεί πολλά εκ των ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία έχουν συνηθίσει στην πλαδαρότητα της θέσης των απλών «καταναλωτών ασφαλείας». Επί δεκαετίες, οι Η.Π.Α. επένδυαν σχεδόν μονομερώς για τη λειτουργία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και τώρα αποζητούν διάχυση των βαρών, προκειμένου να υλοποιήσουν ένα γεωγραφικά εκτεταμένο σχέδιο ανάσχεσης από την Αυστραλασία έως τη Μεσόγειο και τη Βόρειο Θάλασσα και από την Αρκτική Ζώνη έως την Κεντρική Αμερική.
Τώρα, που έρχεται ο «λογαριασμός» στους Ευρωπαίους, το ΝΑΤΟ επιστρέφει στο… κώμα, για το οποίο μιλούσε ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν το Νοέμβριο του 2019 περιγράφοντάς το ως «εγκεφαλικά νεκρό». Η ομοιότητα μεταξύ 2019 και 2026 έγκειται στην παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία, καθώς εκείνος πρεσβεύει την ως άνω πολιτική της σκλήρυνσης των γραμμών του ΝΑΤΟ με στόχο: «Πρώτα η Κίνα» (προκειμένου να μπορέσει να υλοποιηθεί το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική»). Άλλωστε, η ευημερία στις Η.Π.Α. εξαρτάται άμεσα από τη δυνατότητά της να δημιουργεί όρους αδιαφιλονίκητης προεξοχής του δολαρίου και των αμερικανικών οικονομικών συμφερόντων.
Κατά συνέπεια, η «επιστροφή στο κώμα» αφορά μια ενδιάμεση κατάσταση, από την οποία θα περιέλθει το ΝΑΤΟ έως την οριστική μεταλλαγή του δυτικού συστήματος συλλογικής ασφάλειας σε κάτι «πιο σφικτό» και πιο ανταγωνιστικό υπό το πρίσμα της τρέχουσας (και όχι πλέον «αναδυόμενης») σινικής πρόκλησης για το ίδιο.