Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Σε κανέναν από τους μεγάλους αραβοϊσραηλινούς πολέμους το Ιράν δεν βρέθηκε ποτέ στο αραβικό στρατόπεδο. Επί Σάχη στεκόταν σταθερά στην πλευρά της Δύσης και, σιωπηρά αλλά ουσιαστικά, στο πλευρό του ίδιου του Ισραήλ, προμηθεύοντάς το με πετρέλαιο και συνεργαζόμενο μαζί του ακόμη και σε επίπεδο μυστικών υπηρεσιών. Χρειάστηκε η Επανάσταση του 1979 για να αντιστραφεί πλήρως αυτή η εικόνα και να μετατραπεί η Τεχεράνη, από προνομιακό εταίρο στον πιο αδιάλλακτο αντίπαλο του εβραϊκού κράτους. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, ένας πόλεμος που σχεδιάστηκε για να συντρίψει το θεοκρατικό καθεστώς και να επιφέρει την πτώση του κατέληξε να το βγάλει ισχυρότερο από ποτέ.

Advertisement
Advertisement

Μισός αιώνας πολέμων

Η αραβοϊσραηλινή αντιπαράθεση ξεκινά με τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, ο οποίος πυροδοτήθηκε από την απόρριψη – εκ μέρους του αραβικού κόσμου – του σχεδίου διχοτόμησης, που είχε εισηγηθεί ο ΟΗΕ το 1947 και προέβλεπε τη συγκρότηση εβραϊκού κράτους στην περιοχή της Παλαιστίνης. Απέναντι στις πρόσφατα συσταθείσες ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις παρατάχθηκε ένας συνασπισμός πέντε αραβικών κρατών, της Αιγύπτου, της Συρίας, της Ιορδανίας, του Ιράκ και του Λιβάνου, ενισχυμένος από παραστρατιωτικούς σχηματισμούς. Παρά την αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων το Ισραήλ κατάφερε να επιβληθεί, εκμεταλλευόμενο σε μεγάλο βαθμό την ασυνεννοησία και την απουσία ενιαίας διοίκησης στο αραβικό στρατόπεδο. Η ανακωχή του Ιανουαρίου 1949 σφράγισε την ισραηλινή επικράτηση και τον έλεγχο του κεντρικού παλαιστινιακού χώρου, αφήνοντας ωστόσο τη Λωρίδα της Γάζας στην Αίγυπτο και τη Δυτική Όχθη μαζί με την Ιερουσαλήμ υπό ιορδανική διαχείριση.

Η επόμενη μεγάλη κρίση εκδηλώθηκε το 1956, όταν η άνοδος του Νάσερ και η εδραίωση ενός ιδιότυπου εθνικισμού, που συνδύαζε σοσιαλιστικό ριζοσπαστισμό και παναραβικό όραμα, οδήγησαν στην εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ και στον αποκλεισμό της ισραηλινής ναυσιπλοΐας. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε μια – περιορισμένης έκτασης – σύγκρουση, στην οποία το Ισραήλ συμπαρατάχθηκε με τη Βρετανία και τη Γαλλία απέναντι στην Αίγυπτο. Η αποφασιστικότερη ίσως στρατιωτική στιγμή ήρθε το 1967 με τον Πόλεμο των Έξι Ημερών. Μπροστά στη συγκρότηση αραβικής συμμαχίας και τη συγκέντρωση αιγυπτιακών δυνάμεων στο Σινά, το Ισραήλ προχώρησε σε προληπτικό πλήγμα, που εξουδετέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της αιγυπτιακής αεροπορίας και του εξασφάλισε την κυριαρχία στον αέρα. Η ραγδαία αυτή επιτυχία μεταφράστηκε σε εδαφικά κέρδη πρωτοφανούς κλίμακας  καθώς το Σινά, η Γάζα, τα Υψίπεδα του Γκολάν και η Δυτική Όχθη πέρασαν υπό ισραηλινό έλεγχο.

Η ισορροπία αμφισβητήθηκε εκ νέου το 1973, όταν η Αίγυπτος και η Συρία εξαπέλυσαν συντονισμένη επίθεση ανήμερα του Γιομ Κιπούρ, επιδιώκοντας τον αιφνιδιασμό. Παρά το αρχικό πλεονέκτημα των επιτιθέμενων, το Ισραήλ ανέκαμψε και ανακατέλαβε εδάφη, τα οποία αρχικά είχε χάσει. Έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η αραβοϊσραηλινή σύγκρουση εκτυλισσόταν κατά κύριο λόγο ως μια σειρά συμβατικών διακρατικών αναμετρήσεων, με σαφώς οριοθετημένα στρατόπεδα και τακτικούς στρατούς.

Ένα εύλογο ερώτημα που αναδύεται από την παραπάνω αναδρομή είναι πού ακριβώς τοποθετούνταν το Ιράν μέσα σε αυτή τη μακρά αλληλουχία αναμετρήσεων. Η απάντηση είναι, εκ πρώτης όψεως, παράδοξη. Σε κανέναν από τους μεγάλους αραβοϊσραηλινούς πολέμους το Ιράν δεν βρέθηκε στο αραβικό στρατόπεδο. Αντιθέτως, στεκόταν σταθερά στην πλευρά της Δύσης και  εμμέσως  του ίδιου του Ισραήλ. Η ρίζα αυτής της τοποθέτησης ανάγεται τόσο στην ταυτότητα της χώρας όσο και στη φύση του καθεστώτος που την κυβερνούσε. Το Ιράν δεν αποτελεί αραβικό κράτος, είναι περσικό και κατά πλειοψηφία σιιτικό, και για τον λόγο αυτό παρέμενε εξ ορισμού εκτός του ρεύματος του παναραβικού εθνικισμού, που τροφοδοτούσε τη σύγκρουση με το Ισραήλ.

Καθοριστικότερος ωστόσο υπήρξε ο χαρακτήρας της εξουσίας του Σάχη. Μετά το πραξικόπημα του 1953, που οργανώθηκε με τη συνδρομή των αμερικανικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών και ανέτρεψε τον πρωθυπουργό Μοσαντέκ, ο Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί εδραιώθηκε στην εξουσία ως προνομιακός συνομιλητής της Ουάσιγκτον. Έκτοτε το Ιράν λειτούργησε ως ένας από τους βασικούς πυλώνες της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή, ο «χωροφύλακας του Κόλπου» σύμφωνα με την ορολογία της εποχής, ιδίως μετά την αποχώρηση των Βρετανών από τα ανατολικά του Σουέζ. Υπό αυτή την έννοια, ο Σάχης δεν ήταν απλώς ένας φιλοδυτικός μονάρχης, αλλά ο κατ’ εξοχήν τοποτηρητής των αμερικανικών συμφερόντων στον Περσικό Κόλπο.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν ανέπτυξε με το Ισραήλ μια ουσιαστική σχέση, χωρίς ποτέ να επισημοποιηθεί πλήρως. Είχε αναγνωρίσει de facto το εβραϊκό κράτος, ήδη από το 1950 του προμήθευε πετρέλαιο, γεγονός που απέκτησε ιδιαίτερη σημασία, όταν το κλείσιμο της Διώρυγας του Σουέζ περιόρισε τις εναλλακτικές οδούς ανεφοδιασμού. Ταυτόχρονα, συνεργαζόταν μαζί του σε επίπεδο υπηρεσιών πληροφοριών, με τη μυστική αστυνομία SAVAK να εκπαιδεύεται εν μέρει με τη βοήθεια της Μοσάντ. Ακόμη και κατά τον πόλεμο του 1973 το Ιράν αρνήθηκε να συμμετάσχει στο αραβικό πετρελαϊκό εμπάργκο, εξακολουθώντας να εφοδιάζει τόσο τη Δύση όσο και το ίδιο το Ισραήλ. Η εικόνα αυτή του προεπαναστατικού Ιράν, ως σιωπηρού εταίρου του δυτικοϊσραηλινού στρατοπέδου, καθιστά ακόμη πιο ριζική την πλήρη αντιστροφή που θα επιφέρει η Επανάσταση του 1979.

Advertisement

Η επανάσταση του 1979 και η ανάδυση ενός νέου αφηγήματος

Η Επανάσταση του 1979 δεν υπήρξε εξαρχής μια ξεκάθαρα ισλαμική επανάσταση. Στα πρώτα της στάδια συνιστούσε μάλλον ένα ετερόκλητο συνασπισμό δυνάμεων, τις οποίες ένωνε λιγότερο ένα κοινό όραμα και περισσότερο η κοινή αποστροφή προς τον Σάχη. Στο επαναστατικό μέτωπο συνυπήρχαν αριστερές και μαρξιστικές οργανώσεις, κοσμικοί φιλελεύθεροι, Πέρσες εθνικιστές αλλά και το θρησκευτικό σιιτικό στοιχείο. Πρόκειται,  με άλλα λόγια, για μια ευκαιριακή συμμαχία, της οποίας οι συνιστώσες είχαν εν πολλοίς ασύμβατες επιδιώξεις για την επόμενη μέρα.

Ακριβώς γι’ αυτό, το ιδεολογικό πρόσημο της επανάστασης παρέμεινε για ένα διάστημα ανοιχτό και ρευστό. Δεν ήταν εκ των προτέρων δεδομένο ότι το αποτέλεσμα θα ήταν η θεοκρατία. Για ένα κρίσιμο μεταβατικό διάστημα, το ποια από τις τάσεις του επαναστατικού συνασπισμού θα επικρατούσε αποτελούσε ανοιχτό ερώτημα. Μόνο σταδιακά, καθώς το θεοκρατικό στοιχείο κατόρθωσε να περιθωριοποιήσει και τελικά να εκτοπίσει τους υπόλοιπους εταίρους, αποσαφηνίστηκε ο χαρακτήρας του νέου καθεστώτος.  Η εδραίωση της ισλαμικής δημοκρατίας, υπό την ηγεσία του κλήρου, δεν ήταν δηλαδή η αφετηρία της επανάστασης, αλλά η κατάληξη μιας εσωτερικής διαπάλης, που κρίθηκε εκ των υστέρων.

Με τη θεοκρατική επικράτηση αναδείχθηκε για πρώτη φορά πόσο ριζικά απομακρυνόταν το νέο Ιράν από το πρότυπο του αραβικού εθνικισμού, όπως αυτός είχε εκφραστεί κατεξοχήν μέσα από τα μπααθικά καθεστώτα της Συρίας και του Ιράκ αλλά και της Αιγύπτου. Το επαναστατικό Ιράν δεν επιχειρούσε απλώς να διεκδικήσει μια θέση εντός του υφιστάμενου περιφερειακού ανταγωνισμού. Πρότεινε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο νοηματοδότησής του, μετατοπίζοντας τον άξονα από το έθνος στη θρησκευτική ταυτότητα. Η μετατόπιση αυτή συνέπεσε χρονικά με μια ευρύτερη αποδυνάμωση των παραδοσιακών πυλώνων του αραβικού στρατοπέδου.

Advertisement

Τα κράτη που είχαν αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της σύγκρουσης με το Ισραήλ, προεξάρχουσας της Αιγύπτου και της Συρίας, στηρίζονταν σε σημαντικό βαθμό στη σοβιετική στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη. Καθώς η σοβιετική παρουσία στη Μέση Ανατολή άρχισε σταδιακά να υποχωρεί  και, καθώς η Αίγυπτος είχε ήδη αποσυρθεί από το μέτωπο – μέσω της προσέγγισής της με τη Δύση -,  ο παραδοσιακός αραβικός άξονας έχανε συνοχή και ισχύ. Το αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση ενός κενού ηγεμονίας στον αντιισραηλινό χώρο.

Αυτό ακριβώς το κενό έσπευσε να καλύψει το Ιράν. Δεν μπορούσε όμως να το πράξει υπό τον μανδύα του αραβικού εθνικισμού. Η διεκδίκηση ηγετικού ρόλου απαιτούσε συνεπώς τη συγκρότηση ενός νέου, εναλλακτικού αφηγήματος, ικανού να υπερβεί τα εθνικά σύνορα και να λειτουργήσει ως αντίπαλο δέος τόσο προς το Ισραήλ όσο και προς την ίδια τη δυτική παρουσία στην περιοχή. Το αφήγημα αυτό συγκροτήθηκε γύρω από έναν πυρήνα πολεμικής-μιλιταριστικής λογικής. Η Ισλαμική Δημοκρατία παρουσίαζε τον εαυτό της ως περικυκλωμένη από εχθρούς, με την ίδια της την επιβίωση να τίθεται διαρκώς σε αβεβαιότητα. Μέσα σε αυτό το σχήμα, το Ισραήλ δεν αντιμετωπιζόταν ως ένας ακόμη περιφερειακός αντίπαλος, αλλά ως η ίδια η ενσάρκωση της απειλής, ένα κράτος του οποίου η ύπαρξη και μόνο θεωρούνταν ασύμβατη με την αποστολή του θεοκρατικού πλέον Ιράν.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η ποιοτική ρήξη με ό,τι είχε προηγηθεί. Δεν είναι βεβαίως, ότι ο αραβικός εθνικισμός δεν είχε διατυπώσει ποτέ εξοντωτικές βλέψεις απέναντι στο Ισραήλ. Τέτοιες ρητορικές ακούστηκαν κατά καιρούς, ιδίως στην προ του 1967 περίοδο. Η διαφορά του ιρανικού αφηγήματος δεν έγκειται, επομένως, στο ότι εισήγαγε για πρώτη φορά την ιδέα της εξάλειψης, αλλά στο ότι την κατέστησε συστηματική, ιδεολογικά θεμελιωμένη και θεσμικά παγιωμένη. Στο αραβικό στρατόπεδο η ρητορική αυτή  παρέμενε σε μεγάλο βαθμό περιστασιακή και εντός του πλαισίου του διακρατικού ανταγωνισμού. Στο μετα-επαναστατικό  Ιράν όμως  η εξαφάνιση του κράτους του Ισραήλ  ανάχθηκε σε δομικό και μη διαπραγματεύσιμο συστατικό της ίδιας της κρατικής ιδεολογικής ταυτότητας.

Advertisement

Από τον Λίβανο στην Αραβική Άνοιξη

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η Τεχεράνη βρίσκει στο λιβανικό έδαφος το πεδίο για να προβάλλει ισχύ έναντι του Ισραήλ χωρίς άμεση εμπλοκή. Η Χεζμπολάχ,  σιιτική οργάνωση, που αναδύεται μέσα από τις συνθήκες του πολέμου στον Λίβανο, εξελίσσεται σε βασικό όχημα αυτής της ιρανικής στρατηγικής. Τα χρόνια που ακολούθησαν εδραίωσαν αυτή τη λογική, χωρίς ωστόσο να μεταβάλουν ριζικά τα δεδομένα του περιφερειακού σκηνικού. Η πραγματική τομή ήρθε το 2010 με το κύμα εξεγέρσεων, που σάρωσε τον αραβικό κόσμο και έμεινε γνωστό ως Αραβική Άνοιξη. Για το Ιράν η συγκυρία αυτή λειτούργησε ταυτόχρονα ως απειλή και ως ευκαιρία. Η κατάρρευση ή η αποδυνάμωση κεντρικών κρατικών δομών, με πιο καθοριστική την περίπτωση της Συρίας, δημιούργησε ακριβώς το είδος του ρευστού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μπορούσε να αναπτυχθεί η ιρανική επιρροή. Σε ένα τοπίο όπου τα παραδοσιακά αραβικά κράτη έχαναν τη συνοχή τους, η Τεχεράνη βρέθηκε σε θέση να προβάλλει ισχύ, όχι μέσω συμβατικών διακρατικών συμμαχιών  αλλά μέσω ενός δικτύου μη κρατικών δρώντων.

Η  ισραηλινή αντίληψη του ιρανικού καθεστώτος  ως απειλή   δεν είναι ούτε παράλογη ούτε προσχηματική. Ένα κράτος του οποίου η ηγεσία έχει κατ’ επανάληψη ταχθεί υπέρ της εξαφάνισης του Ισραήλ κι έχει συγκροτήσει ένα δίκτυο ενόπλων αντιπροσώπων στην περιφέρειά του, συνιστά ευλόγως πηγή ανησυχίας.

Το κρίσιμο ωστόσο ερώτημα είναι άλλο. Αναγνωρίζοντας την απειλή, νομιμοποιείται κανείς να την αντιμετωπίσει μέσω της μονομερούς προσφυγής στη βία, δημιουργώντας μια σύγκρουση, που αποσταθεροποίησε ολόκληρη την περιοχή; Η απαγόρευση της χρήσης βίας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου, με τις στενά οριοθετημένες εξαιρέσεις της νόμιμης άμυνας. Ένα σημαντικό τμήμα της διεθνούς νομικής κοινότητας έκρινε τα ισραηλινά πλήγματα ως παραβίαση αυτής της αρχής, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των κρατών και ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ τα καταδίκασαν. Η επίκληση μιας προληπτικής επίθεσης απέναντι σε μια απειλή, που δεν ήταν ούτε άμεση ούτε επικείμενη με τη νομική έννοια του όρου, παραμένει εξαιρετικά αμφισβητούμενη. Πέραν του νομικού ζητήματος, οι συνέπειες απέκτησαν περιφερειακή εμβέλεια, με αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, απειλές για τη ναυσιπλοΐα και βαθιά ανησυχία ακόμη και στα αραβικά κράτη του Κόλπου, τα οποία είδαν να κλονίζεται η αξιοπιστία της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα να αισθάνεται κανείς απειλούμενος δεν συνεπάγεται αυτομάτως το δικαίωμα να εξαπολύει πόλεμο.

Advertisement

Απομένει το πιο ενδιαφέρον ερώτημα: Εάν η ιρανική απειλή ήταν με τη μία ή την άλλη μορφή  υπαρκτή,  επί τρεις δεκαετίες,  και  εάν η κατάσταση είχε εν πολλοίς παγιωθεί σε μια εύθραυστη ισορροπία αποτροπής, γιατί η ρήξη ήρθε ακριβώς τώρα; Σίγουρα η στρατιωτική απαξίωση του άξονα της αντίστασης είχε εκθέσει τις ιρανικές αδυναμίες, ανοίγοντας ένα παράθυρο ευκαιρίας. Ο καθοριστικότερος όμως παράγοντας ήταν πολιτικός και εντοπιζόταν στην Ουάσιγκτον. Για πρώτη φορά  η ισραηλινή ηγεσία βρήκε στο πρόσωπο ενός Αμερικανού προέδρου έναν εταίρο διατεθειμένο όχι απλώς να ανεχθεί, αλλά να συνταχθεί ενεργά με το ισραηλινό σχέδιο. Χωρίς αυτή την προδιάθεση της αμερικανικής πλευράς, η μετάβαση από την παγιωμένη αποτροπή στον ανοιχτό πόλεμο δύσκολα θα είχε συντελεστεί.

Advertisement

Παρακολουθώντας, εξάλλου, τη συζήτηση στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, διαπιστώνει κανείς ότι η κοινή γνώμη έχει για άλλη μια φορά, έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, καθένα από τα οποία υιοθετεί την πιο ακραία εκδοχή της θέσης του. Από τη μία πλευρά στέκονται όσοι, με μια λογική στείρου αντιδυτικισμού, καταλήγουν να υπερασπίζονται έναν φανατικό και φονταμενταλιστικό δυνάστη, δυνάστη πρωτίστως του ίδιου του λαού του, μόνο και μόνο επειδή βρίσκεται στην απέναντι όχθη από τον άξονα ΗΠΑ και Ισραήλ. Σαν να αρκεί η εχθρότητα προς τη Δύση για να εξαγνίσει ένα καταπιεστικό και αυταρχικό καθεστώς. Από την άλλη στέκονται όσοι, με την ίδια ευκολία, αναπαράγουν αυτούσιους και άκριτους τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης Νετανιάχου, σαν να επρόκειτο για αντικειμενική περιγραφή των πραγμάτων.

Και εδώ χρειάζεται μια διάκριση που, αν και θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, συστηματικά παραβλέπεται. Άλλο πράγμα το Ισραήλ ως κράτος, ως κοινωνία και ως ιστορική οντότητα και άλλο η εκάστοτε κυβέρνησή του, εν προκειμένω η κυβέρνηση Νετανιάχου, με τις δικές της επιλογές, σκοπιμότητες και ευθύνες, ακόμα και αν σημαντικό μερίδιο της ισραηλινής κοινωνίας στέκεται σταθερά υπερ της. Η κριτική σε μια συγκεκριμένη πολιτική ηγεσία δεν συνιστά αμφισβήτηση του δικαιώματος ύπαρξης ενός κράτους, όπως ακριβώς η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος δεν υποχρεώνει κανέναν να υπογράψει εν λευκώ τις αποφάσεις της κυβέρνησής του. Η σύγχυση των δύο επιπέδων είναι ακριβώς εκείνο που τροφοδοτεί τον διχασμό. Το ένα στρατόπεδο μετατρέπει την κριτική στον Νετανιάχου σε εχθρότητα προς το Ισραήλ, το άλλο μετατρέπει τη στήριξη προς το Ισραήλ σε άφεση αμαρτιών για κάθε κυβερνητική επιλογή.

Η μονομερής επιλογή του πολέμου και το τίμημά της

Στην πράξη, ωστόσο, η έκβαση υπήρξε για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ σχεδόν αντίστροφη από την επιδιωκόμενη. Αντί η σύγκρουση να καταλήξει στη συντριβή ή στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, οδήγησε σε μια θεαματική στροφή της ίδιας της Ουάσιγκτον. Ο Αμερικανός πρόεδρος, που τον Φεβρουάριο είχε απευθυνθεί στους Ιρανούς, διακηρύσσοντας ότι η ώρα της ελευθερίας τους έφτασε,  λίγους μήνες αργότερα υπέγραφε με την Τεχεράνη ένα μνημόνιο συνεννόησης, στο οποίο δεσμευόταν να σεβαστεί την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα του Ιράν και να μην επεμβαίνει στα εσωτερικά του. Το κείμενο προέβλεπε άρση των αμερικανικών κυρώσεων, αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων, επανεκκίνηση των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου και ένα τεράστιο πρόγραμμα ανασυγκρότησης, μια ριζική αναστροφή πορείας μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Advertisement

Εντός αυτού του πλαισίου το Ισραήλ βρέθηκε παραμερισμένο, εκτός της συμφωνίας, να βλέπει τον βασικό του σύμμαχο να διαπραγματεύεται την ειρήνη. Η αμερικανική πλευρά όχι μόνο προχώρησε, παρά τις ισραηλινές αντιρρήσεις, αλλά έφτασε στο σημείο να υπενθυμίσει δημόσια στο Ισραήλ ότι ο Τραμπ παραμένει ο μόνος σύμμαχος που του έχει απομείνει, ενώ ο ίδιος ο Αμερικάνος πρόεδρος απέδιδε στους επικριτές της συμφωνίας κίνητρα. Έκτοτε, η ισραηλινή κυβέρνηση επιχειρεί με κάθε τρόπο να διαβρώσει την εφαρμογή του μνημονίου και να ναυαγήσει την τελική συμφωνία προς την οποία αυτό οδηγεί.

Και στο επίκεντρο όλων αυτών, ένα αμείλικτο συμπέρασμα: Το Ιράν δεν έπεσε. Παρά τον αποκεφαλισμό της ηγεσίας του, με κορυφαία απώλεια τον ίδιο τον Ανώτατο Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, το καθεστώς όχι μόνο επιβίωσε, αλλά διαχειρίστηκε τη διαδοχή και παρέμεινε εδραιωμένο στην εξουσία. Η αλλαγή καθεστώτος, που είχε διακηρυχθεί ως ορίζοντας της επιχείρησης, δεν επήλθε ποτέ. Αντιθέτως, ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος κατέληξε να ισχυρίζεται ότι η ανατροπή ουδέποτε αποτέλεσε πραγματικό του στόχο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το βαθύτερο παράδοξο της όλης επιχείρησης. Σε ό,τι αφορά τα στρατιωτικά και γεωπολιτικά του ερείσματα, το Ιράν βγαίνει αναμφίβολα πληγωμένο, με αποδεκατισμένη ηγεσία, και με χτυπημένο το πυρηνικό του πρόγραμμα. Σε ό,τι αφορά όμως στη νομιμοποίηση και στην εδραίωση της ίδιας της εξουσίας του θεοκρατικού καθεστώτος, η έκβαση είναι η αντίστροφη, και σε αυτό ακριβώς το επίπεδο το καθεστώς αναδεικνύεται ισχυρότερο από κάθε άλλη στιγμή μετά το 1979. Διότι η επαναστατική νομιμοποίηση του 1979 στηριζόταν σε ένα αφήγημα ανατροπής και υπόσχεσης, ενώ η σημερινή στηρίζεται σε κάτι πολύ πιο ισχυρό, στην απόδειξη ότι άντεξε.

Παρότι η κατάσταση παραμένει ευμετάβλητη και οι ισορροπίες εξαιρετικά εύθραυστες ένα καθεστώς που επέζησε της κοινής επίθεσης δύο εκ των ισχυρότερων στρατιωτικών δυνάμεων, που διαχειρίστηκε τον θάνατο του ίδιου του ηγέτη του χωρίς να καταρρεύσει, και που εν τέλει υποχρέωσε την υπερδύναμη να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με όρους που το ίδιο μπορεί να προβάλει ως νίκη, αποκτά απέναντι στον λαό του και στους αντιπάλους του ένα αφήγημα ανθεκτικότητας.

Υπό αυτή την έννοια, η μονομερής ισραηλινή επιλογή του πολέμου δεν αποδυνάμωσε το καθεστώς των μουλάδων. Του χάρισε τα πιο στέρεα θεμέλια εσωτερικής νομιμοποίησης από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

* Παναγής Παναγιωτόπουλος, Υποψήφιος διδάκτωρ Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς – Ανάλυση στο Ινστιτούτο ΕΝΑ