Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Όλο και περισσότερο στο διαδίκτυο αναπαράγονται άρθρα που μιλάνε για μείωση της νοημοσύνης, όπως αξιολογείται με τα τεστ IQ, στον πληθυσμό των ανεπτυγμένων κρατών, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι, λοιπόν, αλήθεια ότι, εισερχόμενοι στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, η ανθρωπότητα βιώνει μια μορφή νοητικής υποβάθμισης;

Ας δούμε από πού ξεκίνησε η ιστορία με τη μέτρηση του IQ γιατί έχει και αυτή το δικό της ενδιαφέρον.

Advertisement
Advertisement

Ήταν στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ξεκίνησε μια επιστημονική προσπάθεια για τη μέτρηση του ανθρώπινου Intelligence Quotient ή, στα ελληνικά, Δείκτη Νοημοσύνης. Είναι η εποχή όπου η κυριαρχία των θετικών επιστημών ωθεί τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες να υιοθετήσουν την αντίληψη ότι μόνο ό,τι μετριέται μπορεί να θεωρηθεί επιστημονικό.

Οι πρώτες μετρήσεις ξεκίνησαν στη Γαλλία αλλά η πρακτική απογειώθηκε λόγω ενός πολεμικού γεγονότος. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ανέδειξε την ανάγκη για τη μέτρηση της ευφυίας των στρατευσίμων. Τα λεγόμενα Army Alpha και Army Beta tests του ψυχολόγου Robert Yerkes διενεργήθηκαν σε εκατοντάδες χιλιάδες ενήλικες και αποδείχθηκαν εξαιρετικά στο να προβλέπουν ποιος μπορεί να εκπαιδευτεί γρήγορα ή ποιος διαθέτει ηγετικές ικανότητες σε συνθήκες πίεσης. Τα εργαλεία αυτά τελειοποιήθηκαν το 1955 με την υιοθέτηση της κλίμακας WAIS (Wechsler Adult Intelligence Scale) και χρησιμοποιήθηκαν έκτοτε σε πάρα πολλές έρευνες. 

Η διαχρονική μέτρηση της ανθρώπινης ευφυίας, με αυτόν τον τυποποιημένο τρόπο, ανέδειξε το λεγόμενο φαινόμενο Flynn (από τον Νεοζηλανδό ψυχολόγο James R. Flynn) σύμφωνα με το οποίο οι μέσοι όροι του IQ αυξάνονταν περίπου κατά 2–3 μονάδες ανά δεκαετία σε πολλές χώρες, κατά τον 20ό αιώνα.

Το φαινόμενο αυτό εξηγείται από μια σειρά παραγόντων, ένας εκ των οποίων είναι η καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης του πληθυσμού. Για παράδειγμα η έρευνα των Galloway & Brinch (2012)[1] έδειξε  ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη Νορβηγία τη δεκαετία του 1960 (που αύξησε την υποχρεωτική εκπαίδευση από 7 σε 9 έτη) ώθησε σε αύξηση  3–4 μονάδων του IQ για κάθε επιπλέον έτος σχολείου. Συνεπώς, πλήθος ερευνών έχουν καταδείξει ότι η εκπαίδευση, και ιδίως η εκπαίδευση των εφήβων, συντέλεσε καθοριστικά στην αύξηση της μέσης ευφυΐας. 

Πέρα από την εκπαίδευση, καθοριστικό ρόλο φαίνεται να διαδραμάτισε και η βελτίωση της διατροφής του μέσου πληθυσμού. Μελέτες εδώ και δεκαετίες δείχνουν το αυτονόητο ότι η βελτίωση της διατροφής, ιδιαίτερα κατά την εμβρυϊκή ηλικία και τα πρώτα χρόνια της ζωής, βελτιώνει τη φυσική δομή και λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου[2]. Φαίνεται ότι ακόμα και η υγεία και διατροφή της μητέρας κατά την κύηση αποτελούν έναν «θεμέλιο λίθο» για το IQ της επόμενης γενιάς. Υπάρχει, επομένως, και μια σαφής βιολογική βελτίωση, και όχι μόνο πολιτισμική, που συνδέεται με την αύξηση της μέσης νοημοσύνης του πληθυσμού (ιδιαίτερα μεταξύ των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων).

Παράλληλα, η αστικοποίηση, μέσω της έκθεσης των ανθρώπων σε πιο περίπλοκα (από άποψη δομής και πληροφορίας) περιβάλλοντα αλλά και πιο οργανωμένα, που εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε δομές υγείας και εκπαίδευσης, θεωρείται ότι συνέβαλε στη βελτίωση της ρευστής νοημοσύνης[3].

Advertisement

Ωστόσο, ήδη από τη δεκαετία του 1990 καταγράφεται μια σαφής και ανησυχητική αντίστροφη τάση, γνωστή ως Negative Flynn Effect.  Σε βιβλιογραφική ανασκόπηση μελετών μέτρησης του IQ του  2016[4] εντοπίστηκαν 9 μελέτες σε 7 χώρες που καταγράφουν με σαφήνεια ότι οι γενιές μετά το 1975 καταγράφουν μείωση επιδόσεων στα τεστ που μετρούν τη ρευστή νοημοσύνη[5] (την ικανότητα δηλαδή επίλυσης προβλημάτων). Το φαινόμενο παρατηρείται μάλιστα σε ανεπτυγμένες και αστικοποιημένες κοινωνίες και μάλιστα σε αυτές που αποτελούν πρότυπα για πολλές άλλες χώρες (σκανδιναβικές χώρες, Γαλλία, Ολλανδία, Αυστραλία κλπ). Έρευνες ξεκίνησαν αμέσως για να εξετάσουν αν υπάρχει κάποια βιολογική αιτία για το φαινόμενα αυτό αλλά κατέληξαν εντέλει ότι η μείωση οφείλεται σε περιβαλλοντικές και κοινωνικές αλλαγές[6] και όχι σε μια πιθανή διαδικασία γενετικού εκφυλισμού[7].

Τρεις φαίνονται να είναι (μεταξύ άλλων) σημαντικοί παράγοντες για το φαινόμενο αυτό. Ξεκάθαρα η μείωση της αναγνωστικής έκθεσης του πληθυσμού ή με απλά λόγια η μείωση της έκθεσης του γενικού πληθυσμού στην κλασσική παιδεία και στην εκτεταμένη ανάγνωση (ιδίως συνεχούς κειμένου). Οι αναγνωστικές συνήθειες των νέων γενεών έχουν μεταβληθεί σημαντικά και εστιάζουν στην ταχύτητα και όχι στο βάθος. Ως αποτέλεσμα, δεν αναπτύσσεται επαρκώς το λεξιλόγιό τους αλλά ούτε και τη φαντασία τους. Και η φαντασία συνδέεται με τη δημιουργικότητα και τον αφηρημένο λογισμό.

Τα δεδομένα συγκλίνουν στο ότι η συνεχής έκθεση σε ένα κορεσμένο περιβάλλον πληροφοριών και έντονης διέγερσης (κυρίως μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της υπερβολικής χρήσης ψηφιακών εφαρμογών) προκαλεί τη μείωση της προσοχής του μέσου ατόμου. Η αποσπασματική προσοχή και η γλωσσική φτωχοποίηση φαίνεται να γίνεται μια νέα πραγματικότητα στην οποία μάλιστα προσαρμόζονται όλοι.

Advertisement

Χαρακτηριστικά, τα άρθρα στον Τύπο -ακόμη και τα βιβλία-τείνουν να γίνονται συντομότερα και νοηματικά απλουστευμένα. Τα γραφήματα, τα βίντεο και τα κάθε είδους εικονοποιήσεις (visualizations) δεν λειτουργούν πλέον συμπληρωματικά, αλλά συχνά αντικαθιστούν το κείμενο και την αφήγηση. Αντίστοιχα, στο κινηματογραφικό και τηλεοπτικό περιεχόμενο τα πλάνα μικραίνουν σε διάρκεια, τα αναρτημένα μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαρκούν ελάχιστα δευτερόλεπτα και η σύνοψη εκτοπίζει τη συστηματική ανάγνωση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το γεγονός ότι στο Τόκιο ξεκίνησε να λειτουργεί ειδική κλινική για γνωστικές διαταραχές που αποδίδονται στην υπερβολική χρήση smartphones (Smartphone Dementia Clinic)[8] δεν μπορεί παρά να προκαλεί προβληματισμό για τις σύγχρονες γνωστικές μας συνήθειες.

Με βάση τα παραπάνω, ανακύπτει ένας σύνθετος γρίφος να λύσουμε σχετικά με τις συνήθειες της νέας γενιάς. Σε αυτό δεν βοηθάει και το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα  που έχει επικεντρωθεί δυσανάλογα στην παροχή χρηστικών και επαγγελματικών προσόντων και λιγότερο στην καλλιέργεια του πνεύματος.

Advertisement

Οι νέοι και οι γονείς τους τείνουν να υιοθετούν στρατηγικές συντόμευσης της προσπάθειας, επιδιώκοντας την επιτυχία στις εξετάσεις και σε άλλες αξιολογικές δοκιμασίες, συχνά εις βάρος της ουσιαστικής μάθησης, με σκοπό τη διασφάλιση μιας επιτυχημένης εκπαιδευτικής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Υπό τη σιωπηρή –αν όχι συνειδητή– ανοχή του συστήματος, οι νέοι εγκαταλείπουν τη μελέτη της ιστορίας, της λογοτεχνίας, των τεχνών και της φιλοσοφίας, δηλαδή πεδίων που καλλιεργούν την κριτική σκέψη, στο όνομα μιας στενής στοχοπροσήλωσης στην εξεταστική επιτυχία, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα σε πνευματική πενία.

Δίχως άλλο οι ίδιες οι οικογένειες αδυνατούν να καλύψουν τα κενά που δημιουργούνται από τις ελλείψεις του εκπαιδευτικού συστήματος καθώς οι γονείς ακολουθούν ένα εξαντλητικό πρόγραμμα επαγγελματικών και άλλων υποχρεώσεων και έχουν προφανή αδυναμία να διαχειριστούν τις καταιγιστικές εξελίξεις των ηλεκτρονικών μέσων. Ακόμα και η αύξηση του άγχους, της κατάθλιψης, η μείωση του ύπνου και άλλες στρεσογόνες επιλογές της καθημερινότητας επηρεάζουν τις επιδόσεις σε γνωστικά τεστ και ενδέχεται να συμβάλλουν στη συνολική αυτή εικόνα της απομείωσης.

Ωστόσο εδώ είναι το σημείο όπου θα πρέπει να κάνουμε κάποιες σημαντικές διευκρινήσεις. Καταρχάς, η νοημοσύνη δεν είναι μόνο η δυνατότητα να επιλύει κάποιος προβλήματα. Από τη δεκαετία του 1980 ο Howard Gardner προσδιόρισε 8 τύπους νοημοσύνης (Γλωσσική, Λογικο-μαθηματική, Χωροταξική, Μουσική, Σωματική-Κιναισθητική, Διαπροσωπική, Ενδοπροσωπική και Φυσιοκρατική). Αυτό σημαίνει ότι κάθε μαθητής μαθαίνει με διαφορετικό τρόπο και έχει διαφορετικά ταλέντα και δεν απαιτείται όλοι να διαπρέψουν για παράδειγμα στη λογικο-μαθηματική νοημοσύνη. Ως εκ τούτου, τα τεστ συχνά δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη την ψυχική κατάσταση ούτε το στάδιο πνευματικής και συναισθηματικής ωριμότητας του ατόμου. Η μονοδιάστατη αυτή προσέγγιση στη μέτρηση της νοημοσύνης έρχεται σε έντονη αντίθεση με παλαιότερες αντιλήψεις. Για παράδειγμα στην αρχαιότητα ο νους θεωρούνταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το ήθος και την προσωπική αρετή, και η ανθρώπινη αξία δεν επιχειρήθηκε ποτέ να αποτυπωθεί σε έναν και μόνο αριθμό.

Advertisement

Είναι πιθανό ότι, με τις υπάρχουσες παρεμβάσεις (διατροφή, εκπαίδευση, υγεία κλπ) ο μέσος πληθυσμός των ανεπτυγμένων χωρών να έχει φτάσει σε ένα σημείο υψηλό και να μην υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης [9]. Ίσως, πάλι τα τεστ νοημοσύνης να είναι δομημένα για να μετρούν πτυχές ενός είδος ανθρώπου που πλέον μετεξελίσσεται. Είναι σαν να μετράμε την δεξιότητα ενός σύγχρονου ανθρώπου στο κυνήγι, μια δεξιότητα στην οποία οι άνθρωποι διέπρεπαν επί αιώνες, ενώ οι ανάγκες της εποχής απαιτούν άλλες μορφές δεξιοτήτων. Σήμερα οι άνθρωποι έχουν διαφορετικού τύπου γνωστικές ικανότητες όπως την ταχεία εναλλαγή προσοχής, την σύνθετη οπτικοχωρική πλοήγηση σε ψηφιακά περιβάλλοντα, τη διαχείριση μεγάλων ποσοτήτων πληροφορίας και τη χρήση πολύπλοκου λογισμικού. Αυτές οι δεξιότητες, αν και γνωστικά απαιτητικές, δεν αποτυπώνονται επαρκώς στα κλασικά ψυχομετρικά εργαλεία.

Advertisement

Αν δεχθούμε ότι το πρόβλημα δεν έγκειται σε μια γενικευμένη «πτώση της νοημοσύνης», αλλά σε έναν μετασχηματισμό των γνωστικών απαιτήσεων και στην αποδυνάμωση δεξιοτήτων που σχετίζονται με τη συγκέντρωση, τη μνήμη εργασίας και την εκτελεστική λειτουργία, τότε το ερώτημα μετατοπίζεται στο τι μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά αυτές τις ικανότητες.

Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό προϋποθέτει την μετατόπιση της  έμφασης όχι στην ποσοτική αλλά στην ποιοτική εκπαίδευση, καθώς και στη συστηματική καλλιέργεια δύσκολων, δομημένων δεξιοτήτων. Η εκμάθηση μουσικού οργάνου, ξένης γλώσσας, σκακιού, δραστηριοτήτων με γνωστική πρόκληση —όπως οι πολεμικές τέχνες, ο χορός ή τα ομαδικά αθλήματα— αλλά και η ενασχόληση με τον μοντελισμό, τα παζλ ή τη ρομποτική, αποτελούν παραδείγματα δραστηριοτήτων που απαιτούν μακρόχρονη προσπάθεια, πειθαρχία και σταδιακή οικοδόμηση δεξιοτήτων, λαμβάνοντας πάντα υπόψη ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαμορφώνεται αθροιστικά και σε βάθος χρόνου.

Το ερώτημα, λοιπόν,  δεν είναι αν η ανθρωπότητα «χάνει τη νοημοσύνη της», αλλά αν εξακολουθούμε να καλλιεργούμε και να μετράμε τις γνωστικές δεξιότητες που απαιτούν χρόνο, συγκέντρωση και βάθος. Οι ενδείξεις μείωσης της ρευστής νοημοσύνης δεν συνιστούν λόγο πανικού, αλλά ανάγκη αναστοχασμού για τις εκπαιδευτικές και πολιτισμικές μας επιλογές. Σε έναν κόσμο ταχύ και ψηφιακό, η πρόκληση δεν είναι να απορρίψουμε τις νέες δεξιότητες, αλλά να τις εξισορροπήσουμε με τη γλωσσική καλλιέργεια, την κριτική σκέψη και τη δημιουργικότητα,  στοιχεία που διαχρονικά αποτελούν τον πυρήνα της ανθρώπινης πνευματικής ανάπτυξης.    


[1] C.N. Brinch, & T.A. Galloway, Schooling in adolescence raises IQ scores, Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 109 (2) 425-430, https://doi.org/10.1073/pnas.1106077109 (2012).
[2] Martorell, R. (1998). Nutrition and the worldwide rise in IQ scores.
[3] Lewis, G., Dykxhoorn, J., Karlsson, H., Khandaker, G. M., Lewis, G., Dalman, C., & Kirkbride, J. B. (2020). Assessment of the role of IQ in associations between population density and deprivation and nonaffective psychosis. JAMA psychiatry77(7), 729-736.
[4] Dutton, E., van der Linden, D., & Lynn, R. (2016). The negative Flynn Effect: A systematic literature review. Intelligence, 59, 163-169.
[5] Υπάρχουν δύο ειδών μνήμης. Η ρευστή μνήμη αναφέρεται στην ικανότητα επίλυσης γρίφων και στη λογική και η κρυσταλλωμένη μνήμη αναφέρεται στη συσσωρευμένη γνώση όπως το λεξιλόγιο.
[6] Bratsberg, B., & Rogeberg, O. (2018), Flynn effect and its reversal are both environmentally caused,
Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS), 115(26), 6674–6678, DOI: 10.1073/pnas.1718793115
[7] Rindermann, H., Becker, D., & Coyle, T. R. (2017). Survey of expert opinion on intelligence: The FLynn effect and the future of intelligence. Personality and Individual Differences, 106, 242-247.
[8] https://japantoday.com/category/features/health/japan%E2%80%99s-first-‘smartphone-dementia’-clinic-opens-in-tokyo-and-online
[9] Pietschnig, J., Voracek, M., & Gittler, G. (2018). Is the Flynn effect related to migration? Meta-analytic evidence for correlates of stagnation and reversal of generational IQ test score changes. Politische Psychologie, 2, 267-283.

Advertisement