Ο θάνατος της Μαρζάν Σατραπί έφερε ξανά στο προσκήνιο τη φωνή μιας γυναίκας που έζησε τη μετάβαση από το καθεστώς του Σάχη στο θεοκρατικό καθεστώς. Μιας γυναίκας που κατάφερε να μετατρέψει το προσωπικό της βίωμα σε συλλογική μνήμη.
Ο παραλογισμός, ο πόνος και ο φόβος διαπερνούν το «Περσέπολις», ένα έργο που για χρόνια κυκλοφορούσε παράνομα στο Ιράν. Μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού παρακολουθούμε μια κοινωνία να αλλάζει βίαια. Τη μητέρα της να μην μπορεί πια να κυκλοφορεί όπως πριν. Τις προσβολές στον δρόμο. Τα κρυφά πάρτι και τις εφόδους της αστυνομίας. Τη μουσική που απαγορεύεται. Την εφηβεία που πρέπει να κρυφτεί. Τη σεξουαλικότητα που πρέπει να πειθαρχηθεί. Την ανακάλυψη ενός διαφορετικού αλλά εξίσου αυστηρού θρησκευτικού πλαισίου όταν βρέθηκε στην Ευρώπη.
Ξαφνικά, απλές και αυτονόητες πράξεις μετατρέπονται σε πολιτικές πράξεις αντίστασης. Να χορέψεις με λυτά τα μαλλιά. Να ακούσεις μουσική. Να καπνίσεις. Να ερωτευτείς. Να αποφασίσεις για το σώμα σου. Να υπάρξεις χωρίς να απολογείσαι.
Ίσως όμως η πιο επίμονη επίδραση κάθε καταπιεστικού συστήματος να μην είναι οι απαγορεύσεις καθαυτές, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εσωτερικεύονται μέσα μας. Στην ψυχοθεραπευτική πράξη συναντάμε συχνά ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν μέσα σε αόρατα όρια, τα οποία μπορεί να έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν γύρω τους, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα τους. Οι εξωτερικοί περιορισμοί γίνονται εσωτερική φωνή. Το «δεν επιτρέπεται» γίνεται «δεν πρέπει». Και κάποια στιγμή μετατρέπεται σε «δεν μπορώ» ή ακόμη και σε «δεν το θέλω».
Το βλέπουμε σε ανθρώπους που δυσκολεύονται να διεκδικήσουν χώρο για τον εαυτό τους ή έχουν μάθει να ντρέπονται για την επιθυμία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή τις ανάγκες τους . Τότε η συμμόρφωση πολλές φορές δεν χρειάζεται να επιβληθεί από έξω, γιατί έχει ήδη γίνει μέρος του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας.
Και τότε αναρωτιέμαι: πόσο μακριά βρισκόμαστε πραγματικά σήμερα από τους περιορισμούς που αποδίδουμε αποκλειστικά στην Ανατολή;
Προφανώς δεν ζούμε σε ένα θεοκρατικό καθεστώς. Η σύγκριση θα ήταν άδικη και ιστορικά λανθασμένη. Ωστόσο, αξίζει να αναρωτηθούμε με ποιους άλλους τρόπους συνεχίζει να ασκείται έλεγχος πάνω στο γυναικείο σώμα και τη γυναικεία ταυτότητα.
Οι κοινωνίες δεν ελέγχουν μόνο μέσα από νόμους και απαγορεύσεις. Ελέγχουν και μέσα από τις προσδοκίες τους για το ποιος δικαιούται να υπάρχει, να αγαπά, να εκφράζεται ή να αποκλίνει από τον κανόνα.
Πόσο ελεύθερη είναι μια επιλογή όταν η κοινωνική αποδοχή εξαρτάται από αυτήν; Πόσο ελεύθερη είναι μια γυναίκα όταν η αξία της εξακολουθεί να συνδέεται με την εμφάνιση, την ηλικία, τη μητρότητα, τη σεξουαλικότητά της με το κατά πόσο ανταποκρίνεται σε όσα η κοινωνία περιμένει από εκείνη; Και πόσο χώρο αφήνουμε σε όσες γυναίκες δεν χωρούν εύκολα στις κυρίαρχες προσδοκίες για το φύλο, το σώμα ή την ταυτότητά τους;
Ακόμη και σήμερα συζητάμε αν χρειάζεται ο όρος «γυναικοκτονία», σαν να πρόκειται για γλωσσική υπερβολή και όχι για προσπάθεια να περιγραφεί ένα συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο. Ακόμη και σήμερα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αφιερώνεται όχι στο ίδιο το φαινόμενο της έμφυλης βίας, αλλά στο αν δικαιούμαστε να το ονομάζουμε.
Οι μορφές αλλάζουν. Οι εποχές αλλάζουν. Οι μηχανισμοί όμως που ορίζουν τι επιτρέπεται να είναι μια γυναίκα συχνά παραμένουν πιο ανθεκτικοί απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
Η Σατραπί δεν αφηγήθηκε μόνο την ιστορία του Ιράν. Αφηγήθηκε την ιστορία κάθε κοινωνίας που πιστεύει ότι η ελευθερία είναι δεδομένη.
Το 1979 αλλάζει το πολιτικό πρόσωπο του Ιράν. Η ιστορία της Σατραπί μάς θυμίζει ότι η ελευθερία δεν κρίνεται από το ποιος καταλαμβάνει την εξουσία, αλλά από το πόσο χώρο αφήνεται στους ανθρώπους να ζήσουν τη ζωή τους όπως οι ίδιοι επιλέγουν.
Η Σατραπί δεν αφηγήθηκε μόνο την ιστορία του Ιράν. Αφηγήθηκε και μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία: τη διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που μας έμαθαν να είμαστε.