Ήταν μόλις το 2002, όταν ο ηγέτης της Γαλλικής Ακροδεξιάς Ζαν Μαρί Λεπέν έκανε την έκπληξη περνώντας στον β΄γύρο των Γαλλικών εκλογών. Τότε οι πιο οξυδερκείς αναλυτές μιλούσαν για το «καμπανάκι» που χτυπούσε για τις πολιτικές της παγκοσμιοποίησης, αλλά και το χάσμα που είχαν δημιουργήσει οι διανοούμενοι και η πνευματική ηγεσία με το λαϊκό σώμα, το οποίο οφειλόταν στην καλπάζουσα τότε γκλομπαλιστική ιδεολογία.
Έκτοτε έχουν περάσει σχεδόν 25 χρόνια. Η παγκοσμιοποίηση βυθίστηκε σε μια κρίση, η οποία άλλαξε ριζικά την φυσιογνωμία του παγκόσμιου συστήματος και η ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα, έχει απομακρυνθεί κατά πολύ από την περίφημη «συναίνεση του Βερολίνου», την πολιτική ανοιχτών συνόρων, την αδιαφορία για την αποβιομηχάνιση της υπόλοιπης Ευρώπης που επιδείκνυε τότε η Γερμανία, ή την απροθυμία της να προσδώσει στην ΕΕ διαστάσεις γεωπολιτικής αυτοδυναμίας.
Δεν έχει και πολύ νόημα σήμερα, να επαναλαμβάνουμε απλά τις προσεγγίσεις που έχουν γίνει ήδη 25 χρόνια.
Φυσικά, η αποσύνδεση των λαϊκών στρωμάτων από την κατεστημένη ευρωπαϊκή πολιτική τάξη είναι ένα ρήγμα που άνοιξε και έκτοτε βαθαίνει.
Όμως σε αυτήν την εικόνα έχουν προστεθεί κι άλλες διαστάσεις, οι οποίες όταν δεν επισημαίνονται μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένες εκτιμήσεις, και σφαλερές πολιτικές ατραπούς.
Κατ’ αρχάς, και αυτό συμβαίνει κατ’ εξοχήν με το AfD, είναι αλήθεια ότι το ρήγμα αυτό οπλοποιείται από την ρωσική πολιτική του υβριδικού ιδεολογικού πολέμου. Εργαλειοποιείται εσχάτως και από την Αμερικανική τραμπική δεξιά, που πιστεύει ότι ενθαρρύνοντας δυνάμεις ως όπως το AfD θα αποδυναμώσουν την Ευρώπη. Δεν είναι όμως μόνον αυτό το ζήτημα.
Το ζήτημα είναι ότι το AfD θα κάνει χειρότερα τα προβλήματα τα οποία έρχεται να ισχυριστεί ότι θα αντιμετωπίσει. Αν σήμερα στην Volkswagen σκέφτονται να κλείσουν 50.000 θέσεις εργασίας μέσα στην χώρα, και να καταργήσει τα μισά μοντέλα της ώστε να αντέξει τον ανταγωνισμό της Κίνας, με την ευρωπαϊκή αποδυνάμωση που θα επιτυχεί η πολιτική του AfD –εάν ποτέ βρεθεί σε θέση να υλοποιήσει το πρόγραμμά του– το κόστος θα είναι πολλαπλάσιο.
Στο μεταναστευτικό, κοροϊδεύει. Η γερμανική πολιτική έχει ήδη μετατοπιστεί – ίσως όχι με την ταχύτητα θα ήθελαν οι ψηφοφόροι, και φυσικά και ως απόρροια της επίδρασης που είχε η άνοδος του συγκεκριμένου κόμματος. Είναι άλλο όμως να λες ότι τα ανοιχτά σύνορα, και ο πολυπολιτισμός είναι αδιέξοδες και αβίωτες πολιτικές, οπότε να εργάζεσαι να τις αντιστρέψεις. Αυτό είναι σωστό αλλά απαιτεί χρόνο. Και φυσικά θα πρέπει να γίνει μια διάκριση ανάμεσα στην αναγκαία μετανάστευση, και το ζητούμενο πολιτιστικό της υπόβαθρο ώστε να μην δημιουργούνται παράλληλες κοινωνίες μέσα στις γερμανικές πόλεις, όπως συμβαίνει με τους μουσουλμάνους και το ευρωπαϊκό Ισλάμ.
Το AfD όμως δεν λέει αυτό· λέει ότι με την επιστράτευση οριζόντιων σκληρών μέτρων, και τον πολλαπλασιασμό των απελάσεων (προς τα που; μήπως προς την Τουρκία την οποία το κόμμα το θεωρεί στρατηγικό σύμμαχο ή στην Ελλάδα;) θα επαναφέρει την κατάσταση στην ήσυχη καθημερινότητα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας της δεκαετίας του ’70.
Χώρια που στην Θουριγγία λογου χάρη, η παρουσία των μεταναστών δεν είναι τόσο ισχυρή όσο στην Δυτική Γερμανία. Και βέβαια το AfD φαίνεται να αδιαφορεί εντελώς για το δημογραφικό κενό της γερμανικής κοινωνίας, και τις τεράστιες ελλείψεις στην αγορά εργασίας το οποίο αυτό συνεπάγεται. Το AfD κοροϊδεύει. Όμως και η αποτυχία της γερμανικής πολιτικής και οικονομικής τάξης, είναι ιστορικών διαστάσεων: από την ενοποίηση του φίλου μας του Σόιμπλε και το πώς δημιούργησε δυο ασύμπτωτες τροχιές στην Δυτική και Ανατολική Γερμανία, μέχρι την αγκίστρωση της γερμανικής βιομηχανικής βιωσιμότητας στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο (και τους γεωπολιτικούς περιορισμούς που αυτό συνεπάγεται). Ή στα ξένα εργατικά χέρια.
Η πολιτική του AfD, συμπερασματικά, θα λειτουργήσει όπως το Brexit.
Δηλαδή πολλαπλασιαστικά των παθογενειών που υποτίθεται φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει. Δεύτερον είναι αγκιστρωμένη σε αλλότρια γεωπολιτικά συμφέροντα, ρώσικα αλλά και τούρκικα (κάτι που θα έπρεπε να ενδιαφέρει τους Έλληνες αναλυτές).
Δεν γίνεται να μην λαμβάνονται υπόψη αυτά τα πράγματα σε μια προσέγγιση του 2026, και να παραμένουμε στο απλό σχήμα διαμαρτυρία – ευθύνες του κατεστημένου.
Θα το πιούμε το πικρό ποτήρι, και ενδέχεται να ακολουθήσουν κι άλλα, καθώς ο λογαριασμός που έρχεται σήμερα, χρεώνεται εδώ και αρκετά χρόνια, οι αποτυχίες των περασμένων πολιτικών επισωρεύονται, όπως και η ατολμία της υφιστάμενης ηγεσίας (αλλά και μιας κοινωνίας η οποία είναι αρκετά φθαρμένη και γερασμένη ώστε να μπορεί να αλλάξει εύκολα ρότα).
Υπάρχουν, φυσικά, μάχες να δοθούν, υπέρ της Ευρώπης, υπέρ μιας Ευρωπαϊκής εκδοχής της Ευρώπης, υπέρ μιας σύνθεσης μεταξύ ευρωπαϊκής και εθνικής κυριαρχίας, και υπέρ μιας αντίληψης που να προσπαθεί να προασπίσει τα θετικά κεκτημένα της ευρωπαϊκής κληρονομιάς (για την δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη, ή τον ουμανισμό) μέσα στην θύελλα της μετάβασης στον καθαυτό 21ο αιώνα, και τις προκλήσεις του, γεωπολιτικές, κοινωνικο-οικονομικές κ.ο.κ.
Παραδόξως, αυτή η τελευταία διαπίστωση, για το σε ποια εποχή ζούμε, και τι απειλές έχουμε να αντιμετωπίσουμε, συνήθως λείπει από προσεγγίσεις οι οποίες μας αυτοσυστήνονται ως καινοτόμες, μένουν όμως στο προ 25ετίας συμπέρασμα δίχως να έχουν προχωρήσει ούτε μισό βήμα παραπέρα.