Η αποστολή φρεγατών και πολεμικών αεροσκαφών F16 στην Κύπρο, επ’ αφορμή της κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, αποτέλεσε μια θετική τακτική κίνηση της Ελλάδας, η οποία εκμεταλλεύτηκε την εν λόγω συνθήκη για να διατρανώσει την παρουσία της σε ένα εκ των πλέον γεωπολιτικά κρίσιμων σημείων του πλανήτη, όπου διαβιεί το 1/10 του ελληνισμού. Σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των Patriot στην Κάρπαθο, είδαμε κάτι να αλλάζει μετά από πολυετή ουσιαστική απουσία και προσκόλληση στη λογική του «η Κύπρος κείται μακράν».

Εντούτοις, στη στρατηγική, όταν μια κίνηση είναι αποσπασματική, μπορεί να αποδειχθεί τελικά έως και λανθασμένη, παρά το αρχικά θετικό πρόσημο. Ενδεχόμενη απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων, ιδίως τώρα που το ζητεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μέσω της πρόσφατης δήλωσής του ότι «η μόνιμη παρουσία ευρωπαϊκών στρατευμάτων στην Κύπρο δε θα γίνει ανεκτή», θα αποστείλει ένα σαφές μήνυμα κατευνασμού, ενόσω τα τουρκικά στρατεύματα παραμένουν ακλόνητα ως δύναμη εισβολής και κατοχής του 1/3 του εδάφους μιας ανεξάρτητης και διεθνώς αναγνωρισμένης δημοκρατίας.

Advertisement
Advertisement

Πρόκειται για περίπου 40.000 στρατιώτες, οι οποίοι αναμένεται να αυξηθούν σε 100.000 μετά την επικείμενη αναβάθμιση της διοίκησης «λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων» όπως αναφέρει η Τουρκία. Για μια δύναμη, η οποία έχει κριθεί παράνομη μέσω δύο αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. και τριών ψηφισμάτων της Γενικής Συνέλευσης του οργανισμού. Το Διεθνές Δίκαιο προφανώς δεν μπορεί να επιβληθεί, όπως μαρτυρεί η εμπειρία των τελευταίων 52 ετών μετά τον Αττίλα, αλλά η νομική κάλυψη στην Ελλάδα, ώστε να θέτει το ζήτημα μετ’ επιτάσεως και με δεδομένο ότι παραμένει εγγυήτρια δύναμη, συνιστά ένα ισχυρό αγκυροβόλιο της εξωτερικής πολιτικής Αθήνας και Λευκωσίας.

Επιθυμούμε την επίκληση των εν λόγω συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας; Το ορθολογικό κριτήριο επιτάσσει την παραμονή των ελληνικών δυνάμεων και ενδεχομένως την αύξησή τους όσο η Τουρκία παραμένει αδιάλλακτη και προκλητική, αγνοώντας (και) τη διεθνή νομιμότητα. Άλλωστε, η υπεράσπιση των ελληνικών δικαίων προϋποθέτει την αποστολή μηνύματος αποτροπής και άρα, δημιουργίας συνθηκών αύξησης του στρατηγικού κόστους για την Τουρκία για την οιαδήποτε ενέργεια ενάντια στο Διεθνές Δίκαιο και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η αποτελεσματικότητα της αποτροπής κρίνεται και από το βαθμό της αξιοπιστίας μας έναντι των συμμάχων μας, πραγματικών ή δυνητικών.

Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε εσχάτως ότι «η συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ προκαλεί περισσότερη δυσπιστία». Αν η ελληνική πλευρά περιστείλει την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτό θα αποτελέσει μήνυμα φοβικότητας όχι μόνο προς την Τουρκία, αλλά και προς το Ισραήλ, στο οποίο η Αθήνα έχει επενδύσει, κατά τα τελευταία έτη, για την εξισορρόπηση του νεοοθωμανικού κινδύνου σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Προς ώρας, οι ελληνικές δυνάμεις παραμένουν στην Ανατολική Μεσόγειο και ορθά. Ωστόσο, η προβολή ισχύος οφείλει να συνοδεύεται και από ανάλογου βεληνεκούς διπλωματικές κινήσεις και υπενθυμίσεις για το γεγονός ότι το Κυπριακό παραμένει πρόβλημα εισβολής και κατοχής, με τουρκικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (εκτοπίσεις πληθυσμών, βίαιες αλλαγές στη δημογραφική σύσταση, απαγωγές, βιασμοί, φόνοι αμάχων).