Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η Άγκυρα φιλοξενεί ίσως μία από τις σημαντικότερες Συνόδους Κορυφής του ΝΑΤΟ των τελευταίων δεκαετιών. Η συγκυρία δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο ευνοϊκή για την Τουρκία.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, η Ευρώπη επανεξοπλιζεται με ταχύτητα που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα έμοιαζε πολιτικά αδιανόητη, η Μέση Ανατολή παραμένει σε διαρκή αστάθεια και η σχέση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Ευρωπαίους συμμάχους περνά μία ακόμη περίοδο επαναπροσδιορισμού. Μέσα σε αυτό το ρευστό κι επαναπροσδιοριζόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποδέχεται τους Δυτικούς ηγέτες στο προεδρικό συγκρότημα του Μπεστεπέ έχοντας αρκετά χαρτιά στα χέρια του: Αμυντική βιομηχανία, γεωγραφία, Μέση Ανατολή, Μαύρη Θάλασσα, νέα στρατηγεία, αεράμυνα, ακόμη και η συζήτηση γύρω από τα F-35

Advertisement
Advertisement

Όλα τα παραπάνω συνδέονται με ένα ευρύτερο τουρκικό αφήγημα που έχει σταδιακά ενισχυθεί: η Δύση χρειάζεται την Τουρκία περισσότερο από όσο η Τουρκία χρειάζεται τη Δύση. Και η Άγκυρα διαπραγματεύεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη βάση.

Μια Ευρώπη που φοβάται και μια Τουρκία που πουλάει όπλα

Οι ευρωπαϊκές χώρες, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες, ενώ νέοι μηχανισμοί χρηματοδότησης δημιουργούν δυνατότητες που πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν. Εντούτοις, το βασικό πρόβλημα παραμένει και αφορά την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, η οποία, έπειτα από δεκαετίες υποεπένδυσης, περιορισμένων παραγγελιών και πολιτικής αδράνειας, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στον ρυθμό που απαιτεί η νέα εποχή. Η Ευρώπη χρειάζεται πυρομαχικά, drones, πυραυλικά συστήματα, αεράμυνα, τεθωρακισμένα και, κυρίως, μεγαλύτερες παραγωγικές δυνατότητες. Και τα χρειάζεται γρήγορα.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται η Τουρκία.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η Άγκυρα επένδυσε συστηματικά στην ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής της βιομηχανίας και τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Η Τουρκία έχει μετακινηθεί από τη θέση ενός κράτους με σημαντική εξάρτηση από ξένα οπλικά συστήματα σε εκείνη ενός όλο και πιο σοβαρού παραγωγού και εξαγωγέα στρατιωτικής τεχνολογίας.

Οι συμφωνίες με κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον Καναδά, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και με χώρες της Ασίας ξεπερνούν πλέον τη στενή εμπορική διάσταση. Για την Άγκυρα, η αμυντική βιομηχανία αποτελεί ταυτόχρονα οικονομικό εργαλείο, μηχανισμό τεχνολογικής αναβάθμισης και μέσο εξωτερικής πολιτικής.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσία. Όσο περισσότερο η Ευρώπη φοβάται μία μακροχρόνια ρωσική απειλή, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά ένας σύμμαχος που μπορεί να παράγει γρήγορα, σε σχετικά χαμηλότερο κόστος και χωρίς τους ίδιους πολιτικούς περιορισμούς που συχνά χαρακτηρίζουν αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Παράλληλα, η σταδιακή ευρωπαϊκή στροφή προς μία περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση της διεθνούς πολιτικής οδηγεί αρκετές κυβερνήσεις να δίνουν προτεραιότητα στη στρατηγική χρησιμότητα της Τουρκίας, παραβλέποντας ή υποβαθμίζοντας πτυχές της συμπεριφοράς της Άγκυρας που υπό διαφορετικές συνθήκες θα προκαλούσαν πολύ μεγαλύτερες αντιδράσεις. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν η άκρως επιθετική στάση της Τουρκίας απέναντι σε δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και η διαχρονική εγγύτητά της με δυνάμεις που η ίδια η Δύση αντιμετωπίζει ως στρατηγικούς αντιπάλους ή απειλές, όπως η Ρωσία και το Ιράν. Με άλλα λόγια, όσο αυξάνεται η ανάγκη της Ευρώπης για στρατιωτικές δυνατότητες, γεωγραφικό βάθος και γρήγορη παραγωγή, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η προθυμία της να αποδεχθεί τις αντιφάσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η Άγκυρα το γνωρίζει πολύ καλά και το αξιοποιεί.

Advertisement

Το δεύτερο ταμπλό: Μέση Ανατολή και Ισραήλ

Παράλληλα, η Τουρκία παίζει ένα δεύτερο και εξίσου σημαντικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή. Η ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα και η απουσία ουσιαστικής αποκλιμάκωσης σε συνδυασμό με την συνέχιση των ισραηλινών επιχειρήσεων στον Λίβανο, έχουν δημιουργήσει ένα πλαίσιο το οποίο επιτρέπει στην Άγκυρα να επιχειρήσει την ουσιαστική αναβάθμιση του ρόλου της.

Η ασκούμενη έντονη κριτική τούρκων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου Ρ.Τ. Ερντογάν, απέναντι στο Ισραήλ δύναται να ενταχθεί στην γενικότερη προσπάθεια της Άγκυρας να παρουσιάσει τον εαυτό της ως την ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου. Ταυτόχρονα, η Τουρκία έχει επιδιώξει να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο, ενώ διατηρεί άριστες σχέσεις με τη μοναδική μουσουλμανική πυρηνική δύναμη, το Πακιστάν. Κατά συνέπεια, η Άγκυρα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την παρούσα γεωπολιτική συγκυρία στη Μέση Ανατολή προς όφελός της, αυξάνοντας την πολιτική της επιρροή.

Αυτό προφανώς δεν συνεπάγεται πως όλα τα κράτη της περιοχής συντάσσονται με την Άγκυρα, αλλά ότι η Τουρκία χρησιμοποιώντας την αστάθεια προσπαθεί να προωθήσει την δική της ατζέντα.

Advertisement

Παράλληλα, η αυξανόμενη ένταση με το Ισραήλ, τροφοδοτεί ένα επιπλέον τουρκικό επιχείρημα. Η χώρα χρειάζεται ισχυρότερη αεράμυνα και κατά συνέπεια πρόσβαση σε δυτικά συστήματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση εκτείνεται από το SAMP/T μέχρι τη την πιθανή της επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35, με την Άγκυρα να επιχειρεί να παρουσιάσει τις αμυντικές της απαιτήσεις ως μέρος της ευρύτερης ανάγκης προστασίας της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ σε ένα εξαιρετικά ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εντάξουμε την ανάπτυξη του τουρκικού “Ατσάλινου Θόλου” καθώς και την τουρκική ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων μικρού-μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς. Με άλλα λόγια, η Τουρκία επιχειρεί να συνδέσει τις δικές της στρατηγικές επιδιώξεις, παρουσιάζοντάς τες ως ανάγκες της Συμμαχίας.

Δύο στρατηγεία και ένα μεγαλύτερο στοίχημα

Εδώ φτάνουμε ίσως στο πιο ευαίσθητο κομμάτι της συζήτησης για την Ελλάδα. Στο τραπέζι βρίσκεται η δημιουργία δύο νέων περιφερειακών στρατηγείων του ΝΑΤΟ σε τουρκικό έδαφος: ενός χερσαίου στα Άδανα και ενός ναυτικού στην Κωνσταντινούπολη. Η τουρκική πλευρά παρουσιάζει αυτή την εξέλιξη ως φυσική συνέπεια της γεωγραφικής και στρατηγικής σημασίας της χώρας. Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ χρειάζεται ισχυρότερη διοικητική και επιχειρησιακή παρουσία απέναντι σε ένα τόξο αστάθειας που ξεκινά από τη Μαύρη Θάλασσα και φτάνει στη Μέση Ανατολή. Η λογική αυτή έχει βάση, το ζήτημα εντούτοις είναι ότι κάθε νέα νατοϊκή δομή δημιουργεί και πολιτικό βάρος.

Advertisement

Η Τουρκία δεν ζητά απλώς περισσότερο ρόλο αλλά επιχειρεί να θεσμοποιήσει αυτόν τον ρόλο. Παράλληλα, η Σύνοδος προσφέρει στην Άγκυρα τη δυνατότητα να παρουσιάσει και το νέο διακλαδικό στρατηγείο «Ay Yıldız», ένα τεράστιο συγκρότημα που λειτουργεί συμβολικά σχεδόν ως «τουρκικό Πεντάγωνο». Η εικόνα έχει σημασία, διότι η Τουρκία θέλει να παρουσιαστεί όχι ως ένας δύσκολος σύμμαχος που απλώς κατέχει σημαντική γεωγραφική θέση, αλλά ως μία μεγάλη στρατιωτική δύναμη ικανή να προσφέρει υποδομές, διοίκηση, βιομηχανία και επιχειρησιακό βάθος.

Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν δύο νέα στρατηγεία θα αλλάξουν από τη μία ημέρα στην άλλη τις επιχειρησιακές ισορροπίες στο Αιγαίο γιατί πιθανότατα δεν θα το κάνουν. Η μεγαλύτερη σημασία είναι μακροπρόθεσμη Η Τουρκία σταδιακά παύει να παρουσιάζει τον εαυτό της ως ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης απέναντι σε κάποια εξωτερική απειλή και αρχίζει να αυτοπροβάλλεται ως ο κεντρικός κόμβος χωρίς τον οποίο ολόκληρη η νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Αυτή είναι μία πολύ διαφορετική αντίληψη ρόλου.

Και η Ελλάδα;

Η Αθήνα προσπαθεί να κινηθεί σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο στρατηγικό περιβάλλον. Ο Έλληνας Π/Θ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στην Τουρκία και την Ευρώπη. Μία τέτοια προσέγγιση, ωστόσο, προϋποθέτει πρόοδο σε ζητήματα που για την ελληνική πλευρά παραμένουν θεμελιώδη: σεβασμός του διεθνούς δικαίου, οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ασφάλεια Ελλάδας και Κύπρου, κάτι που η Τουρκία αγνοεί επιδεικτικά.

Advertisement

Στην Αθήνα υπάρχει ανησυχία για τρία βασικά ζητήματα.

Advertisement
  • Το πρώτο αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μία πιθανή αμερικανική στήριξη στην Τουρκία, είτε σε σχέση με κινητήρες για το KAAN είτε με μία μελλοντική επιστροφή στα F-35, θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τη μακροπρόθεσμη ισορροπία αεροπορικής ισχύος στο Αιγαίο, εις βάρος της Ελλάδας.
  • Το δεύτερο αφορά τη Γαλλία και την πιθανότητα πώλησης του συστήματος SAMP/T στην Τουρκία. Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η προοπτική αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα, ιδιαίτερα όταν ευρωπαϊκά αμυντικά συστήματα μπορούν να ενισχύσουν μία χώρα που εξακολουθεί να διατηρεί ανοιχτές διαφορές και διεκδικήσεις απέναντι σε δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Το τρίτο αφορά ακριβώς τα νέα στρατηγεία.

Ακόμη και εφόσον δεν αλλάζουν άμεσα τις επιχειρησιακές αρμοδιότητες στο Αιγαίο, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός θεσμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο η Τουρκία αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάρος στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Και εδώ υπάρχει ένα ερώτημα που η Αθήνα οφείλει να απαντήσει καθαρά. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, μέσα από τεχνικά στάδια και διαδικασίες του νατοϊκού σχεδιασμού, έχει ήδη ουσιαστικά ανοίξει τον δρόμο για αυτές τις εξελίξεις κατά τα τελευταία δύο χρόνια. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει μέχρι στιγμής δώσει μία εξίσου σαφή δημόσια απάντηση. Η σιωπή, βέβαια, μπορεί να εξηγείται από τη φύση των διαπραγματεύσεων μέσα στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, όταν πρόκειται για ζητήματα που ενδέχεται να επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη κατανομή ισχύος στην περιοχή, η απουσία δημόσιας εξήγησης αποκτά από μόνη της πολιτική σημασία.

Το πραγματικό στοίχημα

Η Σύνοδος της Άγκυρας δύσκολα θα κριθεί από τις φωτογραφίες, τις χειραψίες ή τις συνήθεις δηλώσεις περί «ενότητας της Συμμαχίας».

Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο ουσιαστικό. Θα συνδέσει η Δύση την αυξανόμενη σημασία της Τουρκίας μέσα στο ΝΑΤΟ με πραγματική πρόοδο στα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά εδώ και δεκαετίες; Θα υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό αντίκρισμα στο Κυπριακό, στο Αιγαίο και στον σεβασμό κυριαρχικών δικαιωμάτων; Ή η Τουρκία θα συνεχίσει να αυξάνει την επιρροή της στη Συμμαχία, ενώ οι υπόλοιποι θα ελπίζουν απλώς ότι αυτή η επιρροή κάποια στιγμή θα οδηγήσει από μόνη της σε πιο προβλέψιμη συμπεριφορά;

Advertisement

Η μέχρι τώρα εμπειρία δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυταπάτες. Η Άγκυρα έχει μάθει να αξιοποιεί τη γεωγραφία της, τις κρίσεις γύρω της, τους φόβους των συμμάχων της και τις αδυναμίες της Ευρώπης ως διαπραγματευτικά εργαλεία. Δεν το κάνει πάντα επιτυχημένα και ασφαλώς δεν ελέγχει όλες τις εξελίξεις. Παρ’ όλα αυτά, έχει κατανοήσει κάτι βασικό: σε περιόδους γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η χρησιμότητα μετατρέπεται σε ισχύ.

Συνεπώς, η Αθήνα χρειάζεται να εξασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα μέσα από την ίδια τη διαδικασία με την οποία η Τουρκία αναβαθμίζει τον ρόλο της. Διότι όταν ένας αντίπαλος ή ανταγωνιστής αποκτά περισσότερο θεσμικό, στρατιωτικό και πολιτικό βάρος, η απλή παρακολούθηση των εξελίξεων δεν αποτελεί στρατηγική. Και σε αυτή την περίπτωση, ο χρόνος δύσκολα λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας.

*

Ο Θεμιστοκλής Ζανίδης είναι γεωπολιτικός αναλυτής και ιδρυτής του GeoSec Insights, με έδρα τη Νέα Υόρκη. Το έργο του επικεντρώνεται στη διεθνή ασφάλεια, τον στρατηγικό ανταγωνισμό και τις μεταβολές της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.