Ο όρος «ψυχική υγεία» μπορεί να λάβει πολλές και διαφορετικές για τον/-ην καθένα/-μία έννοιες, καθώς αποτελείται από έναν τεράστιο αριθμό παραμέτρων. Για κάποιους ταυτίζεται με την έννοια της ευεξίας, για άλλους αποτελεί την αναγκαία αλλά όχι επαρκή βάση για τη διαβίωση ενός ανθρώπου, ενώ για άλλους μια πολυπόθητη πολυτέλεια μέσα στη βοή και την ασταμάτητη κίνηση της καθημερινότητας. Θα μπορούσαμε επί ημέρες να παραθέτουμε επιβαρυντικούς παράγοντες για την ψυχική υγεία. Παρ’ όλα αυτά, προτίμησα να εστιάσω σε έναν, σιωπηλό και ακόμη αρκετά παραμελημένο, του οποίου όμως το αποτύπωμα αφήνει δυσανάλογα αρνητικές συνέπειες. Ο παράγοντας αυτός είναι η υποκειμενική μοναξιά (subjective loneliness).
Θα μπορούσαμε πρόχειρα να ορίσουμε την υποκειμενική μοναξιά ως μια ψυχολογική κατάσταση, στην οποία ένας άνθρωπος βιώνει ένα έλλειμμα στις κοινωνικές του δεξιότητες και επαφές. Με λίγα λόγια, η αίσθηση ότι οι σχέσεις που έχει δεν είναι εκείνες που χρειάζεται. Μπορεί να χωριστεί σε καταστασιακή (στο εδώ και τώρα) και χρόνια (ως μόνιμο πια χαρακτηριστικό). Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι μέρος ενός κοινωνικού συνόλου και επιμέρους ομάδων, ακόμη και να έχει μεγάλο αριθμό κοινωνικών επαφών, και παρ’ όλα αυτά να βιώνει υποκειμενική μοναξιά. Και το ακριβώς αντίστροφο: άτομα με ελάχιστες κοινωνικές επαφές να μην αισθάνονται σχεδόν ποτέ μόνα. Με βάση την επικρατή θεώρηση της υποκειμενικής μοναξιάς, μπορεί να επιμεριστεί σε κοινωνική, συναισθηματική και υπαρξιακή, καθεμία εκ των οποίων αφορά στο αντίστοιχο πεδίο επίδρασης: η κοινωνική μοναξιά αναφέρεται σε ελλείμματα στο δίκτυο επαφών, η συναισθηματική στην απουσία ουσιωδών για το άτομο συναισθηματικών σχέσεων και η υπαρξιακή στην αδυναμία εύρεσης ουσιαστικής σύνδεσης με άλλους.
Ωραία ως εδώ – για ποιο λόγο, όμως, να βάλουμε στο επίκεντρο τη μοναξιά ως «βαρίδι» στην ψυχική μας υγεία; Εδώ θα ήθελα να εισαγάγουμε και μια ακόμη παράμετρο που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του 21ου αιώνα: την ψηφιακή πραγματικότητα. Είναι πια ευρέως αποδεκτό πως η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή ήρθε αρκετά απότομα, δίχως την κατάλληλη προετοιμασία. Ειδικά κατά τα έτη 2020-2022 και την πανδημία COVID-19, η μεταφορά των διαπροσωπικών σχέσεων σχεδόν κατά αποκλειστικότητα σε ψηφιακή μορφή, παράλληλα με τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης από το 2023 και ύστερα, οδήγησαν με βίαιο, εάν μπορεί να μου επιτραπεί, τρόπο στην ανάδυση ενός δυσεπίλυτου προβλήματος: μπορεί ποτέ να αντικατασταθεί ή έστω να υποκατασταθεί η ανθρώπινη επαφή; Μπορεί ποτέ ένας άνθρωπος να βιώσει ουσιαστική διάδραση, ενσυναίσθηση και αλληλοκατανόηση με ένα ψηφιακό εργαλείο ή μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης;
Για την ώρα, η απάντηση θα ήταν πρώιμο ίσως να δοθεί. Βέβαια, με τα δεδομένα του παρόντος, κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά δύσκολο να συμβεί. Και αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε εάν κοιτάξουμε πιο μακροσκοπικά τις συνέπειες που είχε αυτή η ψηφιακή μετάβαση για τον άνθρωπο. Η σταδιακή απομάκρυνση από τα γραφεία, η σταδιακή πάλι αύξηση του χρόνου μπροστά από τις οθόνες (screen time), η μετάβαση μεγάλου μέρους της καθημερινότητας σε ψηφιακή μορφή, καθώς και οι δελεαστικές και συχνά ιδιαίτερα «βολικές» δυνατότητες που προσφέρουν τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, έχουν ως κοινό παρανομαστή την αποξένωση από το κοινωνικό σύνολο και την κατακόρυφη αύξηση του χρόνου που περνά κανείς μόνος. Παράλληλα, αυτές οι εξελίξεις συνοδεύτηκαν από σημαντική αύξηση σε ψυχολογικά συμπτώματα και διαταραχές, ειδικά κατά την περίοδο της πανδημίας, και ιδιαίτερα σε νεαρότερες ηλικίες. Μάλιστα, η μοναξιά συνδέεται ιδιαίτερα με κάποιες από αυτές, όπως η κατάθλιψη και οι ψυχώσεις, και αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για αυτοκτονικότητα.
Με ποιους τρόπους, λοιπόν, βλάπτει την ψυχική μας υγεία η υποκειμενική μοναξιά; Αρχικά, όταν κανείς αισθάνεται έλλειψη σύνδεσης με άλλους ανθρώπους, δυσκολεύεται να επικοινωνήσει δύσκολα συναισθήματα ή προβληματισμούς του. Ως εκ τούτου, συρρικνώνεται αυτό που θα αποκαλούσαμε υποστηρικτικό περιβάλλον, καθώς και μειώνονται σημαντικά οι ευκαιρίες του για ανθρώπινη αλληλεπίδραση. Όταν, επίσης, ένα άτομο αισθάνεται ότι δεν ανήκει ή δεν γίνεται κατανοητό, γίνεται πιο ευαίσθητο σε ενδείξεις κοινωνικής απόρριψης – ένα φαινομενικά ουδέτερο σχόλιο ή μια καθυστερημένη απάντηση σε ένα μήνυμα μπορούν να βιωθούν ως απόρριψη ή αδιαφορία. Ένα άλλο μονοπάτι αποτελεί η σταδιακή απώλεια διαπροσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων: άνθρωποι που αποσύρονται από τον κοινωνικό ιστό και το δίκτυό τους σταδιακά «χάνουν» μέρος των δεξιοτήτων τους λόγω έλλειψης συνθηκών εξάσκησης, με αποτέλεσμα, όταν προσπαθήσουν ξανά να επιδιώξουν διαπροσωπικές επαφές, να τους είναι αρκετά πιο δύσκολο. Επιπροσθέτως, το βίωμα της υποκειμενικής μοναξιάς μπορεί να οδηγήσει σε υπερεπαγρύπνηση του ατόμου απέναντι σε δυνητικές απειλές, σε εστίαση της προσοχής προς τον εαυτό, καθώς και σε μηρυκασμό (επαναληπτικότητα) σκέψεων. Εάν, μάλιστα, συνδυάσουμε αυτές τις πιθανές διαδρομές με την κατακλυσμιαία από πληροφορίες ψηφιακή πραγματικότητα, δημιουργείται ένα αρκετά δύσκολο στην αποτροπή του υποθετικό μονοπάτι:
τάση για απομόνωση → επαφή με ψηφιακά μέσα/τεχνητή νοημοσύνη → «ατροφία» κοινωνικών δεξιοτήτων/αυξημένη χρήση οθόνης → απώλεια υποστηρικτικού περιβάλλοντος → υποκειμενική μοναξιά
Η μοναξιά, λοιπόν, γίνεται σταδιακά κάτι παραπάνω από ένα συναίσθημα – γίνεται ο τρόπος με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει και αντιλαμβάνεται την κοινωνική πραγματικότητα.
Μπορούμε να κάνουμε κάτι για όλα αυτά; Εδώ η απάντηση είναι αρκετά πιο άμεση: ναι. Στην πραγματικότητα, πιθανόν πολλοί από εμάς ήδη να δρούμε προστατευτικά απέναντι σε αυτές τις συνέπειες. Οι πιο άμεσες λύσεις που μπορούν να εφαρμοστούν είναι η ανάδειξη των κινδύνων που ενέχει η άκριτη επαφή με την τεχνολογία (ειδικά σε νέους ανθρώπους), η επανεδραίωση φυσικών δραστηριοτήτων, η ενδυνάμωση των κοινοτήτων και της ανθρώπινης διάδρασης, καθώς και η ψυχοεκπαίδευση (εκπαίδευση για θέματα ψυχικής υγείας) πάνω στα χαρακτηριστικά της υποκειμενικής μοναξιάς και σε στρατηγικές αντιμετώπισης. Σε ανθρώπους που ήδη βιώνουν τις συνέπειες αυτής στην ψυχική τους υγεία, η ενδυνάμωση του κοντινού τους περιβάλλοντος και η αναζήτηση ψυχολογικής θεραπείας δύνανται επίσης να βοηθήσουν σημαντικά.
Πιο μακροσκοπικά, ίσως θα είχε νόημα μια πιο κριτική και επιφυλακτική στάση απέναντι στην ταχύτατη και, κατά περιπτώσεις, βίαιη «εισβολή» της ψηφιακής πραγματικότητας στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Δυστυχώς, παρότι παρέχει εξαιρετικές και πράγματι δελεαστικές δυνάμεις, οι συνέπειές της είναι αδύνατο να μεταβολιστούν με τόσο ταχείς ρυθμούς. Χρειάζεται να διεκδικήσουμε χρόνο, έως ότου η προσαρμογή να είναι πια κάτι το φυσικό, παρά βεβιασμένο.
Γιατί, τελικά, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν φαίνεται να είναι πως οι άνθρωποι έχουμε χάσει τη δυνατότητα να επικοινωνούμε. Ίσως να είναι, αντιθέτως, πως έχουμε γίνει τρομερά καλοί στο να επικοινωνούμε, δίχως όμως απαραίτητα να συνδεόμαστε.
Κωνσταντίνος Δουλγέρης
Κλινικός Ψυχολόγος
Υποψήφιος Διδάκτωρ Κλινικής Ψυχολογίας
Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών