Μια ανακάλυψη που μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα για την ιστορία της αρχαίας Απολλωνίας στη Λιβύη έφεραν στο φως οι αρχαιολόγοι, αποκαλύπτοντας έναν σπάνιο ελληνικό ιππόδρομο, ένα άγνωστο μέχρι σήμερα θέατρο με θέα στη Μεσόγειο και σημαντικά ιερά συγκροτήματα.
Η Γαλλική Αρχαιολογική Αποστολή στη Λιβύη ανακοίνωσε νέα στοιχεία από τις έρευνές της στη Σούσα, τη σύγχρονη πόλη που βρίσκεται δίπλα στα ερείπια της αρχαίας Απολλωνίας, στις ακτές της ανατολικής Μεσογείου. Τα ευρήματα προσφέρουν νέα δεδομένα για την πολεοδομία, τη δημόσια ζωή και τη θρησκευτική δραστηριότητα μιας από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Κυρηναϊκής.
Ο διευθυντής της γαλλικής αποστολής, Βενσάν Μισέλ (Vincent Michel), χαρακτήρισε τον ελληνικό ιππόδρομο ένα εξαιρετικό επιστημονικό εύρημα, καθώς μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί άλλος αντίστοιχος χώρος στην Κυρηναϊκή ή στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.
Η σημασία της ανακάλυψης είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς οι αρχαίοι ιππόδρομοι αποτελούν από τα δυσκολότερα μνημεία για την αρχαιολογική έρευνα. Σε αντίθεση με τα θέατρα και άλλα πέτρινα δημόσια κτίρια, συχνά κατασκευάζονταν με χωματουργικές παρεμβάσεις και περιορισμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να εξαφανίζονται σταδιακά από τη διάβρωση, τις μεταγενέστερες κατασκευές ή τα φυσικά φαινόμενα.
Οι ιππόδρομοι αποτελούσαν μεγάλους υπαίθριους χώρους για ιπποδρομίες και αρματοδρομίες, αλλά παράλληλα λειτουργούσαν ως κέντρα δημόσιας ζωής. Εκεί πραγματοποιούνταν αθλητικοί αγώνες, τελετές, πολιτικές συγκεντρώσεις και μεγάλες εκδηλώσεις που συνδέονταν με την ταυτότητα της πόλης.
Η παρουσία ενός τέτοιου χώρου στην Απολλωνία δείχνει ότι η πόλη διέθετε πολύ πιο ανεπτυγμένη δημόσια υποδομή από αυτή που θεωρούσαν μέχρι σήμερα οι αρχαιολόγοι. Σύμφωνα με τον Βενσάν Μισέλ, η ανακάλυψη μπορεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση της θέσης της Απολλωνίας στον αρχαίο μεσογειακό κόσμο.
Οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει την επιστημονική τεκμηρίωση του ιπποδρόμου. Χρειάζονται περαιτέρω ανασκαφές για να καθοριστούν με ακρίβεια η χρονολογία κατασκευής του, οι πραγματικές διαστάσεις του και οι διαφορετικές φάσεις ανάπτυξής του.
Παράλληλα με τον ιππόδρομο, η γαλλική αποστολή ανακοίνωσε την ταυτοποίηση ενός νέου θεάτρου που βρίσκεται σε άμεση θέα προς τη Μεσόγειο.
Η νέα κατασκευή προσθέτει ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι στην εικόνα της αρχαίας Απολλωνίας, η οποία διέθετε ήδη γνωστό θέατρο κοντά στην ακτογραμμή. Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι το νέο εύρημα πιθανότατα αποτελεί διαφορετικό χώρο παραστάσεων και όχι το ήδη καταγεγραμμένο θέατρο της πόλης.
Οι αρχαιολόγοι δεν έχουν ακόμη δημοσιεύσει πλήρη στοιχεία για τις διαστάσεις, τη λειτουργία και τη χρονολόγηση του νέου θεάτρου. Ωστόσο, η θέση του μπορεί να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τη σχέση ανάμεσα στην πόλη, το λιμάνι της και τη θάλασσα.
Οι ανακαλύψεις παρουσιάστηκαν παρουσία εκπροσώπων του Τμήματος Αρχαιοτήτων της Λιβύης, του Υπουργείου Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, τοπικών οργανισμών πολιτιστικής κληρονομιάς και μελών της γαλλικής αρχαιολογικής ομάδας, μεταξύ των οποίων και ο αρχαιολόγος Ζαν-Σιλβέν Καγιού (Jean-Sylvain Caillou).
Μια πόλη που βυθίζεται στη Μεσόγειο
Η παραθαλάσσια θέση της Απολλωνίας αποτέλεσε πηγή πλούτου και ανάπτυξης, αλλά ταυτόχρονα την έκανε ευάλωτη στις μεταβολές της στάθμης της θάλασσας και στη διάβρωση.
Σύμφωνα με στοιχεία του Γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού, περίπου το ένα τρίτο της αρχαίας πόλης βρίσκεται σήμερα κάτω από το νερό. Οι υποβρύχιες έρευνες στην περιοχή ξεκίνησαν το 1986, ενώ αργότερα οι αρχαιολόγοι μελέτησαν τις οχυρώσεις, τα λουτρά, τα νεκροταφεία και τις θρησκευτικές συνοικίες.
Η Γαλλική Αρχαιολογική Αποστολή στη Λιβύη ερευνά την Απολλωνία από το 1976, ενώ ο Βενσάν Μισέλ έχει την ευθύνη της αποστολής από το 2011.
Ο νέος ιππόδρομος, το παραθαλάσσιο θέατρο και τα ιερά συγκροτήματα δημιουργούν πλέον μια διαφορετική εικόνα για την αρχαία πόλη, αποκαλύπτοντας ότι το δημόσιο και τελετουργικό της τοπίο ήταν πολύ μεγαλύτερο και πιο σύνθετο από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες.
Η ελληνική πόλη που έγινε πύλη της Κυρηναϊκής
Η Απολλωνία ιδρύθηκε ως το λιμάνι της Κυρήνης, της μεγάλης ελληνικής πόλης που δημιουργήθηκε από κατοίκους της Θήρας τον 7ο αιώνα π.Χ.
Βρισκόταν περίπου 16 χιλιόμετρα από την Κυρήνη και αποτελούσε τον βασικό θαλάσσιο σύνδεσμο ανάμεσα στα αγροτικά και αστικά κέντρα της περιοχής του Πράσινου Όρους (Jebel Akhdar) και τις εμπορικές διαδρομές της ανατολικής Μεσογείου.
Αρχικά εξαρτημένη από την Κυρήνη, η Απολλωνία απέκτησε μεγαλύτερη αυτονομία προς το τέλος της ελληνιστικής περιόδου. Αργότερα εντάχθηκε στην Κυρηναϊκή Πεντάπολη, μαζί με την Κυρήνη, την Πτολεμαΐδα, την Ταύχειρα και τη Βερενίκη.
Η πόλη συνέχισε να ακμάζει κατά τη ρωμαϊκή περίοδο και παρέμεινε κατοικημένη έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Στα ερείπιά της διατηρούνται σήμερα τείχη, λουτρικά συγκροτήματα, λιμενικές εγκαταστάσεις, χριστιανικές βασιλικές, κατοικίες και χώροι λατρείας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και παλαιότερες ανακαλύψεις στη συνοικία Καλλικράτεια, όπου οι αρχαιολόγοι είχαν εντοπίσει 19 λαξευμένους σε βράχο βωμούς και πολλά θρησκευτικά αντικείμενα που χρονολογούνται στον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ.
Επίσης, είχε βρεθεί ένα κτίριο εν μέρει λαξευμένο στον βράχο, το οποίο πιθανότατα χρησιμοποιούνταν για προσφορές ή τελετουργικές δραστηριότητες.
Τα νέα ευρήματα έρχονται να ενισχύσουν την εικόνα μιας Απολλωνίας που δεν ήταν απλώς ένα σημαντικό λιμάνι, αλλά ένα μεγάλο πολιτιστικό, αθλητικό και θρησκευτικό κέντρο του αρχαίου ελληνικού κόσμου στη Βόρεια Αφρική.
Με πληροφορίες από το Bicnews