Νέες διαστάσεις στην αντιπαράθεση μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βολοντίμιρ Ζελένσκι δίνει το παρασκήνιο της συμφωνίας για την αύξηση των εξαγωγών ρωσικού ντίζελ, την οποία αποκαλύπτει το Axios. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η απόφαση του Αμερικανού προέδρου να προχωρήσει σε συνεννόηση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν συνδέεται με την άρνηση της Ουκρανίας να σταματήσει τις επιθέσεις στις ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης πετρελαίου.
Αμερικανός αξιωματούχος με άμεση γνώση των συζητήσεων ανέφερε ότι το Κίεβο δεν ανταποκρίθηκε σε περίπου έξι αμερικανικά αιτήματα για τον τερματισμό των πληγμάτων. Η στάση αυτή προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στον Λευκό Οίκο, με την Ουάσιγκτον να θεωρεί ότι οι ουκρανικές επιχειρήσεις επιβαρύνουν τις διεθνείς αγορές ενέργειας και συμβάλλουν στην άνοδο των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ.
Η συμφωνία, την οποία ανακοίνωσε ο ίδιος ο Τραμπ, προβλέπει την αποστολή περισσότερων από 300.000 τόνων ρωσικού ντίζελ, καθώς και τη χαλάρωση ορισμένων αμερικανικών κυρώσεων που σχετίζονται με τις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές.
Ο Ζελένσκι αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία «άδικη» και «ανέντιμη». Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι η διευκόλυνση των ρωσικών εξαγωγών ενισχύει οικονομικά τη Μόσχα, την ώρα που οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον της Ουκρανίας συνεχίζονται.
«Ο Ζελένσκι διαβάζει λάθος την κατάσταση»
Σύμφωνα με τον Αμερικανό αξιωματούχο που επικαλείται το Axios, η συνέχιση των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια έχει επιβαρύνει τις σχέσεις του Ζελένσκι με τον Τραμπ. Η ίδια πηγή εκτιμά ότι ο Ουκρανός πρόεδρος «διαβάζει λάθος την κατάσταση», καθώς η επιλογή του να συνεχίσει τα πλήγματα φέρεται να υπονομεύει τη σχέση που είχε καταφέρει να οικοδομήσει με τον Αμερικανό πρόεδρο τους τελευταίους μήνες.
Οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν προκαλέσει σημαντικές ζημιές στη ρωσική πετρελαϊκή υποδομή, περιορίζοντας τη δυνατότητα διύλισης και δημιουργώντας προβλήματα στην εγχώρια αγορά καυσίμων της Ρωσίας. Η Μόσχα απάντησε με περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ, επιτείνοντας τις πιέσεις στην παγκόσμια αγορά.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές ενέργειας δοκιμάζονται και από τον πόλεμο στο Ιράν. Για την κυβέρνηση Τραμπ, η συγκράτηση των τιμών των καυσίμων που πληρώνουν οι Αμερικανοί καταναλωτές φαίνεται να αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα στην απόφαση για τη συμφωνία με τη Μόσχα.
Όπως αναφέρει το Axios, ο Τραμπ είχε ζητήσει από την Ουκρανία να διακόψει μονομερώς τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, εκτιμώντας ότι τα πλήγματα συνέβαλλαν στην αύξηση του κόστους της ενέργειας στις ΗΠΑ.
Η πρόταση Ζελένσκι για αμοιβαία παύση των επιθέσεων
Ο Ουκρανός πρόεδρος είχε προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση, ζητώντας από τον Τραμπ και τους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ να εξετάσουν μια αμοιβαία συμφωνία για τις ενεργειακές υποδομές.
Συγκεκριμένα, ο Ζελένσκι είχε δηλώσει ότι η Ουκρανία ήταν διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία διέκοπτε αντίστοιχα τα πλήγματα κατά των ουκρανικών εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η πρόταση δεν έγινε δεκτή από τον Αμερικανό πρόεδρο. Σύμφωνα με την πηγή του Axios, ο Τραμπ δεν θεωρούσε ότι οι δύο κατηγορίες επιθέσεων ήταν αντίστοιχες και επέμενε ότι το Κίεβο έπρεπε να σταματήσει τα πλήγματα ανεξάρτητα από τη στάση της Μόσχας.
Η διαφωνία αυτή αποτυπώνει τη διαφορετική προσέγγιση των δύο πλευρών. Για την Ουκρανία, οι επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτελούν μέσο άσκησης πίεσης στη ρωσική πολεμική μηχανή. Για την κυβέρνηση Τραμπ, ωστόσο, η συνέχισή τους δημιουργεί πρόσθετες οικονομικές πιέσεις, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Οι οκτώ ώρες συνομιλιών στο Μαϊάμι και η προειδοποίηση για τις πληροφορίες
Το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο των επαφών που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή στο Μαϊάμι, όπου οι διαβουλεύσεις διήρκεσαν περίπου οκτώ ώρες.
Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ ενημέρωσαν την ουκρανική αντιπροσωπεία ότι ο Τραμπ επρόκειτο να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Πούτιν και ότι σχεδίαζε να χαλαρώσει κυρώσεις που αφορούν τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.
Όπως μεταδίδει το Axios, οι Αμερικανοί διαπραγματευτές συνέδεσαν την απόφαση με την άρνηση του Κιέβου να ανταποκριθεί στις επανειλημμένες εκκλήσεις της Ουάσιγκτον για τον τερματισμό των επιθέσεων στα διυλιστήρια.
Ουκρανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι στη διάρκεια της συνάντησης διατυπώθηκε προειδοποίηση πως ο Τραμπ θα μπορούσε να διακόψει την παροχή αμερικανικών πληροφοριών προς την Ουκρανία, εάν συνεχιζόταν η ίδια τακτική. Η αμερικανική πλευρά, ωστόσο, αρνείται ότι διατυπώθηκε τέτοια απειλή.
Σύμφωνα με την εκδοχή του Αμερικανού αξιωματούχου, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ υπενθύμισαν στην ουκρανική αντιπροσωπεία ότι οι ΗΠΑ παρέχουν στο Κίεβο όπλα και πληροφορίες, υποστηρίζοντας ότι η Ουκρανία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις οικονομικές συνέπειες των στρατιωτικών της ενεργειών για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Προκαλούν πόνο στη Ρωσία, αλλά προκαλούν πόνο και στις ΗΠΑ», ανέφερε χαρακτηριστικά η ίδια πηγή, αναφερόμενη στις επιθέσεις κατά των διυλιστηρίων.
Ενεργειακές συμφωνίες στο τραπέζι των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων
Η αντιπαράθεση για το ρωσικό ντίζελ εκτυλίχθηκε ενώ η αμερικανική πλευρά επιχειρούσε να προωθήσει έναν νέο κύκλο συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, με τη συμμετοχή Ουκρανών και Ευρωπαίων αξιωματούχων.
Στο Μαϊάμι συζητήθηκαν οι εγγυήσεις ασφαλείας που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες και το ΝΑΤΟ στην Ουκρανία στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας. Στο τραπέζι βρέθηκαν επίσης προτάσεις για τα εδαφικά ζητήματα, αλλά και ένα ευρύτερο σχέδιο για τη μεταπολεμική πορεία της χώρας.
Το σχέδιο περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης, την ανασυγκρότηση των ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων και την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που έχουν προκύψει από τον πόλεμο.
Παράλληλα, εξετάστηκαν ένας οδικός χάρτης για την ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η μελλοντική σχέση της χώρας με το ΝΑΤΟ και η πιθανότητα διαμόρφωσης ενός νέου πλαισίου ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.
Σύμφωνα με το Axios, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ παρουσίασαν επίσης πιθανές ενεργειακές συμφωνίες με τη Μόσχα. Η αμερικανική κυβέρνηση εκτιμά ότι τέτοιου είδους συμφωνίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας, αλλά και να λειτουργήσουν ως κίνητρο για την εξασφάλιση ρωσικών παραχωρήσεων στις ειρηνευτικές συνομιλίες.
Η προσέγγιση αυτή δείχνει ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αξιοποιήσει την οικονομική συνεργασία ως εργαλείο διαπραγμάτευσης με τη Μόσχα, ακόμη και όταν οι ενεργειακές διευκολύνσεις προκαλούν αντιδράσεις από το Κίεβο.
Ο Πούτιν αποφεύγει να δεσμευτεί για την επανέναρξη των συνομιλιών
Παρά τη συμφωνία για το ντίζελ, ο Ρώσος πρόεδρος δεν δεσμεύθηκε για την άμεση επιστροφή της Μόσχας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ουκρανία.
Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Τραμπ, η οποία διήρκεσε περίπου 90 λεπτά, ο Πούτιν απέφυγε να δώσει συγκεκριμένη απάντηση σχετικά με το χρονοδιάγραμμα επανέναρξης των συνομιλιών.
Ο σύμβουλός του για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούρι Ουσακόφ, υποστήριξε ότι οι πρόσφατες ουκρανικές επιθέσεις στη Μόσχα και σε άλλες ρωσικές πόλεις, κατά τη διάρκεια των ρωσικών κοινοβουλευτικών εκλογών, υπονόμευσαν τις προοπτικές άμεσης επανέναρξης της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Σύμφωνα με τον Ουσακόφ, ο Πούτιν ανέφερε ότι η ρωσική πλευρά θα εξετάσει πότε θα μπορούσαν να επαναληφθούν οι συνομιλίες, χωρίς να αναλάβει συγκεκριμένη δέσμευση.
Την ίδια ώρα, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ εξετάζουν το ενδεχόμενο να επισκεφθούν την επόμενη εβδομάδα τόσο τη Μόσχα όσο και το Κίεβο, προκειμένου να συνεχίσουν τις επαφές για το αμερικανικό σχέδιο.
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ προσθέτει, πάντως, έναν ακόμη παράγοντα έντασης στις ήδη δύσκολες διαπραγματεύσεις. Η Ουκρανία βλέπει τη χαλάρωση των κυρώσεων ως οικονομική ενίσχυση της Ρωσίας, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται να δίνει προτεραιότητα στη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων και να αντιμετωπίζει τις ενεργειακές συμφωνίες ως πιθανό μοχλό πίεσης προς τη Μόσχα.
Το ερώτημα είναι εάν αυτή η στρατηγική θα διευκολύνει τελικά την επίτευξη μιας ειρηνευτικής συμφωνίας ή εάν θα διευρύνει το χάσμα μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου, σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει τους όρους για τον τερματισμό του πολέμου.