Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έδωσε το νέο στίγμα της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ιράν και έδειξε τη Δευτέρα ως την επόμενη κρίσιμη ημέρα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ανακοίνωσε, ετοιμάζονται να επιβάλουν στο Ιράν τις «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία», ενώ τη Δευτέρα ο ίδιος αναμένεται να παρουσιάσει σε συνέντευξη Τύπου περισσότερες λεπτομέρειες για το νέο αμερικανικό σχέδιο οικονομικής ασφυξίας της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Μπέσεντ περιέγραψε μία στρατηγική με δύο παράλληλα όπλα: αποκλεισμό και πρωτοφανείς οικονομικές κυρώσεις.
Η επιλογή της οικονομικής πίεσης έχει και μία δεύτερη, εξαιρετικά σημαντική διάσταση. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών υποστήριξε ότι μπορεί να περιορίσει την ανάγκη για μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν.
Η Δευτέρα, επομένως, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τότε αναμένεται να γίνει σαφέστερο ποιοι ακριβώς θα μπουν στο στόχαστρο, ποιοι οικονομικοί και εμπορικοί τομείς θα πληγούν και, κυρίως, πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η Ουάσιγκτον με τις δευτερογενείς κυρώσεις εναντίον τρίτων χωρών και επιχειρήσεων που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Ο Τραμπ είχε προαναγγείλει την «οικονομική D-Day»
Οι δηλώσεις Μπέσεντ έρχονται αμέσως μετά την απειλή του Ντόναλντ Τραμπ για «Economic Warfare» εναντίον του Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε χώρα προσφέρει «σανίδα σωτηρίας» στην Τεχεράνη μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρές οικονομικές συνέπειες.
Και εδώ ακριβώς το ζήτημα παύει να αφορά αποκλειστικά το Ιράν.
Αφορά την Κίνα, την Τουρκία, την Ινδία, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, το Πακιστάν, την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, χώρες που συγκαταλέγονται στους σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης.
Το μεγάλο στοίχημα είναι η Κίνα
Ο Μπέσεντ απηύθυνε ιδιαίτερο μήνυμα στο Πεκίνο, καλώντας την Κίνα να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και όχι τυχαία.
Η Κίνα απορροφά πάνω από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου που μεταφέρονται διά θαλάσσης. Αν το Πεκίνο δεν συμμετάσχει στην αμερικανική προσπάθεια, η πλήρης οικονομική απομόνωση του Ιράν γίνεται πολύ δυσκολότερη.
Η Κίνα, όμως, απορρίπτει τη λογική των κυρώσεων και επιμένει ότι η διέξοδος πρέπει να αναζητηθεί μέσω της διπλωματίας.
Και η Τουρκία στο κάδρο
Για την Ελλάδα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει φυσικά η θέση της Τουρκίας.
Η Άγκυρα διατηρεί σημαντικές εμπορικές και ενεργειακές σχέσεις με την Τεχεράνη. Εάν ο Τραμπ και ο Μπέσεντ προχωρήσουν πράγματι σε αυστηρές δευτερογενείς κυρώσεις, η κυβέρνηση Ερντογάν μπορεί να βρεθεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσει τις σχέσεις της με το Ιράν ή να αποφύγει μία ευθεία οικονομική σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και οι άλλες επτά χώρες που μπαίνουν στο στόχαστρο της Ουάσιγκτον
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ιράκ
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς το Ντουμπάι υπήρξε επί δεκαετίες ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς και χρηματοπιστωτικούς διαύλους του Ιράν προς τον έξω κόσμο. Τα δεδομένα, όμως, αλλάζουν δραματικά: τα Εμιράτα ανακοίνωσαν διακοπή οικονομικών και χρηματοπιστωτικών συναλλαγών με το Ιράν μετά τη νέα ένταση και τις καταγγελίες για ιρανικές πυραυλικές απειλές. Αυτό σημαίνει ότι ένας από τους παραδοσιακούς οικονομικούς «πνεύμονες» της Τεχεράνης κινδυνεύει να κλείσει. (Reuters)
Πολύ δυσκολότερη είναι η θέση του Ιράκ, το οποίο εξαρτάται ενεργειακά από το Ιράν. Σύμφωνα με το Reuters, η Βαγδάτη αγοράζει ιρανικό φυσικό αέριο αξίας περίπου 4 έως 5 δισ. δολαρίων τον χρόνο. Επομένως, η απαίτηση της Ουάσιγκτον για οικονομική απομόνωση της Τεχεράνης δεν είναι για το Ιράκ μια απλή διπλωματική επιλογή: μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα ενεργειακής ασφάλειας και ηλεκτροδότησης.
Ινδία και Πακιστάν
Η Ινδία έχει ήδη αισθανθεί το βάρος των αμερικανικών κυρώσεων. Το διμερές εμπόριο με το Ιράν, που κάποτε έφθανε τα 17 δισ. δολάρια, περιορίστηκε σε μόλις 1,63 δισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2025-26. Από αυτά περίπου 1,3 δισ. είναι ινδικές εξαγωγές, κυρίως δημητριακών, τσαγιού, καφέ και μπαχαρικών. Το Νέο Δελχί υποστηρίζει ότι πρόκειται κυρίως για ανθρωπιστικού χαρακτήρα εμπόριο, το οποίο δεν θα πρέπει να εμπίπτει στις κυρώσεις. (Reuters)
Στην αντίθετη κατεύθυνση κινείται το Πακιστάν, που επιδιώκει μαζί με την Τεχεράνη να ανεβάσει το διμερές εμπόριο ακόμη και στα 10 δισ. δολάρια. Ένα σημαντικό μέρος των συναλλαγών γίνεται ανεπίσημα στις παραμεθόριες περιοχές. Εάν η κυβέρνηση Τραμπ εφαρμόσει κατά γράμμα την απειλή για κυρώσεις και σε τρίτες χώρες, το Ισλαμαμπάντ θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη γειτονική Τεχεράνη και στην ανάγκη να μη βρεθεί απέναντι στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ομάν: ο εταίρος αλλά και ο μεσολαβητής
Το Ομάν είναι ίσως η πιο λεπτή περίπτωση από όλες. Διατηρεί παραδοσιακά καλές σχέσεις με το Ιράν, αλλά ταυτόχρονα έχει επανειλημμένα αναλάβει τον ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Οι οικονομικές συναλλαγές των δύο χωρών έχουν αυξηθεί, αλλά το πραγματικό βάρος του Μουσκάτ είναι γεωπολιτικό: βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ και αποτελεί έναν από τους ελάχιστους διαύλους επικοινωνίας που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Γι’ αυτό μία ανεξέλεγκτη εφαρμογή δευτερογενών κυρώσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα παράδοξο: οι ΗΠΑ να πιέσουν οικονομικά μία χώρα την οποία ταυτόχρονα χρειάζονται ως ενδιάμεσο για να διαπραγματευθούν με την Τεχεράνη.
Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν
Η Αρμενία έχει πολύ μικρότερο οικονομικό μέγεθος, αλλά πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από τη γεωγραφία. Το εμπόριό της με το Ιράν έφθασε τα 768 εκατ. δολάρια το 2025, ενώ περίπου το 20% του εξωτερικού εμπορίου της περνά μέσω Ιράν. Επιπλέον, οι δύο χώρες εφαρμόζουν το ιδιαίτερο σύστημα «φυσικό αέριο έναντι ηλεκτρικής ενέργειας»: το Ιράν προμηθεύει αέριο στην Αρμενία και η Αρμενία επιστρέφει μέρος του σε ηλεκτρική ενέργεια.
Τέλος, το Αζερμπαϊτζάν έχει μικρότερες αλλά αυξανόμενες συναλλαγές με την Τεχεράνη. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 το διμερές εμπόριο έφθασε περίπου τα 312,6 εκατ. δολάρια, αυξημένο κατά 4,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η μεγάλη πλειονότητα αφορά εισαγωγές του Αζερμπαϊτζάν από το Ιράν. (Reuters)
Έτσι, η προαναγγελία Μπέσεντ για τη Δευτέρα αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία. Δεν περιμένουμε απλώς να μάθουμε ποιες νέες κυρώσεις θα επιβληθούν στο Ιράν. Περιμένουμε να δούμε μέχρι πού θα φτάσει η Ουάσιγκτον απέναντι στις χώρες που εξακολουθούν να εμπορεύονται μαζί του.
Γιατί εάν οι «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία» συνοδευτούν από πραγματικά σκληρές δευτερογενείς κυρώσεις, τότε το δίλημμα που θέτει η κυβέρνηση Τραμπ θα είναι εξαιρετικά απλό αλλά και εκρηκτικό:
ή συνεχίζετε τις δουλειές με την Τεχεράνη ή διακινδυνεύετε τις δουλειές σας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.