Η 17η Οκτωβρίου 1974 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ημερομηνίες στην ιστορία των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Λίγους μήνες μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το αμερικανικό Κογκρέσο επέβαλε νομοθετικά περιορισμούς στη στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία, προκαλώντας σοβαρή κρίση στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ιστορική λεπτομέρεια που αξίζει να διευκρινιστεί: ο πρόεδρος Τζέραλντ Φορντ δεν ήταν ο πολιτικός που επιδίωξε το εμπάργκο. Αντιθέτως, προσπάθησε να το αποτρέψει, ασκώντας ακόμη και βέτο σε προηγούμενες νομοθετικές πρωτοβουλίες. Στις 17 Οκτωβρίου υπέγραψε τελικά τη συμβιβαστική νομοθεσία, χρησιμοποιώντας παράλληλα τη δυνατότητα προσωρινής αναστολής των περιορισμών.
Η τουρκική εισβολή και η αντίδραση του Κογκρέσου
Στις 20 Ιουλίου 1974, πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, επικαλούμενη τον ρόλο της ως εγγυήτριας δύναμης.
Ακολούθησε η δεύτερη φάση της εισβολής, τον Αύγουστο, με αποτέλεσμα ο τουρκικός στρατός να καταλάβει περίπου το 37% του κυπριακού εδάφους. Χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν, ενώ η τραγωδία των αγνοουμένων άφησε βαθιά τραύματα.
Το αμερικανικό Κογκρέσο βρέθηκε μπροστά σε ένα σοβαρό ζήτημα: η Τουρκία είχε χρησιμοποιήσει αμερικανικής προέλευσης στρατιωτικό εξοπλισμό σε επιχειρήσεις που δεν συνδέονταν με την κοινή άμυνα του ΝΑΤΟ.
Βουλευτές και γερουσιαστές υποστήριξαν ότι η χρήση αυτή παραβίαζε τους όρους της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.
Η κινητοποίηση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και οι παρεμβάσεις φιλελληνικών κύκλων ενίσχυσαν την πίεση προς την αμερικανική κυβέρνηση.
Ο Φορντ, ο Κίσινγκερ και η σύγκρουση με το Κογκρέσο
Ο πρόεδρος Φορντ και ο υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ αντιμετώπιζαν την Τουρκία ως κρίσιμο σύμμαχο στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα μέσα στο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου.
Φοβούνταν ότι η διακοπή της στρατιωτικής συνεργασίας θα μπορούσε να απομακρύνει την Άγκυρα από τη Δύση και να αποδυναμώσει την αμερικανική στρατηγική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το Κογκρέσο, όμως, επέμενε ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν μπορούσε να αγνοεί την παραβίαση της νομοθεσίας για τη χρήση αμερικανικών όπλων.
Έτσι, στις 17 Οκτωβρίου 1974 θεσπίστηκε η Public Law 93-448, που αποτέλεσε τη νομοθετική βάση του εμπάργκο.
Πότε εφαρμόστηκε και πότε καταργήθηκε το εμπάργκο
Η πορεία του εμπάργκο δεν ήταν ευθύγραμμη. Περιλάμβανε προσωρινές αναστολές, μερική χαλάρωση και τελική κατάργηση.
17 Οκτωβρίου 1974: Ψηφίζεται η νομοθεσία που προβλέπει το εμπάργκο. Ο Φορντ αναστέλλει προσωρινά την εφαρμογή του.
10 Δεκεμβρίου 1974: Οι περιορισμοί τίθενται αρχικά σε ισχύ.
30 Δεκεμβρίου 1974: Νέα νομοθεσία επιτρέπει προσωρινή αναστολή.
5 Φεβρουαρίου 1975: Το εμπάργκο επανέρχεται και εφαρμόζεται ουσιαστικά.
6 Οκτωβρίου 1975: Ο Φορντ υπογράφει νόμο για τη μερική άρση των περιορισμών.
26 Σεπτεμβρίου 1978: Ο πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ προχωρεί στην οριστική άρση του εμπάργκο.
Αυτές οι ημερομηνίες καταγράφονται σε επίσημη έκθεση της Υπηρεσίας Ερευνών του αμερικανικού Κογκρέσου.
Γιατί οι Αμερικανοί υποχώρησαν
Η Άγκυρα αντέδρασε έντονα στο εμπάργκο, περιορίζοντας την αμερικανική πρόσβαση σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Τουρκία.
Η εξέλιξη αυτή ανησύχησε το Πεντάγωνο, καθώς η γεωγραφική θέση της Τουρκίας είχε ιδιαίτερη σημασία για την παρακολούθηση της Σοβιετικής Ένωσης.
Στην Ουάσιγκτον άρχισε να επικρατεί η άποψη ότι το εμπάργκο, αντί να οδηγεί την Τουρκία σε υποχωρήσεις στο Κυπριακό, δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα στη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Η κυβέρνηση Κάρτερ πίεσε το Κογκρέσο να αλλάξει στάση.
Τελικά, οι γεωστρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ υπερίσχυσαν των πιέσεων για λύση του Κυπριακού.
Η απόφαση ελήφθη χωρίς να έχει προηγηθεί αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από τα κατεχόμενα εδάφη. Αυτό καταγράφεται και στα επίσημα ιστορικά αρχεία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Ισχύει σήμερα το εμπάργκο;
Όχι. Το γενικό αμερικανικό εμπάργκο όπλων του 1974-1978 έχει καταργηθεί από τις 26 Σεπτεμβρίου 1978.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αμερικανοτουρκικές αμυντικές σχέσεις έπαψαν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς και κρίσεις.
Χαρακτηριστική είναι η μεταγενέστερη υπόθεση των ρωσικών πυραύλων S-400, εξαιτίας των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35 και επέβαλαν στοχευμένες κυρώσεις στον τουρκικό αμυντικό τομέα.
Πρόκειται, όμως, για διαφορετικές αποφάσεις και όχι για συνέχιση του εμπάργκο που επιβλήθηκε εξαιτίας της εισβολής στην Κύπρο.
Η ιστορική αντίφαση που παραμένει
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, το Κυπριακό παραμένει άλυτο και το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή.
Το εμπάργκο των ΗΠΑ υπήρξε μία από τις πιο ουσιαστικές διεθνείς πιέσεις που ασκήθηκαν στην Άγκυρα μετά το 1974. Δεν κατάφερε, ωστόσο, να επιβάλει την αποκατάσταση της κυπριακής εδαφικής ακεραιότητας.
Η ιστορία του αποκαλύπτει και μία διαχρονική πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής: όταν συγκρούονται οι αρχές του διεθνούς δικαίου με τις στρατηγικές προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων, πολύ συχνά οι δεύτερες είναι εκείνες που καθορίζουν τις τελικές αποφάσεις.
Και στην περίπτωση της Κύπρου, το εμπάργκο έληξε. Η κατοχή όχι.