Η Σουηδία, η πιο πρόσφατη προσθήκη στο ΝΑΤΟ, ψηφίζει την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου σε μια εκλογική αναμέτρηση που δεν μοιάζει με τις προηγούμενες. Δεν είναι τόσο οι πολιτικές που μονοπωλούν τη συζήτηση, όσο το ποιος θα κυβερνήσει και με ποιους συμμάχους. Το «ποιος» δεν συνδέεται – στο μυαλό του Σουηδού ψηφοφόρου – με ιδέες και κόμματα, όσο με συγκεκριμένα πρόσωπα.
Στο τραπέζι βρίσκεται ένα ενδεχόμενο πρωτοφανές για τη σκανδιναβική χώρα: η ακροδεξιά να μπει για πρώτη φορά σε κυβερνητικό σχήμα.
Πάνω από 8 εκατομμύρια πολίτες, σε συνολικό πληθυσμό περίπου 10,6 εκατομμυρίων, καλούνται να αναδείξουν σε αυτές τις εκλογές τα πρόσωπα που θα καθίσουν στις 349 έδρες της Riksdag, του σουηδικού κοινοβουλίου. Η μάχη διεξάγεται, στην ουσία, ανάμεσα σε δύο μπλοκ με τέσσερα κόμματα το καθένα: το κεντροαριστερό, με βασικό πρωταγωνιστές τους Σοσιαλδημοκράτες, και το κεντροδεξιό, που στηρίζεται στην «ανοχή» των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών.
Οι διεκδικητές της πρωθυπουργίας και η ατζέντα: μεταναστευτικό, αστυνόμευση και απελάσεις
Δύο πολιτικά πρόσωπα με πολύ διαφορετικές διαδρομές εμφανίζονται ως μεγάλοι μονομάχοι.
Ο Ούλφ Κρίστερσον, 62 ετών, ηγέτης των Μετριοπαθών (Moderates), κυβερνά από το 2022 επικεφαλής μιας τρικομματικής μειοψηφικής κυβέρνησης που στηρίζεται εξωκοινοβουλευτικά από τους Σουηδούς Δημοκράτες. Στα τέσσερα χρόνια διακυβέρνησής του, η ασυλία για όσους αιτούνται άσυλο καταργήθηκε, οι απελάσεις αυξήθηκαν, ενώ επιβλήθηκαν αυστηρότερες ποινές και διευρύνθηκαν οι αρμοδιότητες της αστυνομίας. Το επιχείρημά του για επανεκλογή στηρίζεται σε αριθμούς: οι αιτήσεις ασύλου βρίσκονται σε χαμηλό 40 ετών και οι θάνατοι από πυροβολισμούς έχουν μειωθεί κατά 75%.
Η διαδρομή του Κρίστερσον έχει ένα στοιχείο ειρωνείας: ως επικεφαλής της νεολαίας των Μετριοπαθών υποστήριζε κάποτε την πολιτική ανοιχτών συνόρων, ενώ το 2018 είχε υποσχεθεί προσωπικά στην επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, Χέντι Φρίντ, ότι το κόμμα του ποτέ δεν θα συνεργαζόταν με τους Σουηδούς Δημοκράτες. Ανέτρεψε αυτή τη δέσμευση μετά την ανάληψη της ηγεσίας το 2017, σε μια κίνηση πολιτικού ρεαλισμού που άνοιξε τον δρόμο για τη νίκη του 2022.
Απέναντί του, η Μαγκνταλένα Άντερσον των Σοσιαλδημοκρατών, κόμματος που έχει κυβερνήσει τη Σουηδία τις περισσότερες φορές από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Άντερσον είχε ήδη διατελέσει πρωθυπουργός το 2021-2022, προτού χάσει την εξουσία στις τελευταίες εκλογές, και τώρα παλεύει για να την ανακτήσει.
Οι δημοσκοπήσεις βγάζουν «θρίλερ»
Σύμφωνα με έρευνα της Indikator Opinion για λογαριασμό της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης SR (διεξήχθη 2-10 Σεπτεμβρίου σε δείγμα 5.642 ψηφοφόρων), το κεντροαριστερό μπλοκ προηγείται με 50,8% έναντι 47,6% του κυβερνώντος συνασπισμού μαζί με τους Σουηδούς Δημοκράτες. Σε έδρες, αυτό μεταφράζεται σε προβάδισμα 180 προς 169.
Οι Σοσιαλδημοκράτες παραμένουν το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας με 28,6% (πτώση 1,7 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το 2022), ενώ οι Σουηδοί Δημοκράτες παραμένουν το ισχυρότερο κόμμα εντός του κυβερνητικού μπλοκ με 18,3% (πτώση 2,2 μονάδων από το 20,5% του 2022).
Το προβάδισμα της κεντροαριστεράς έχει διατηρηθεί σε όλες τις δημοσκοπήσεις της χρόνιας, όμως έχει στενέψει αισθητά σε σχέση με το καλοκαίρι. Ο Νίκολας Έιλοτ, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Södertörn, εκτιμά ότι μια νίκη της κεντροδεξιάς θα ήταν «κάπως εντυπωσιακή» δεδομένου του σταθερού προβαδίσματος της αντιπολίτευσης επί τέσσερα χρόνια, χωρίς όμως να το αποκλείει εντελώς. Μέρος της συρρίκνωσης αποδίδεται, κατά τον ίδιο, σε μια «εξαιρετικά αμυντική» προεκλογική εκστρατεία των Σοσιαλδημοκρατών, που άφησε ορισμένους ψηφοφόρους αμήχανους ως προς τους λόγους στήριξής τους.
Το μεγάλο «αν»: οι Σουηδοί Δημοκράτες στο υπουργικό συμβούλιο
Αυτό που κάνει τις φετινές εκλογές πραγματικά διαφορετικές δεν είναι τα ποσοστά, αλλά αυτό που θα ακολουθήσει μια ενδεχόμενη νίκη της δεξιάς. Ο Κρίστερσον έχει ανακοινώσει ήδη από τον Απρίλιο ότι, αν το μπλοκ του κερδίσει, οι Σουηδοί Δημοκράτες θα μπουν για πρώτη φορά σε κυβερνητικές θέσεις – κάτι που μέχρι σήμερα απέφευγαν – παρέχοντας μόνο κοινοβουλευτική στήριξη από απόσταση.
Το κόμμα ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1980 από ανθρώπους με background σε ακροδεξιές, ή ακόμη και νεοναζιστικές οργανώσεις. Υπό την ηγεσία του Γίμι Όκεσον από το 2005, το κόμμα έχει «μετριάσει» τη ρητορική του και έχει αποβάλει μέλη που εξέφραζαν ανοιχτά ρατσιστικές θέσεις, χωρίς αυτό να διώξει εντελώς την «καχυποψία» – όπως τη χαρακτηρίζει ο Έιλοτ – που εξακολουθεί να προκαλεί στους Σουηδούς η προοπτική διορισμού υπουργών από το συγκεκριμένο κόμμα.
Υπάρχει, μάλιστα, ένα σενάριο που θα έθετε σε δοκιμασία ακόμη και τον ίδιο τον Κρίστερσον: αν οι Σουηδοί Δημοκράτες συγκεντρώσουν περισσότερες ψήφους από τους Μετριοπαθείς εντός του νικητήριου μπλοκ. Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι ο Κρίστερσον θα παραμείνει πρωθυπουργός σε κάθε περίπτωση, αλλά με αισθητά αποδυναμωμένη εξουσία. Όπως το θέτει η καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ Μαρί Ντέμκερ: «Οι Σουηδοί Δημοκράτες θα είχαν στην πράξη τον έλεγχο».
Μια διχασμένη αριστερά που όμως προηγείται
Αν, αντίθετα, επικρατήσει η κεντροαριστερά, τα πράγματα δεν θα είναι απλά. Τα τέσσερα κόμματα του μπλοκ διαφωνούν σε βασικά ζητήματα, από τη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων μέχρι το αν η Σουηδία πρέπει να κατασκευάσει νέους πυρηνικούς αντιδραστήρες. Πιο κρίσιμο ακόμη: το Κεντρώο Κόμμα και το Κόμμα της Αριστεράς έχουν αποκλείσει ρητά τη συμμετοχή τους σε κυβέρνηση αν συμμετέχει και το άλλο.
Αυτό σημαίνει πως, ακόμη και με νίκη, μια κυβέρνηση Άντερσον θα μπορούσε να καταλήξει σε μειοψηφικό σχήμα με κάποια – όχι όλα – τα κόμματα της αντιπολίτευσης, μετά από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις.
Εθνική Ασφάλεια: Κι όμως, συμφωνούν όλοι σε ένα πράγμα
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο: τόσο το κυβερνών όσο και το αντιπολιτευόμενο μπλοκ συμφωνούν στα μεγάλα ζητήματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Και οι δύο πλευρές στηρίζουν την Ουκρανία στον πόλεμο κατά της Ρωσίας, καθώς και τον επανεξοπλισμό της χώρας. Η Σουηδία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ το 2024. Μία διαδικασία που ξεκίνησε η κυβέρνηση Άντερσον μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και ολοκληρώθηκε επί Κρίστερσον.
Η ευρεία αυτή συναίνεση εξηγεί, γιατί οι εκλογές δεν αποτελούν προτεραιότητα για τη Μόσχα σε επίπεδο παρέμβασης. Ωστόσο, λίγο πριν τις κάλπες, το περιοδικό Expo δημοσίευσε ρεπορτάζ που κατηγορεί μια υπάλληλο του κοινοβουλίου, συνδεδεμένη με τους Σουηδούς Δημοκράτες, ότι διέδιδε ρωσική προπαγάνδα σε social media. Ο σύντροφός της, επικεφαλής του γραφείου συντονισμού του κόμματος με την κυβέρνηση, υποστήριξε ότι οι αναρτήσεις βγήκαν εκτός context και ανακοίνωσε ότι θα λάβει γονική άδεια για να μην επισκιάσει την προεκλογική εκστρατεία. Είναι μία κίνηση που ο ίδιος ο Κρίστερσον χαρακτήρισε θετική, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχει χώρος για φιλορωσικά αφηγήματα στη Σουηδία».
Η «μεγάλη εικόνα»
Η Σουηδία διεξάγει τις εκλογές της τη στιγμή που η ακροδεξιά ανεβαίνει σε πολλά σημεία της Ευρώπης: η Alternative für Deutschland κέρδισε πρόσφατα περιφερειακές εκλογές στη Γερμανία, ενώ η Μαρίν Λεπέν προηγείται σε δημοσκοπήσεις ενόψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους. Αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις και η κεντροαριστερά επιστρέψει στην εξουσία, η Σουηδία θα αποτελέσει μια αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτό το ευρωπαϊκό ρεύμα, έστω και αν – όπως σημειώνει ο κοινωνιολόγος Ζεθ Ίσακσον – οι Σουηδοί Δημοκράτες φαίνεται να έχουν ήδη «φτάσει στο ταβάνι» της δημοφιλίας τους.
Ό,τι κι αν συμβεί την Κυριακή, ένα είναι σίγουρο: το αποτέλεσμα δεν θα κριθεί μόνο από τις κάλπες, αλλά και από τις διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν και που – με έναν διχασμένο πολιτικό χάρτη και στις δύο πλευρές του φάσματος – μπορεί να διαρκέσουν αρκετό καιρό.
Πηγές: Reuters, Associated Press