Μπορεί οι καταναλωτές τα τελευταία χρόνια να επιλέγουν για τις αγορές τους μερικά από τα πιο γνωστά fast fashion brand όπως Temu και Shein, ωστόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση κρούει τον κόδωνα του κινδύνου για τα υλικά από τα οποία φτιάχονται τα ενδύματα.
Μαζί με τον νέο ειδικό εισαγωγικό δασμό που τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιουλίου για μικροδέματα που αποστέλλονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, νέοι έλεγχοι αναμένεται να εφαρμοστούν για την ποιότητα των προϊόντων.
Πάνω από το 90% των ενδυμάτων που διατίθενται μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου κατασκευάζονται από οικονομικά συνθετικά υλικά, όπως ο πολυεστέρας, η ελαστάνη και το νάιλον. Τα συγκεκριμένα υφάσματα αποτελούν ουσιαστικά μορφές μαλακού πλαστικού, οι οποίες δεν βιοδιασπώνται και, με την πάροδο του χρόνου, διασπώνται σε μικροπλαστικά.
Έως σήμερα, τα προϊόντα αυτά αποστέλλονταν απευθείας από εργοστάσια του εξωτερικού στους καταναλωτές, χωρίς να υπόκεινται στους ελέγχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την παρουσία επικίνδυνων χημικών ουσιών και άλλων επιβλαβών συστατικών. Με τη νέα τελωνειακή οδηγία της ΕΕ, θα καθίσταται υποχρεωτική η παροχή ηλεκτρονικών δεδομένων παρακολούθησης για κάθε εισερχόμενο δέμα. Έτσι, οι τελωνειακές αρχές θα έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τις αποστολές για τυχόν παράνομες χημικές ουσίες και παραβιάσεις των προτύπων ασφάλειας πριν από την είσοδό τους στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οι αναφορές για χημικούς κινδύνους που σχετίζονται με κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και είδη ένδυσης παρουσιάζουν αξιοσημείωτη αύξηση, καθώς κάθε χρόνο καταγράφονται δεκάδες διεθνείς ειδοποιήσεις στο Σύστημα Ταχείας Ειδοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περισσότερο από το 72% των επίσημων αυτών ειδοποιήσεων αφορά άμεσες απειλές για την ανθρώπινη υγεία, όπως σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, χημικά εγκαύματα λόγω υψηλών συγκεντρώσεων φορμαλδεΰδης και πιθανές βλάβες σε όργανα εξαιτίας της έκθεσης σε βαρέα μέταλλα.
Έρευνα της BEUC, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2025, ανέδειξε την παρουσία ιδιαίτερα επικίνδυνων χημικών ουσιών σε παιδικά προϊόντα, κάνοντας λόγο για «χημικές βόμβες». Από τα 25 προϊόντα που εξετάστηκαν, τα 10 περιείχαν ουσίες υψηλού κινδύνου, ενώ ένα ζευγάρι παιδικών παντοφλών χαρακτηρίστηκε από τους ερευνητές ως χαρακτηριστικό παράδειγμα εξαιρετικά επικίνδυνου προϊόντος.
Η έκθεση του ανθρώπινου οργανισμού στις χημικές αυτές ουσίες μπορεί να προκύψει μέσω διαφορετικών οδών. Η θερμότητα του σώματος και ο ιδρώτας ευνοούν την απελευθέρωση ορισμένων χημικών ενώσεων από τα υφάσματα, διευκολύνοντας την απορρόφησή τους από το δέρμα. Παράλληλα, ίνες και χημικές ουσίες που αποδεσμεύονται από τα υφάσματα μπορούν να εισπνευστούν, ενώ τα μικρά παιδιά διατρέχουν επιπλέον κίνδυνο, καθώς συχνά φέρνουν τα ρούχα σε επαφή με το στόμα τους. Παράγοντες όπως η αυξημένη θερμοκρασία, η εφίδρωση, η παρατεταμένη χρήση των ενδυμάτων και η ύπαρξη ερεθισμένου δέρματος ενισχύουν την απορρόφηση των ουσιών αυτών.
Επιπλέον, σε έρευνα της Greenpeace που περιλάμβανε 56 είδη ένδυσης, εντοπίστηκαν συγκεντρώσεις φθαλικών ενώσεων έως και 200 φορές υψηλότερες από τα επιτρεπόμενα όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, σε επτά μπουφάν ανιχνεύθηκαν PFAS, γνωστές και ως «παντοτινές χημικές ουσίες», με ορισμένα δείγματα να υπερβαίνουν τα ευρωπαϊκά όρια περισσότερο από 3.000 φορές. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης την παρουσία μολύβδου και καδμίου σε υποδήματα, φορμαλδεΰδης σε παιδική στολή και μηλφαινολών αιθοξυλικών σε αδιάβροχο ένδυμα. Αντίστοιχα ευρήματα δημοσιοποίησε και η BEUC, ενώ η δανική καταναλωτική οργάνωση Forbrugerrådet Tænk εντόπισε περιορισμένες ουσίες PFAS σε αρκετά μπουφάν εξωτερικού χώρου.