Πίσω από το όρθιο χειροκρότημα, τόσο στην ομιλία της φον ντερ Λάιεν για την Κατάσταση της Ένωσης και την πρότασή της να γίνει ο Καναδάς το πρώτο συνδεδεμένο μέλος της ΕΕ, το πρακτικό ερώτημα είναι διπλό. Μπορεί να υλοποιηθεί αυτό που ανακοίνωσε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και τι κάνει στην ίδια την Ένωση αν επιχειρηθεί; Η σύντομη απάντηση είναι ότι ως πραγματική «ιδιότητα μέλους» δύσκολα γίνεται, ως βαθιά σχέση σύνδεσης γίνεται με κόπο, και ως δέσμη τομεακών συνεργασιών γίνεται ήδη.
Ξεκινώντας από τη νομική πραγματικότητα. Το Άρθρο 49 της Συνθήκης για την ΕΕ επιφυλάσσει την ένταξη σε «ευρωπαϊκό κράτος», κάτι που αποκλείει γεωγραφικά τον Καναδά. Η μόνη σοβαρή βάση είναι το Άρθρο 217, που επιτρέπει συμφωνίες σύνδεσης με τρίτες χώρες.
Εδώ όμως ανοίγουν τρεις διαφορετικοί δρόμοι, με πολύ διαφορετικές πιθανότητες. Ο πρώτος, η κατοχύρωση ενός νέου καθεστώτος «συνδεδεμένου μέλους» μέσα στις Συνθήκες, δεν φαίνεται να προτείνεται από κανέναν, και δικαίως, αφού θα απαιτούσε ομοφωνία των 27 και εθνική επικύρωση σε κάθε κράτος.
Ο Γερμανός ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών Ρενέ Ρεπάσι το έθεσε ωμά στο Politico, ότι ένα νέο μοντέλο ένταξης θα χρειαζόταν αλλαγή Συνθηκών, δηλαδή το βαρύτερο εγχείρημα που μπορεί να επιχειρήσει η Ένωση.
Ο δεύτερος δρόμος είναι μια βαθιά συμφωνία σύνδεσης τύπου Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Νομικά χωράει στο 217, πολιτικά όμως προσκρούει στο ίδιο εμπόδιο που έχει επισημάνει η Οτάβα. Το μοντέλο ΕΟΧ σημαίνει υιοθέτηση των κανόνων της ενιαίας αγοράς χωρίς δικαίωμα ψήφου, όπως συμβαίνει με Νορβηγία και Ελβετία, και αυτό ακριβώς ο Καναδός πρέσβης Τζόναθαν Ουίλκινσον το απέρριψε ρητά ως ζήτημα κυριαρχίας.
Ο τρίτος δρόμος, και ο πιθανότερος, είναι η συνέχιση του υπάρχοντος μοντέλου με προσθήκη τομεακών συμφωνιών σε κινητικότητα, άμυνα, ενέργεια και ψηφιακά, κάτω από μια πολιτική ομπρέλα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πολύ από αυτά που ανέφερε ο Κάρνεϊ, Erasmus+, επόμενο Horizon, SAFE, τρέχουν ήδη. Ο Καναδάς συνδέθηκε με τον Πυλώνα ΙΙ του Horizon τον Ιούλιο του 2024 και η Εταιρική Σχέση Ασφάλειας και Άμυνας υπεγράφη τον Ιούνιο του 2025.
Ό,τι διαδρομή κι αν επιλεγεί, η διαδικασία είναι ο εξισωτής. Μια τυπική συμφωνία σύνδεσης απαιτεί ομοφωνία στο Συμβούλιο και συναίνεση του Ευρωκοινοβουλίου, άρα η φον ντερ Λάιεν δεν μπορεί να ανακηρύξει τίποτα μόνη της. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των Politico και FT, η ιδέα δεν συζητήθηκε εκ των προτέρων με τις πρωτεύουσες, ο επίτροπος Εμπορίου Σέφτσοβιτς μίλησε ήδη για καμία ειδική μεταχείριση, και ο εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης ζήτησε τον όρο «συνδεδεμένο μέλος» να επανεξεταστεί.
Το πιο εύγλωττο τεκμήριο βρίσκεται στην ίδια τη CETA. Εννέα χρόνια μετά την υπογραφή της, η εμπορική συμφωνία που θέλει τώρα να αναβαθμιστεί σε «Συμμαχία για το Μέλλον» δεν έχει καν κλείσει. Εφαρμόζεται προσωρινά από το 2017, όμως μόνο 17 από τα 27 κράτη μέλη την έχουν επικυρώσει εθνικά, ενώ δέκα εκκρεμούν, ανάμεσά τους η Γαλλία και η Ιταλία, αλλά και η Ελλάδα. Επειδή πρόκειται για «μεικτή συμφωνία» που αγγίζει και εθνικές αρμοδιότητες, αρκεί μία πρωτεύουσα να δηλώσει επίσημα ότι δεν επικυρώνει για να τεθεί σε κίνδυνο ολόκληρο το οικοδόμημα, και η απειλή ενός γαλλικού βέτο έχει πλανηθεί επανειλημμένα. Αν η Ένωση δυσκολεύεται τόσα χρόνια να οριστικοποιήσει μια συμφωνία με έναν ομοϊδεάτη εταίρο, το ερώτημα πόσο γρήγορα μπορεί να συμφωνήσει σε κάτι πολύ βαθύτερο απαντιέται σχεδόν μόνο του.
Την ίδια ώρα, η πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα προσπαθεί να δώσει σχήμα σε ό,τι οι πρωτεύουσες αμφισβητούν. Σε αποκλειστική συνέντευξη στο Europe Today του Euronews, περιέγραψε το προτεινόμενο καθεστώς ως «τρίτο δρόμο» ανάμεσα στην πλήρη ένταξη και στην ιδιότητα της υποψήφιας χώρας, και άφησε ανοιχτό ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες χώρες, με ρητή αναφορά σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία. «Σε τέτοιους καιρούς αβεβαιότητας, το να έχεις φίλους μετράει», είπε.
Αυτή ακριβώς η επέκταση φωτίζει το δεύτερο κόστος για την Ένωση, τη διεύρυνση. Η χορήγηση αντίστοιχου καθεστώτος σε μια χώρα G7 της Βόρειας Αμερικής, και ενδεχομένως αύριο στην Ωκεανία, θα δημιουργούσε μια δυνητικά παγκόσμια βαθμίδα σύνδεσης με την ΕΕ, επεκτείνοντας τη ρυθμιστική και θεσμική εμβέλεια των Βρυξελλών πέρα από τη γεωγραφική λογική της ένταξης. Υποψήφιες χώρες που περνούν χρόνια επώδυνων μεταρρυθμίσεων για να ευθυγραμμιστούν με το κεκτημένο παρακολουθούν στενά, και ήδη ακούγεται στις πρωτεύουσες ότι δεν υπάρχει διάθεση να δημιουργηθεί προηγούμενο που θα μπορούσαν αργότερα να το επικαλεστούν άλλοι. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρόταση Μερτς για «συνδεδεμένο μέλος» της Ουκρανίας είχε απορριφθεί τον Μάιο.
Ένα τρίτο, πιο θεσμικό διακύβευμα αφορά στη γραμμή ανάμεσα σε ένταξη και εταιρική σχέση και είναι σαφής στην πράξη της Ένωσης, αφού μόνο τα 27 μέλη έχουν έδρα στα βασικά όργανα και ρόλο στη νομοθέτηση. Κάθε προσπάθεια να ονομαστεί «μέλος» μια σχέση χωρίς αυτά τα δικαιώματα θολώνει τη διάκριση που κρατά η ΕΕ επί δεκαετίες, γι’ αυτό και αρκετοί στις Βρυξέλλες διαβάζουν την εξαγγελία ως άσκηση επικοινωνίας γύρω από βαθύτερες τομεακές συνεργασίες, όχι ως νέο καθεστώς.
Μένει ο γεωπολιτικός λογαριασμός. Το άνοιγμα στον Καναδά είναι μήνυμα αντιστάθμισης απέναντι σε μια αναξιόπιστη Ουάσιγκτον, ταυτόχρονα όμως ο Τραμπ, που χαρακτήρισε την ιδέα «γελοία» και μίλησε για «εχθρική πράξη», μετατρέπει την ίδια κίνηση σε ρίσκο για τις πρωτεύουσες που φοβούνται εμπορικά αντίποινα.
Η Μέτσολα υποβάθμισε τις απειλές, λέγοντας ότι η ΕΕ βλέπει χωριστά τις σχέσεις της με ΗΠΑ και Καναδά και ότι δεν στρέφεται εναντίον κανενός. Το ίδιο μοτίβο κράτησε και ο ίδιος ο Κάρνεϊ. Από το βήμα του Ευρωκοινοβουλίου χαιρέτισε τη «φιλοδοξία» για μια πολύ στενότερη σχέση και έδωσε για πρώτη φορά συγκεκριμένο περιεχόμενο, στρατηγική αυτονομία, άμυνα, κρίσιμες πρώτες ύλες, ενέργεια, Τεχνητή Νοημοσύνη, διάστημα και κινητικότητα, απέφυγε όμως να υιοθετήσει τον ίδιο τον όρο «συνδεδεμένο μέλος». Μετά την ομιλία ξεκαθάρισε ότι ο Καναδάς δεν επιδιώκει πλήρη ένταξη και ότι σημασία έχει η ουσία της σχέσης, όχι η ονομασία της, αφήνοντας μάλιστα την ίδια την ταμπέλα στην κρίση της Ευρώπης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τρεις πλευρές που θα έπρεπε να συμφωνήσουν στέκονται σε διαφορετικό σημείο ως προς το ίδιο το όνομα του εγχειρήματος. Η Κομισιόν το ανακοίνωσε, η Οτάβα κρατά αποστάσεις από τη λέξη, οι πρωτεύουσες το αμφισβητούν. Η πραγματική δοκιμασία μετατίθεται στη σύνοδο ΕΕ και Καναδά στο Μόντρεαλ, στις 29 και 30 Οκτωβρίου. Το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν είναι ένα νέο μέλος, αλλά μια ισχυρότερη εταιρική σχέση με μια ταμπέλα που φαίνεται ότι θα απαλυνθεί καθ’ οδόν.