Σοβαρές καταγγελίες στη Γαλλία φέρνουν στο προσκήνιο το ζήτημα της χημικής υποταγής, καθώς σχεδόν 250 γυναίκες υποστηρίζουν ότι έπεσαν θύματα ενός πρώην ανώτερου δημόσιου υπαλλήλου κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων για θέσεις εργασίας στο γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Christian Nègre, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού, ο οποίος σήμερα βρίσκεται υπό επίσημη δικαστική έρευνα για κατηγορίες που περιλαμβάνουν χορήγηση ναρκωτικών ουσιών, παραβίαση της ιδιωτικής ζωής και σεξουαλική επίθεση. Ο ίδιος, μέσω του δικηγόρου του, αρνήθηκε να σχολιάσει τις καταγγελίες.
Μία από τις γυναίκες που μίλησαν στο BBC είναι η Anaïs de Vos. Το 2011, σε ηλικία 27 ετών, είχε πάει σε συνέντευξη για εργασία στο υπουργείο. Ο Nègre της προσέφερε έναν καφέ, ο οποίος, όπως περιγράφει, είχε περίεργη γεύση. Λίγο αργότερα, ενώ περπατούσαν στους δρόμους του Παρισιού, άρχισε να αισθάνεται μια ανεξέλεγκτη ανάγκη να ουρήσει, ενώ παράλληλα ένιωθε όλο και πιο αδύναμη.
«Ήμουν πραγματικά αδύναμη. Δεν μπορούσα πια να νιώσω καλά τα πόδια μου. Φοβήθηκα. Δεν ήξερα τι μου συνέβαινε», περιγράφει.
Σύμφωνα με την αστυνομία, ο Nègre φέρεται να χρησιμοποιούσε διουρητικά, ουσίες που προκαλούν αυξημένη παραγωγή ούρων. Οι ερευνητές φέρεται να εντόπισαν στον υπολογιστή του ένα αρχείο με τίτλο «Experiments P», στο οποίο καταγράφονταν, μεταξύ άλλων, οι ώρες άφιξης των γυναικών, η χορήγηση του διουρητικού, ο χρόνος μέχρι να ουρήσουν και το είδος των εσωρούχων που φορούσαν.
Μια ακόμη καταγγέλλουσα, η Marie-Hélène Brice, περιγράφει παρόμοια εμπειρία. Όπως λέει, ο Nègre την οδήγησε σε σημείο όπου δεν υπήρχε τελικά τουαλέτα, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να ουρήσει σε δημόσιο χώρο.«Ντράπηκα τρομερά. Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου», λέει.
Για την ίδια, το περιστατικό δεν ήταν απλώς μια ταπεινωτική εμπειρία αλλά σεξουαλική επίθεση: «Μου επιτέθηκαν, με δηλητηρίασαν, μου χορήγησαν ουσία, αλλά για μένα ήταν ξεκάθαρα σεξουαλική επίθεση».
Η υπόθεση αναδεικνύει και ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα: πολλές από τις γυναίκες δεν γνώριζαν ότι μπορεί να είχαν ναρκωθεί μέχρι να επικοινωνήσει μαζί τους η αστυνομία χρόνια αργότερα. «Χάρηκα που έμαθα ότι δεν ήμουν τρελή. Κάτι είχε συμβεί εκείνη την ημέρα», λέει η Anaïs.
Παράλληλα, οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης προκαλούν οργή στις καταγγέλλουσες. «Για τέσσερα χρόνια ήμουν μόνη με τη γνώση ότι ήμουν θύμα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Είμαι πολύ θυμωμένη με το δικαστικό σύστημα», δηλώνει η Anaïs.
Η Marie-Hélène, από την πλευρά της, περιγράφει την πολύχρονη αναμονή ως «δευτερογενή θυματοποίηση». «Δεν χρειάζεται να κρύβομαι – είμαι θύμα», λέει, τονίζοντας τη σημασία του να μιλούν δημόσια οι γυναίκες για τη σεξιστική και σεξουαλική βία.