Νέο φως στην απίστευτη ιστορία του Σάντρακ Μπάιφιλντ, ενός Άγγλου βετεράνου του πολέμου του 1812 μεταξύ των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, ρίχνουν αρχεία που ανακαλύφθηκαν, μεταξύ των οποίων και μια ξεχασμένη αυτοβιογραφία.
Ο Μπάιφιλντ, που έθαψε το ίδιο του το κομμένο χέρι και αργότερα έφτιαξε ο ίδιος ένα τεχνητό, έχει αποτελέσει αντικείμενο ντοκιμαντέρ, βίντεο και εκθέσεων σε μουσεία στις ΗΠΑ και τον Καναδά. Συχνά παρουσιάζεται ως μια στωική φιγούρα Βρετανού στρατιώτη που υπέμενε αγόγγυστα τις κακουχίες, ωστόσο η πραγματικότητα φαίνεται πως ήταν διαφορετική: Τα νέα στοιχεία δείχνουν έναν βετεράνο που πέρασε χρόνια απαιτώντας καλύτερες παροχές, ερχόμενος παράλληλα αντιμέτωπος με χρόνιους πόνους, φτώχεια, εργοδότες και την αστυνομία.
«Ήρθαν και με έβγαλαν έξω και με έφτυσαν στο πρόσωπο, ελπίζοντας πως θα τους χτυπούσα, προκειμένου, ει δυνατόν, να μου πάρουν τη σύνταξη…ανέφεραν ότι σκόπευα να πυροβολήσω δύο από τους διάκονους»: Με τα λόγια αυτά ο ίδιος ο Μπάιφιλντ περιγράφει ένα περιστατικό σε παρεκκλήσι στο Γκλόστερσαϊρ τη δεκαετία του 1850, όταν ο ίδιος ήταν 63 ετών. Ο ίδιος είχε εμπλακεί σε έναν καβγά μεταξύ Βαπτιστών. Αργότερα κατηγορήθηκε πως χαράκωσε έναν αντίπαλο στο πρόσωπο με μεταλλικό εργαλείο που είχε εγκατεστημένο στο ξύλινο χέρι του.
A War of 1812 soldier buried his own arm. His real story is even stranger – https://t.co/YM5bP1m47Q
— Ken Gusler (@kgusler) September 7, 2026
Αλλού στη αυτοβιογραφία του ο Μπάιφιλντ περιγράφει πώς τα τραύματα από τον πόλεμο συνέχισαν να τον επηρεάζουν δεκαετίες αργότερα: «Τώρα ικανοποιεί τον Κύριο να μου ρίξει έναν βίαιο ρευματικό πόνο στον δεξί μου ώμο, από τον οποίο είχαν βγάλει τη μπάλα (μουσκέτου- σφαίρα δηλαδή). Ήμουν σε αυτή την κατάσταση για περίπου τρία χρόνια, συχνά δεν ήμουν σε θέση να σηκώσω το χέρι μου στο κεφάλι μου, ούτε ένα φλιτζάνι τσάι στο στόμα μου».
Ο ίδιος δεν δίσταζε να πει και πως θεωρούσε ότι χρησιμοποιούσαν την αναπηρία του ως αφορμή για να τον πληρώνουν λιγότερα: Όταν ένας εργοδότης αρνήθηκε να του δώσει πλήρη μισθό για να εργαστεί ως μονόχειρας κηπουρός, ο Μπάιφιλντ δήλωσε πως «ποτέ δεν είδα αυτόν που θα μπορούσε να με ανταγωνιστεί με ένα χέρι».
Ως ιστορικός του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ ο Dr. Έιμον Ο’Κιφ ανακάλυψε αυτό που θεωρεί πως είναι το μόνο αντίγραφο του «History and Conversion of a British Soldier», του Μπάιφιλντ. Εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1851 και εμφανίστηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά σε βιβλιοθήκη στο Οχάιο. «Η εξιστόρηση των εμπειριών του στον πόλεμο είναι αρκετά γνωστή μα ο άνδρας πίσω από τα απομνημονεύματα παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστος. Η αποκάλυψη αυτών των νέων λεπτομερειών για τη ζωή του παρέχει αξιοσημείωτα στοιχεία για τα δεινά και την αντοχή των Βρετανών στρατιωτών που επέστρεφαν» είπε ο Ο’ Κιφ.
Η άγνωστη ζωή ενός γνωστού στρατιώτη
Ο πόλεμος του 1812 έλαβε χώρα στη Βόρεια Αμερική μεταξύ των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι στην Ευρώπη τελείωναν. Τα απομνημονεύματά του θεωρούνται ιδιαίτερα πολύτιμα από τους ιστορικούς, καθώς δίνουν την οπτική ενός απλού Βρετανού στρατιώτη που πολεμούσε στη Μεγάλες Λίμνες. Επί χρόνια θεωρούσαν ότι είχε πεθάνει κατά το 1850, ωστόσο η ανακάλυψη του έργου του 1851 μαζί με άλλα στοιχεία δείχνει πως έζησε και άλλα χρόνια μετά.
Είχε γεννηθεί το 1789 στο Μπράντφορντ επί του Έιβον και στα 18 κατατάχτηκε στην πολιτοφυλακή του Γουΐλτσαϊρ το 1897. Η απόφασή του τάραξε πολύ τη μητέρα του, που πέθανε λίγες ημέρες μετά. Μετά δήλωσε εθελοντής στον τακτικό στρατό και απεστάλη στον Καναδά το 1809. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, ήταν στο Φορτ Τζορτζ στον Νιαγάρα. Συμμετείχε σε μεγάλες μάχες και τραυματίστηκε στον λαιμό. Το 1814 μία σφαίρα μουσκέτου διέλυσε τον πήχη του αριστερού χεριού του. Χρειάστηκε να του κόψουν με πριόνι το κάτω μέρος του χεριού του χωρίς αναισθησία και μετά ένας νοσοκόμος πέταξε το κομμένο χέρι σε έναν σωρό κοπριάς. Έξω φρενών ο Μπάιφιλντ πήγε και το πήρε και επέμεινε να το θάψει- μάλιστα του έκανε και φέρετρο. Έναν χρόνο αργότερα πήγε σε νοσοκομείο στο Λονδίνο για να εξεταστεί για στρατιωτική σύνταξη. Η απόφαση που εκδόθηκε τον απογοήτευσε πολύ, καθώς του έδιναν μόνο εννιά πέννες την ημέρα.
Όταν επέστρεψε στο Μπράντφορντ επί του Έιβον αρχικά δούλεψε ως εργάτης γης. Το χαμένο χέρι τον εμπόδιζε να ξανακάνει την προηγούμενη δουλειά του (υφαντής). Η λύση, σύμφωνα με τον ίδιο, του εμφανίστηκε σε ένα όνειρο: Οραματίστηκε ένα «όργανο» που θα του επέτρεπε να δουλέψει αργαλειό παρά την αναπηρία του. Μετά ζήτησε από έναν ντόπιο σιδερά να του φτιάξει κάτι τέτοιο.
Το τεχνητό μέλος τον βοήθησε να επιστρέψει στην υφαντουργία, μα έκανε και άλλα πράγματα: Στο κοντινό Μπαθ μετέφερε αρρώστους σε αναπηρικές καρέκλες παρά τα δικά του τραύματα. Παράλληλα προσπαθούσε να αυξήσει τη σύνταξή του: Εν τέλει το κατάφερε το 1836 με τη βοήθεια του Σερ Γουίλιαμ Νέιπιερ, απόστρατου και στρατιωτικού ιστορικού. Το 1840 έβγαλε την αυτοβιογραφία του, «Α Narrative of a Light Company Soldier’s Service». Αν και έλεγαν ότι ήταν αγράμματος, ο Ο’ Κιφ βρήκε ένα προσχέδιο των απομνημονευμάτων του που είχε γραφτεί από τον ίδιο.
Η εικόνα που παρουσιάζει στην πρώτη του αυτοβιογραφία, του 1840, διαφέρει από αυτήν στη μεταγενέστερή του. «Στην αφήγηση του 1840, ο Μπάιφιλντ προσπαθούσε να εντυπωσιάσει πλούσιους πάτρωνες παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως πιστό στρατιώτη και άξιο βετεράνο…τα απομνημονεύματα του 1851, αντίθετα, ήταν μια ιστορία λύτρωσης, με τον Μπάιφιλντ να περιγράφει το ταξίδι του από αμαρτωλό και επαναστάτη σε πιστό και μετανοημένο χριστιανό» λέει ο Ο’Κιφ. Επίσης, προβαίνει σε παραδοχές που αλλάζουν την εικόνα του πιστού στρατιώτη: Λέει πχ ότι είχε φύγει χωρίς άδεια από το στρατόπεδο και συμμετείχε σε λεηλασίες.
Για τον προαναφερθέντα καβγά στο παρεκκλήσι σε βάρος του δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες, ωστόσο η πλευρά που υποστήριζε ο ίδιος έχασε τον έλεγχο του παρεκκλησιού. Επίσης έχασε τη δουλειά του ως φύλακας μνημείου. Το 1856 επέστρεψε στο Μπράντφορντ επί του Έιβον και παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του. Ο Νέιπιερ συνέχισε να του παρέχει κάποια χρήματα, και ο Μπάιφιλντ πήγε στο Λονδίνο όταν εκείνος πέθανε το 1860. Συνέχισε να προσπαθεί να αυξήσει τη σύνταξή του χωρίς επιτυχία. Το 1867 εξέδωσε και άλλα απομνημονεύματα, το «Forlorn Hope», αντίτυπα του οποίου δεν σώζονται. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1874, σε ηλικία 84 ετών.
Με πληροφορίες από Science Daily