Η υπόθεση της 35χρονης πρώην νοσηλεύτριας από τη Μασαχουσέτη συγκλονίζει ξανά, μετά τα νέα δικαστικά στοιχεία που μιλούν για «ακραία αγριότητα και σκληρότητα». Δεν είναι, όμως, η μόνη. Τα τελευταία χρόνια, από την Ελλάδα έως τη Νέα Ζηλανδία και τις ΗΠΑ, υποθέσεις μητέρων που σκότωσαν, έπνιξαν ή ασφυκτικά θανάτωσαν τα παιδιά τους προκάλεσαν φρίκη, οργή, αλλά και επώδυνα ερωτήματα για την ψυχική νόσο, την οικογενειακή βία, την πρόληψη και τα κενά των συστημάτων προστασίας.
Υπάρχουν εγκλήματα που δεν τα χωρά η γλώσσα. Και υπάρχουν υποθέσεις που, όσο κι αν περιγράφονται με δικαστικούς όρους, παραμένουν έξω από κάθε ανθρώπινη κατανόηση.
Η περίπτωση της Λίντσεϊ Κλάνσι, της μητέρας από το Ντάξμπερι της Μασαχουσέτης που κατηγορείται ότι σκότωσε τα τρία μικρά παιδιά της τον Ιανουάριο του 2023, επιστρέφει στο προσκήνιο με νέα στοιχεία της εισαγγελίας. Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, οι αρχές υποστηρίζουν ότι η 35χρονη χρησιμοποίησε ελαστικούς ιμάντες γυμναστικής για να αφαιρέσει τη ζωή της 5χρονης Κόρα, του 3χρονου Ντόσον και του μόλις 8 μηνών Κάλαν.
Η εισαγγελία κάνει λόγο για πράξεις «ακραίας αγριότητας και σκληρότητας», υποστηρίζοντας ότι οι ιμάντες δεν είχαν απλώς δεθεί στους λαιμούς των παιδιών, αλλά τραβήχτηκαν μέχρι να επέλθει ο θάνατός τους. Ο πατέρας των παιδιών, Πάτρικ Κλάνσι, ήταν εκείνος που τα βρήκε στο υπόγειο του σπιτιού. Η φράση του προς τους αστυνομικούς, «Σκότωσε τα παιδιά», έγινε από την πρώτη στιγμή το σύμβολο μιας οικογενειακής τραγωδίας χωρίς επιστροφή.
Η υπεράσπιση της Κλάνσι δεν αμφισβητεί ότι εκείνη προκάλεσε τον θάνατο των παιδιών. Υποστηρίζει, όμως, ότι την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής επιλόχειας ψύχωσης και υπό ισχυρή φαρμακευτική αγωγή. Η ίδια αναμένεται να ζητήσει να κριθεί αθώα λόγω ακαταλόγιστου, ενώ η δίκη της αναμένεται να ανοίξει τον Ιούλιο.
Η υπόθεση, πέρα από τη φρίκη της, φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα ερώτημα που η κοινωνία συνήθως αποφεύγει: πώς γίνεται μια μητέρα να σκοτώνει τα παιδιά της;
Η απάντηση δεν είναι ποτέ μία. Και, κυρίως, δεν πρέπει να είναι βιαστική.
Η επιλόχεια ψύχωση είναι σπάνια, αλλά αποτελεί ιατρικό επείγον. Δεν ταυτίζεται με την επιλόχεια κατάθλιψη ούτε με τη συνηθισμένη συναισθηματική αστάθεια μετά τον τοκετό. Μπορεί να περιλαμβάνει παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργάνωση, αυτοκτονικό ιδεασμό ή σκέψεις βλάβης προς το βρέφος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε μητέρα που σκοτώνει το παιδί της πάσχει από επιλόχεια ψύχωση. Ούτε ότι η ψυχική νόσος πρέπει να μετατρέπεται σε γενική εξήγηση για κάθε έγκλημα.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τις συγκεκριμένες υποθέσεις τόσο δύσκολες: βρίσκονται στο σημείο όπου η ποινική δικαιοσύνη, η ψυχιατρική, η κοινωνική πρόνοια και η δημοσιογραφία καλούνται να μιλήσουν για το αδιανόητο χωρίς να το απλοποιήσουν.
Στην Ελλάδα, η υπόθεση που χαράχτηκε βαθύτερα στη συλλογική μνήμη είναι εκείνη της Ρούλας Πισπιρίγκου στην Πάτρα. Η μητέρα των τριών κοριτσιών καταδικάστηκε αρχικά σε ισόβια για τη δολοφονία της 9χρονης Τζωρτζίνας, με θανατηφόρα δόση κεταμίνης. Αργότερα καταδικάστηκε και για τους θανάτους της 3,5 ετών Μαλένας και της 6 μηνών Ίριδας, με το δικαστήριο να κάνει δεκτό ότι προκλήθηκε ασφυκτικός θάνατος.
Η υπόθεση Πισπιρίγκου δεν ήταν μόνο μια ποινική υπόθεση. Έγινε κοινωνικό φαινόμενο. Η Ελλάδα παρακολούθησε επί μήνες ιατροδικαστικές εκθέσεις, τοξικολογικές αναλύσεις, μαρτυρίες γιατρών, οικογενειακές συγκρούσεις, τηλεοπτικές εμφανίσεις, δημόσια οργή και έναν ακραίο κύκλο κανιβαλισμού γύρω από τους θανάτους τριών παιδιών. Ήταν η υπόθεση που ξύπνησε τον αρχαίο συμβολισμό της «Μήδειας», αλλά και την ανάγκη να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε τίτλο υπήρχαν τρία παιδιά: η Τζωρτζίνα, η Μαλένα και η Ίριδα.
Στη Νέα Ζηλανδία, η Λόρεν Ντίκασον, γιατρός από τη Νότια Αφρική, καταδικάστηκε για τη δολοφονία των τριών μικρών κοριτσιών της στο Τιμαρού, τον Σεπτέμβριο του 2021. Τα θύματα ήταν η 6χρονη Λιανέ και οι δίδυμες 2 ετών Μάγια και Κάρλα. Η Ντίκασον είχε επικαλεστεί σοβαρή ψυχική διαταραχή και επιλόχεια κατάθλιψη, όμως το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για ανθρωποκτονία. Το 2024 καταδικάστηκε σε 18 χρόνια κράτησης, με ένα μέρος της ποινής να εκτίεται σε ψυχιατρικό πλαίσιο.
Και στις ΗΠΑ, η Ρέιτσελ Χένρι από την Αριζόνα καταδικάστηκε το 2025 σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία των τριών παιδιών της το 2020. Σύμφωνα με τις αρχές, έπνιξε τα παιδιά της και στη συνέχεια τα τοποθέτησε σε καναπέ ώστε να μοιάζουν σαν να κοιμούνται. Τα θύματα ήταν ο 3χρονος Ζέιν, η σχεδόν 2 ετών Μιράγια και η 7 μηνών Καταλάγια. Η υπόθεση προκάλεσε σοκ όχι μόνο για τον τρόπο των θανάτων, αλλά και για τη σκηνοθεσία της «κανονικότητας» μετά το έγκλημα.
Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των υποθέσεων δεν είναι ένα απλό ψυχολογικό προφίλ. Δεν υπάρχει μία ενιαία εικόνα της μητέρας που σκοτώνει. Υπάρχουν γυναίκες με διαγνωσμένες ή αδιάγνωστες ψυχικές διαταραχές. Υπάρχουν υποθέσεις όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός του ακαταλόγιστου. Υπάρχουν υποθέσεις που τα δικαστήρια αναγνωρίζουν πλήρη πρόθεση. Υπάρχουν εγκλήματα μέσα σε οικογενειακές συγκρούσεις, μέσα σε κατάρρευση, μέσα σε έλεγχο, μέσα σε απόγνωση, αλλά και μέσα σε ψυχρή μεθοδικότητα.
Γι’ αυτό και η κοινωνία δεν μπορεί να απαντά μόνο με αποτροπιασμό, όσο φυσικός κι αν είναι. Ο αποτροπιασμός δεν αρκεί για να σωθεί ένα παιδί.
Χρειάζεται να μιλήσουμε για την ψυχική υγεία των μητέρων χωρίς στίγμα, αλλά και χωρίς αθωωτικές γενικεύσεις. Χρειάζεται να υπάρχουν γιατροί, παιδίατροι, μαιευτήρες, ψυχίατροι, κοινωνικές υπηρεσίες και οικογενειακό περιβάλλον που να μπορούν να αναγνωρίσουν έγκαιρα τα σημάδια κινδύνου. Χρειάζεται να μη θεωρείται «ντροπή» μια μητέρα να πει ότι φοβάται τις σκέψεις της. Χρειάζεται, όμως, και να μην αγνοούνται τα παιδιά όταν υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια.