Το μεγαλύτερο σενάριο κινδύνου με το ΑΙ αφορά κάτι πολύ πιο πεζό αλλά ίσως πιο καταστροφικό: την κατάρρευση του ίδιου του οικονομικού και φορολογικού μοντέλου πάνω στο οποίο στηρίζονται τα σύγχρονα κράτη.
Εδώ και χρόνια η δημόσια συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη περιστρέφεται γύρω από την απώλεια θέσεων εργασίας, την παραπληροφόρηση, τις κυβερνοεπιθέσεις ή ακόμη και τα αποκαλυπτικά σενάρια όπου οι μηχανές αποκτούν ανεξέλεγκτη δύναμη.
Ωστόσο, οικονομολόγοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), σε συνεργασία με ειδικούς της τεχνολογίας, εξετάζουν ένα εντελώς διαφορετικό ενδεχόμενο: ότι η μαζική αντικατάσταση εργαζομένων από συστήματα AI μπορεί να διαλύσει τα δημόσια οικονομικά και μαζί τους τη σταθερότητα των δημοκρατιών.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο τα ρομπότ
Το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες προέρχεται από τη φορολόγηση της εργασίας.
Αν όμως εκατομμύρια εργαζόμενοι αντικατασταθούν από αλγορίθμους και αυτόνομα συστήματα AI, τότε:
- μειώνονται δραστικά οι φόροι εισοδήματος,
- περιορίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές,
- αυξάνεται η ανεργία,
- διογκώνονται οι κοινωνικές δαπάνες,
- και τα κράτη χάνουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν υγεία, παιδεία, άμυνα και κοινωνική πρόνοια.
Με απλά λόγια, η ίδια η λειτουργία του κράτους μπορεί να βρεθεί σε αδιέξοδο.
Το ιστορικό προηγούμενο της Βιομηχανικής Επανάστασης
Οι αναλυτές θυμίζουν ότι κάτι αντίστοιχο συνέβη κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση.
Η παραγωγικότητα εκτοξεύθηκε, αλλά για δεκαετίες οι μισθοί παρέμειναν στάσιμοι, οι κοινωνικές ανισότητες μεγάλωσαν και ακολούθησαν πολιτικές αναταραχές και επαναστάσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Το φαινόμενο είναι γνωστό ως «Παύση του Ένγκελς», από τον Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος περιέγραψε πώς η τεχνολογική πρόοδος δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ευημερία για την κοινωνία.
Δύο πιθανά σενάρια
Οι προσομοιώσεις του ΔΝΤ εξετάζουν δύο βασικές εκδοχές.
Στην πρώτη, η εξάπλωση της AI γίνεται σταδιακά λόγω κοινωνικών αντιδράσεων, νομοθετικών περιορισμών και μέτρων προστασίας των εργαζομένων.
Στη δεύτερη, που χαρακτηρίζεται ως το πιο επικίνδυνο, η αγορά κυριαρχείται από ελάχιστους τεχνολογικούς κολοσσούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν πανίσχυρη AI για σχεδόν κάθε μορφή εργασίας, με ελάχιστη ανθρώπινη συμμετοχή.
Σε αυτή την περίπτωση, η φορολογική βάση καταρρέει και τα κράτη δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν ακόμη και τις βασικές λειτουργίες τους.
Οι ειδικοί προειδοποιούν
Το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο οικονομολόγους.
Ερευνητές ασφάλειας της AI, μεγάλα πανεπιστήμια και οργανισμοί διακυβέρνησης προειδοποιούν ότι η μετάβαση στην εποχή της υπερ-ευφυούς τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να δημιουργήσει πρωτοφανείς κινδύνους αν δεν συνοδευτεί από νέους κανόνες και ισχυρή διεθνή συνεργασία.
Παράλληλα, κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης πραγματοποιούν ήδη δοκιμές ασφαλείας για να εντοπίσουν περιπτώσεις όπου αυτόνομα συστήματα θα μπορούσαν να ενεργήσουν έξω από τις ανθρώπινες οδηγίες, θεωρώντας τα ως προειδοποιητικά σημάδια που πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία.
Ποιες λύσεις συζητούνται
Στο τραπέζι βρίσκονται ήδη αρκετές προτάσεις:
- νέοι φόροι στις εταιρείες AI,
- φορολόγηση της υπολογιστικής ισχύος,
- φόροι στις υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης,
- αύξηση της φορολόγησης του μεγάλου πλούτου,
- ακόμη και κρατική συμμετοχή σε εταιρείες AI ώστε τα κράτη να αποκτούν μέρος των κερδών.
Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην επανεκπαίδευση εκατομμυρίων εργαζομένων ώστε να προσαρμοστούν στα νέα επαγγέλματα που θα δημιουργήσει η τεχνητή νοημοσύνη.
Δεν είναι επιστημονική φαντασία
Το σενάριο αυτό δεν προβλέπει ότι οι μηχανές θα επιτεθούν στον άνθρωπο. Υποστηρίζει κάτι ίσως πιο ανησυχητικό: ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει τόσο γρήγορα την οικονομία, ώστε οι κυβερνήσεις να μην προλάβουν να προσαρμοστούν. Αν η φορολογική βάση καταρρεύσει, οι κοινωνικές ανισότητες εκτοξευθούν και οι θεσμοί αποδυναμωθούν, τότε η πολιτική και κοινωνική σταθερότητα που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες δημοκρατίες θα μπορούσε να δοκιμαστεί όσο ποτέ άλλοτε.
Όπως επισημαίνει και το ίδιο το ΔΝΤ, η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη τεχνολογική καινοτομία, αλλά ως μια άνευ προηγουμένου μακροοικονομική μετάβαση, η οποία μπορεί να φέρει τεράστια οφέλη, αλλά και να δοκιμάσει τα όρια της δημοσιονομικής πολιτικής, της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της κοινωνικής συνοχής.