Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Μέσα σε λίγες ώρες ο Ντόναλντ Τραμπ πέρασε από την απειλή ότι οι ΗΠΑ θα χτυπήσουν «πολύ σκληρά» το Ιράν, ακόμη και με στόχο κρίσιμες πετρελαϊκές υποδομές, στην ανακοίνωση ότι ακυρώνει προγραμματισμένες επιθέσεις επειδή, όπως είπε, υπάρχει πρόοδος προς συμφωνία. Η Τεχεράνη απάντησε με τον δικό της τρόπο: αν οι ΗΠΑ επιτεθούν ξανά, η ιρανική απάντηση θα είναι σκληρότερη από κάθε προηγούμενη.

Το τελευταίο εικοσιτετράωρο στην κρίση ΗΠΑ – Ιράν δεν ήταν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο έντασης. Ήταν ένα γεωπολιτικό εκκρεμές. Μπρος, πίσω, δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω. Απειλές για νέα αμερικανικά πλήγματα. Αναφορές σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Σενάρια για το Kharg Island, τον κρίσιμο ιρανικό κόμβο εξαγωγών πετρελαίου. Μετά, αιφνιδιαστική αναστολή επιθέσεων. Και στο βάθος, μια συμφωνία που ο Τραμπ παρουσιάζει ως σχεδόν έτοιμη, αλλά η Τεχεράνη δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αποδεχθεί υπό στρατιωτική πίεση.

Advertisement
Advertisement

Το Reuters μετέδωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την ακύρωση προγραμματισμένων χτυπημάτων κατά του Ιράν για το βράδυ της Πέμπτης, υποστηρίζοντας ότι οι συνομιλίες έχουν φτάσει στο ανώτατο επίπεδο της ιρανικής ηγεσίας και ότι σειρά χωρών της περιοχής στηρίζει τα βασικά σημεία μιας υπό διαμόρφωση συμφωνίας. Το ίδιο πρακτορείο σημειώνει, όμως, ότι ο Τραμπ δεν απέσυρε όλη την πίεση: ο ναυτικός αποκλεισμός παραμένει σε ισχύ μέχρι να οριστικοποιηθεί η συμφωνία.

Αυτό είναι και το πρώτο μεγάλο πρόβλημα. Διότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί να εμφανίσει την αναστολή των χτυπημάτων ως άνοιγμα στη διπλωματία, ενώ ταυτόχρονα κρατά στο τραπέζι το στρατιωτικό και οικονομικό μαχαίρι. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη στέλνει το μήνυμα ότι δεν πρόκειται να διαπραγματευτεί με το πιστόλι στον κρόταφο.

Η ιρανική στρατιωτική ηγεσία προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα αμερικανική επίθεση θα φέρει «πιο σκληρή απάντηση από πριν». Και το μήνυμα δεν ήταν μόνο στρατιωτικό. Ήταν και ενεργειακό. Η ιρανική γραμμή είναι σαφής: είτε η ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου θα είναι ανοιχτή για όλους, είτε δεν θα είναι ανοιχτή για κανέναν.

Με άλλα λόγια, τα Στενά του Ορμούζ ξαναμπαίνει στο κέντρο του παγκόσμιου συναγερμού.

Το Reuters, στην οικονομική του κάλυψη, συνδέει ευθέως τις απειλές Τραμπ, την ιρανική απάντηση και την άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Οι αγορές δεν παρακολουθούν απλώς τις δηλώσεις. Παρακολουθούν τις κινήσεις των δεξαμενόπλοιων, τις ασφαλιστικές τιμές, τις ροές LNG και το αν το Ορμούζ μπορεί να μετατραπεί από θαλάσσιο πέρασμα σε σημείο παγκόσμιου εκβιασμού.

Ο Guardian βλέπει την κρίση ως τη σοβαρότερη δοκιμασία της εύθραυστης εκεχειρίας των τελευταίων εβδομάδων. Στην ανάλυσή του, η βρετανική εφημερίδα στέκεται ακριβώς σε αυτό που κάνει την κατάσταση τόσο επικίνδυνη: οι ΗΠΑ λένε ότι οι επιθέσεις είναι «τακτικές» και ότι δεν σημαίνουν επιστροφή σε ολοκληρωτικό πόλεμο, αλλά την ίδια ώρα χρησιμοποιούνται ως εργαλείο πίεσης για να εξαναγκαστεί το Ιράν να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους.

Advertisement

Αυτό είναι το δόγμα «διαπραγμάτευση με βόμβες». Και το ρίσκο είναι προφανές. Όταν η διπλωματία συνοδεύεται από απειλές στρατιωτικού χτυπήματος, τότε ένα λάθος, μια κατάρριψη, ένα χτύπημα σε βάση ή ένα περιστατικό με τάνκερ μπορεί να διαλύσει μέσα σε λίγα λεπτά ό,τι υποτίθεται ότι χτίζεται στα παρασκήνια.

Το Axios, από την αμερικανική πλευρά, φωτίζει μια άλλη διάσταση: την εμμονή του Τραμπ με το Kharg Island. Το νησί αυτό δεν είναι απλώς ένα σημείο στον χάρτη. Είναι ο βασικός κόμβος από τον οποίο περνά τεράστιο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Γι’ αυτό και η απειλή περί κατάληψης ή ελέγχου του δεν διαβάζεται ως απλή ρητορική. Διαβάζεται ως πιθανή προσπάθεια να χτυπηθεί η οικονομική καρδιά του Ιράν.

Το Time σημειώνει ότι ο Τραμπ κινείται ανάμεσα σε δύο ανάγκες που συγκρούονται. Θέλει να δείξει αποφασιστικότητα, να εμφανιστεί ως πρόεδρος που δεν υποχωρεί απέναντι στην Τεχεράνη, αλλά δεν θέλει να βρεθεί παγιδευμένος σε έναν ανοιχτό πόλεμο χωρίς καθαρή έξοδο. Αυτή ακριβώς η διπλή εικόνα, σκληρή απειλή και μετά ξαφνική αναδίπλωση, δημιουργεί την αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον δεν έχει μία σταθερή γραμμή, αλλά κινείται με αλλεπάλληλες διορθώσεις, ανάλογα με την πίεση της στιγμής.

Advertisement

Οι Financial Times βλέπουν περισσότερο το οικονομικό και διπλωματικό υπόβαθρο. Η σύγκρουση δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι και διαπραγμάτευση για κυρώσεις, πετρέλαιο, παγωμένα ιρανικά κεφάλαια, ελευθερία ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ και περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Το Λονδίνο και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες διαβάζουν την κρίση με ιδιαίτερη ανησυχία, διότι κάθε νέα διαταραχή στην ενέργεια μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα στις τιμές, στον πληθωρισμό, στις μεταφορές και στην πολιτική σταθερότητα.

Στη Μέση Ανατολή, το Al Jazeera μεταδίδει την κρίση από διαφορετική γωνία. Η έμφαση δεν είναι μόνο στο τι κάνει ο Τραμπ, αλλά και στο πώς το Ιράν παρουσιάζει την αμερικανική πολιτική: ως προσπάθεια επιβολής όρων μέσω στρατιωτικής πίεσης. Στην περιφερειακή ανάγνωση, η Τεχεράνη δεν θέλει να εμφανιστεί ότι υποκύπτει. Αν μπει σε συμφωνία, θέλει να φανεί ότι το κάνει ως δύναμη που αντέχει και ανταποδίδει, όχι ως χώρα που λύγισε υπό απειλή.

Αυτό έχει τεράστια σημασία για την επόμενη μέρα. Διότι ακόμη και αν υπάρχει προσχέδιο συμφωνίας, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το θέμα του γοήτρου. Ο Τραμπ δεν θέλει να φανεί ότι ακύρωσε τα χτυπήματα επειδή φοβήθηκε ιρανική απάντηση. Το Ιράν δεν θέλει να φανεί ότι επιστρέφει στο τραπέζι επειδή φοβήθηκε αμερικανική επίθεση. Και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο ανάγκες κινείται η πραγματική διπλωματία.

Advertisement

Στην Ουάσινγκτον, το ερώτημα είναι αν ο Τραμπ χρησιμοποιεί τις απειλές για να κερδίσει καλύτερους όρους ή αν αφήνει την κατάσταση να πλησιάσει επικίνδυνα στο σημείο χωρίς επιστροφή. Στην Τεχεράνη, το ερώτημα είναι αν η ηγεσία μπορεί να αποφύγει μια απάντηση που θα δώσει στις ΗΠΑ πρόσχημα για νέα κλιμάκωση. Στον Κόλπο, το ερώτημα είναι αν οι χώρες που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι, Κατάρ, Ομάν, Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Τουρκία, Πακιστάν, μπορούν να κρατήσουν ανοιχτό έναν δίαυλο πριν η κρίση ξεφύγει.

Και στην Ασία, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές του Κόλπου, το ερώτημα είναι πολύ πιο πρακτικό: θα περνούν τα πλοία ή όχι; Θα συνεχίσει το πετρέλαιο να κινείται από το Ορμούζ ή κάθε τάνκερ θα ταξιδεύει με το ρίσκο ενός πολεμικού επεισοδίου;

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο αυτής της κρίσης είναι ότι όλες οι πλευρές λένε πως δεν θέλουν γενικευμένο πόλεμο, αλλά όλες κάνουν κινήσεις που μπορούν να τον προκαλέσουν. Ο Τραμπ απειλεί, μετά αναστέλλει, μετά μιλά για συμφωνία, αλλά αφήνει τον αποκλεισμό σε ισχύ. Το Ιράν απαντά ότι θα χτυπήσει σκληρότερα, αλλά ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διπλωματικής λύσης, εφόσον δεν εμφανιστεί ως ταπείνωση.

Advertisement

Έτσι, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι δύο πλευρές μιλούν. Μιλούν. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μιλούν για να αποφύγουν τον πόλεμο ή αν χρησιμοποιούν τον πόλεμο για να επιβάλουν τη συζήτηση.

Advertisement

Η επόμενη φάση θα κριθεί από τρία σημεία.

Πρώτον, αν οι ΗΠΑ θα κρατήσουν πραγματικά παγωμένα τα νέα πλήγματα ή αν η αναστολή είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στο γνωστό μοτίβο Τραμπ: απειλή, πίεση, αναδίπλωση, νέα απειλή.

Δεύτερον, αν το Ιράν θα περιοριστεί σε προειδοποιήσεις ή θα προχωρήσει σε ενέργεια που θα υποχρεώσει την Ουάσινγκτον να απαντήσει.

Advertisement

Τρίτον, αν το Ορμούζ θα παραμείνει ανοιχτό, έστω και υπό καθεστώς φόβου, ή αν θα γίνει ο μοχλός που θα μετατρέψει μια στρατιωτική κρίση σε παγκόσμια ενεργειακή κρίση.

Προς το παρόν, η εικόνα είναι μία: ένας Αμερικανός πρόεδρος που μέσα σε λίγες ώρες άλλαξε γραμμή περισσότερες από μία φορές. Ένα Ιράν που προειδοποιεί ότι η επόμενη απάντηση θα είναι σκληρότερη. Διεθνή μέσα που βλέπουν άλλοτε διπλωματικό άνοιγμα και άλλοτε προοίμιο νέας ανάφλεξης. Και ένα Στενό του Ορμούζ που, για ακόμη μία φορά, κρατά την παγκόσμια οικονομία από τον λαιμό.