Υπήρξε μια εποχή που δεν υπήρχαν streaming πλατφόρμες, τηλεοράσεις σε κάθε δωμάτιο, κινητά και δυνατότητα να δεις ένα επεισόδιο όποτε θέλεις. Υπήρχε μία τηλεόραση στο σπίτι – και όταν άρχιζε η αγαπημένη σειρά, η οικογένεια συγκεντρωνόταν γύρω της.
Δύο από τις σειρές που σημάδεψαν εκείνη την εποχή ήταν η «Λάσι» (Lassie) και η «Μπονάντσα» (Bonanza). Διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά με ένα κοινό χαρακτηριστικό: έγιναν παγκόσμια τηλεοπτικά φαινόμενα και άντεξαν για πολλά χρόνια.
Η Λάσι που έγινε παγκόσμιος θρύλος
Στις 12 Σεπτεμβρίου 1954, το CBS μετέδωσε το πρώτο επεισόδιο της «Λάσι». Η σειρά έμελλε να γράψει μία από τις μεγαλύτερες ιστορίες της αμερικανικής τηλεόρασης.
Η Λάσι, ένα πανέμορφο κόλεϊ, δεν ήταν απλώς ένα κατοικίδιο. Ήταν φίλη, προστάτης και πολλές φορές σωτήρας. Καταλάβαινε τον κίνδυνο πριν από τους ανθρώπους, έτρεχε για βοήθεια, προστάτευε παιδιά και ενηλίκους και πάντοτε επέστρεφε στους ανθρώπους που αγαπούσε.
Οι ιστορίες της ήταν απλές αλλά πανίσχυρες: οικογένεια, αφοσίωση, φιλία, φύση, περιπέτεια και η μοναδική σχέση ανθρώπου και ζώου.
Η σειρά προβλήθηκε επί 17 χρόνια, από το 1954 έως το 1971, φτάνοντας σε περισσότερα από 500 επεισόδια. Η τηλεοπτική Λάσι έγινε τόσο αναγνωρίσιμη ώστε το όνομά της σχεδόν ταυτίστηκε διεθνώς με τη φυλή των κόλεϊ.
Και υπάρχει μία όμορφη λεπτομέρεια πίσω από τον μύθο: τη Λάσι υποδύθηκαν διαδοχικά εκπαιδευμένα κόλεϊ, κατά κανόνα αρσενικά, αρχίζοντας από τη γενεαλογική γραμμή του περίφημου Pal, του σκύλου που είχε ήδη ενσαρκώσει τη Λάσι στον κινηματογράφο.
Και μετά ήρθαν οι Κάρτραϊτ
Ακριβώς πέντε χρόνια αργότερα, στις 12 Σεπτεμβρίου 1959, το NBC παρουσίασε μία σειρά που θα γινόταν συνώνυμη του τηλεοπτικού γουέστερν: τη «Μπονάντσα».
Στο επίκεντρο βρισκόταν η οικογένεια Κάρτραϊτ και το τεράστιο ράντσο της, η περίφημη Ponderosa, στη Νεβάδα, κοντά στη λίμνη Tahoe.
Πατριάρχης ήταν ο Ben Cartwright, τον οποίο υποδυόταν ο Lorne Greene. Δίπλα του οι τρεις γιοι του: ο σοβαρός και μορφωμένος Adam, ο μεγαλόσωμος και καλόκαρδος Hoss και ο νεότερος, παρορμητικός Little Joe.
Οι Pernell Roberts, Dan Blocker και Michael Landon έγιναν πρόσωπα αναγνωρίσιμα σε εκατομμύρια σπίτια.
Δεν ήταν μόνο πιστόλια και άλογα
Η «Μπονάντσα» είχε όλα όσα περίμενε κανείς από ένα γουέστερν: άλογα, καουμπόηδες, σαλούν, συμπλοκές, πιστόλια και την Άγρια Δύση.
Αλλά η μεγάλη επιτυχία της κρυβόταν αλλού.
Στην καρδιά της ήταν μία οικογένεια. Πατέρας και γιοι συγκρούονταν, συμφιλιώνονταν, προστάτευαν ο ένας τον άλλον και βρίσκονταν αντιμέτωποι με ηθικά διλήμματα. Η σειρά άγγιξε ακόμη και δύσκολα κοινωνικά ζητήματα της εποχής, όπως ο ρατσισμός, οι κοινωνικές ανισότητες και η δικαιοσύνη.
Η χαρακτηριστική μουσική των τίτλων έγινε από μόνη της κομμάτι της τηλεοπτικής ιστορίας.
Η «Μπονάντσα» έμεινε στον αέρα από το 1959 έως το 1973, επί 14 σεζόν και περισσότερα από 400 επεισόδια. Για χρόνια βρισκόταν ανάμεσα στα δημοφιλέστερα προγράμματα της αμερικανικής τηλεόρασης.
Όταν περιμέναμε την ώρα της προβολής
Για τις νεότερες γενιές ίσως είναι δύσκολο να εξηγηθεί τι σήμαινε τότε μια επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά.
Δεν υπήρχε «θα το δω αργότερα». Δεν υπήρχε pause. Δεν υπήρχε επεισόδιο κατά παραγγελία.
Έπρεπε να είσαι εκεί, μπροστά στην τηλεόραση, συγκεκριμένη ημέρα και συγκεκριμένη ώρα.
Και όταν σειρές όπως η «Λάσι» και η «Μπονάντσα» άρχισαν να ταξιδεύουν σε δεκάδες χώρες, έγιναν οικογενειακή συνήθεια. Έφτασαν και στην ελληνική τηλεόραση και αγαπήθηκαν ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου τα κανάλια ήταν ελάχιστα και κάθε ξένη σειρά που ξεχώριζε μπορούσε να γίνει γεγονός.
Δύο σειρές που δεν ξεχάστηκαν
Η μία είχε ένα σκυλί που δεν εγκατέλειπε ποτέ εκείνους που αγαπούσε. Η άλλη έναν πατέρα και τους γιους του που υπερασπίζονταν την οικογένεια και το σπίτι τους.
Ίσως γι’ αυτό άντεξαν.
Η «Λάσι» και η «Μπονάντσα» ανήκουν σε μια τηλεόραση πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Μια τηλεόραση χωρίς αμέτρητες επιλογές, αλλά με σειρές που μπορούσαν να γίνουν πραγματικό κοινωνικό γεγονός.
Και για όσους τις πρόλαβαν, αρκούν ακόμη μερικές νότες από τη μουσική της «Μπονάντσα» ή η εικόνα της Λάσι να τρέχει για βοήθεια για να επιστρέψουν, έστω για λίγα λεπτά, σε εκείνα τα χρόνια που η τηλεόραση μπορούσε πράγματι να καθηλώσει ολόκληρο το σπίτι.