Αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο επιβολής ιδιαίτερα υψηλού προστίμου βρίσκεται η Plastic Surgery Center στη Φινλανδία, καθώς η Αρχή Προστασίας Δεδομένων εξετάζει καταγγελίες για πιθανές παραβιάσεις του ευρωπαϊκού κανονισμού GDPR.
Σύμφωνα με το φινλανδικό μέσο Yle, η συγκεκριμένη κλινική ελέγχεται και σε σχέση με τον θάνατο της γνωστής influencer Ολίβια Όρας. Η νεαρή γυναίκα είχε επισκεφθεί την εγκατάσταση για αισθητική επέμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας έχασε τις αισθήσεις της.
Όπως μεταδίδουν το Yle και η ερευνητική εκπομπή MOT, πρώην εργαζόμενοι της Plastic Surgery Center είχαν προχωρήσει από το 2023 σε καταγγελίες σχετικά με τον τρόπο καθαρισμού του εξοπλισμού. Συγκεκριμένα, υποστήριζαν ότι σωληνάκια λιποαναρρόφησης που προορίζονταν για μία χρήση καθαρίζονταν με υγρό πιάτων και χρησιμοποιούνταν εκ νέου.
Έλεγχος που πραγματοποιήθηκε το 2026 από τη φινλανδική Αρχή Αδειοδότησης και Εποπτείας φέρεται να εντόπισε αντίστοιχα προβλήματα. Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι εξαρτήματα του μηχανήματος λιποαναρρόφησης καθαρίζονταν είτε χειροκίνητα είτε σε πλυντήριο πιάτων, ανεξάρτητα από το αν ήταν επαναχρησιμοποιούμενα ή μίας χρήσης, ενώ η πρακτική αυτή δεν συμβάδιζε με τις οδηγίες του κατασκευαστή.
Στην ίδια διαδικασία ελέγχου καταγράφηκαν, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, σημαντικές ελλείψεις που αφορούσαν την υγιεινή, την πρόληψη λοιμώξεων και την αποστείρωση του ιατρικού εξοπλισμού.
Ο θάνατος της Influencer
Οι καταγγελίες για τις συνθήκες λειτουργίας της κλινικής είχαν προκαλέσει ερωτήματα ήδη πριν από την υπόθεση της Ολίβια Όρας. Η υπόθεση της influencer, ωστόσο, έφερε την Plastic Surgery Center ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο.
Η Όρας είχε μεταβεί στην κλινική τον Αύγουστο για να υποβληθεί σε αισθητική επέμβαση. Όπως ανέφεραν οι γονείς της στην ερευνητική εκπομπή MOT του Yle, η ίδια έχασε τις αισθήσεις της κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, πριν ξεκινήσει η επέμβαση, ενώ βρισκόταν ακόμη στις εγκαταστάσεις της ιδιωτικής κλινικής στο Ελσίνκι.
Ακολούθησε η μεταφορά της στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ελσίνκι, όπου διαπιστώθηκε αργότερα ο θάνατός της.
Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο θάνατος της Όρας συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία ή τις πρακτικές της κλινικής.
Εντατικοί έλεγχοι μετά το περιστατικό
Μετά το περιστατικό, οι έλεγχοι στην Plastic Surgery Center εντάθηκαν. Τον Σεπτέμβριο, η αρμόδια Αρχή Αδειοδότησης και Εποπτείας αποφάσισε την αναστολή λειτουργίας της εγκατάστασης στην οδό Aleksanterinkatu, επικαλούμενη κινδύνους που αφορούσαν την ασφάλεια των ασθενών.
Οι επιθεωρητές διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχαν στη διάθεσή τους όλους τους απαιτούμενους ιατρικούς φακέλους. Παράλληλα, είχαν καταγραφεί καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες στοιχεία ασθενών τροποποιούνταν εκ των υστέρων ή καταχωρίζονταν σε συστήματα κρατήσεων και ηλεκτρονικά μηνύματα, αντί να καταγράφονται στο επίσημο σύστημα ιατρικών δεδομένων.
Ζητήματα εντοπίστηκαν και ως προς τη φυσική προστασία των αρχείων. Σύμφωνα με τις Αρχές, έντυποι ιατρικοί φάκελοι βρίσκονταν σε ξεκλείδωτα ντουλάπια και συρτάρια, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης από τρίτα πρόσωπα.
Ο ιδρυτής και ιδιοκτήτης της Plastic Surgery Center δεν έχει τοποθετηθεί δημόσια για τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί τις τελευταίες εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια των ελέγχων, πάντως, είχε αρνηθεί την ύπαρξη παρατυπιών ή είχε δηλώσει άγνοια για ορισμένα από τα ζητήματα που τέθηκαν υπόψη του.
Παράλληλα με τις έρευνες για την κλινική, στο προσκήνιο βρίσκεται και η υπόθεση ενός ασθενούς που είχε υποβληθεί σε αφαίρεση τατουάζ.
Σύμφωνα με το Yle, ο συγκεκριμένος άνθρωπος προσπαθεί εδώ και σχεδόν μία δεκαετία να αποκτήσει πρόσβαση στα προσωπικά και ιατρικά δεδομένα που τον αφορούν, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει παραλάβει τα στοιχεία που ζητά.
Μετά τα επανειλημμένα αιτήματά του, προσέφυγε στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων. Τον Ιούνιο του 2026 η Αρχή έδωσε εντολή στην Plastic Surgery Center να του χορηγήσει τα δεδομένα, χωρίς όμως η απόφαση να οδηγήσει στην παράδοσή τους.
Η υπόθεση μπορεί να έχει και σημαντικές οικονομικές συνέπειες για την εταιρεία. Με βάση την προκαταρκτική εκτίμηση της Αρχής, ενδέχεται να επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο για παραβιάσεις του GDPR. Το ανώτατο προβλεπόμενο όριο μπορεί θεωρητικά να φτάσει τα 20 εκατομμύρια ευρώ ή το 4% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών της προηγούμενης οικονομικής χρήσης.
Τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί μέχρι σήμερα στη Φινλανδία για παραβιάσεις του GDPR είναι, ωστόσο, αρκετά χαμηλότερα από αυτά τα ανώτατα όρια.
Η αρμόδια επιτροπή της Αρχής Προστασίας Δεδομένων αναμένεται να αποφασίσει για το ενδεχόμενο επιβολής προστίμου μέσα στον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο.
Τι υποστηρίζουν από την κλινική
Έγγραφα που επικαλείται η ερευνητική εκπομπή MOT του Yle παρουσιάζουν μια διαφορετική πτυχή της υπόθεσης. Η Plastic Surgery Center φέρεται να μην αναγνώριζε ότι είχε την υποχρέωση να παραδώσει τα συγκεκριμένα στοιχεία στον ασθενή.
Όταν η Αρχή Προστασίας Δεδομένων ζήτησε εξηγήσεις, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Καρλ Γιόχαν Σβέντγεχολμ, φέρεται να υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν είχε νοσηλευτεί ούτε είχε λάβει υπηρεσίες στην Plastic Surgery Center Helsinki Oy.
«Ίσως σε κάποια άλλη κλινική με παρόμοιο όνομα», φέρεται να ήταν η απάντηση της εταιρείας, σύμφωνα με έγγραφο που επικαλείται το MOT.
Με βάση αυτή τη θέση, η κλινική υποστήριζε ότι δεν είχε στην κατοχή της τα ιατρικά δεδομένα που ζητούσε ο ασθενής.
Ωστόσο, κάτω από την εμπορική ονομασία Plastic Surgery Center δραστηριοποιούνται περισσότερες από μία εταιρείες. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων σημείωσε, μάλιστα, ότι η ίδια η Plastic Surgery Center Helsinki Oy είχε αναγνωρίσει σε προηγούμενο στάδιο πως ο συγκεκριμένος ασθενής είχε λάβει θεραπεία από την επιχείρηση.
Η συγκεκριμένη θεραπεία δεν είχε μείνει εκτός ελέγχου και στο παρελθόν. Το 2023, η υπόθεση είχε εξεταστεί από το Συμβούλιο Καταναλωτικών Διαφορών.
Τότε, η κλινική υποστήριζε ότι ο ασθενής είχε λάβει την προβλεπόμενη φροντίδα και ότι ο ιατρικός του φάκελος ήταν πλήρης και σωστά καταχωρισμένος.
Στην υπόθεση εκείνη εμπλεκόταν επίσης η Plastic Surgery Center Helsinki Oy, ενώ το Συμβούλιο είχε συστήσει στην εταιρεία να καταβάλει αποζημίωση στον ασθενή για τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί.
Την ίδια περίοδο, η εταιρεία είχε δηλώσει ότι στην κλινική της δεν πραγματοποιούνταν θεραπείες αφαίρεσης τατουάζ με λέιζερ. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με το Yle, σχετικές υπηρεσίες εξακολουθούσαν να εμφανίζονται στις διαφημίσεις της ιστοσελίδας της ακόμη και τον Οκτώβριο του 2026.
Η υπόθεση του συγκεκριμένου ασθενούς δεν αποτελεί, σύμφωνα με το MOT, μεμονωμένο περιστατικό όσον αφορά την πρόσβαση των Αρχών στα ιατρικά αρχεία της Plastic Surgery Center.
Παρόμοιες δυσκολίες φέρεται να έχουν καταγραφεί εδώ και τουλάχιστον επτά χρόνια. Εποπτικές αρχές στον τομέα της υγείας έχουν επισημάνει επανειλημμένα ότι δεν είναι σε θέση να αξιολογήσουν πλήρως καταγγελίες ασθενών σχετικά με την κλινική, καθώς οι σχετικοί ιατρικοί φάκελοι ήταν ελλιπείς ή δεν υπήρχαν.
Το 2023, ο Σβέντγεχολμ είχε λάβει επίσημη παρατήρηση από τη Valvira, την τότε εθνική εποπτική αρχή υγείας, μεταξύ άλλων για ζητήματα που αφορούσαν τη διαχείριση ιατρικών δεδομένων.
Δύο χρόνια αργότερα, το 2025, πλαστικός χειρουργός που εργαζόταν στην εταιρεία δέχθηκε επίσης παρατήρηση από την Περιφερειακή Διοικητική Αρχή της Ανατολικής Φινλανδίας.
Η διαχείριση των ιατρικών δεδομένων επανήλθε στο επίκεντρο μετά τον θάνατο της Όρας. Σε έκθεση που συντάχθηκε έπειτα από τον έλεγχο της κλινικής, η αρμόδια Αρχή Αδειοδότησης και Εποπτείας ανέφερε ότι δεν είχε λάβει όλους τους φακέλους που απαιτούνταν για την εξέταση προηγούμενων καταγγελιών.
Παράλληλα, είχαν διατυπωθεί αναφορές για μεταγενέστερες τροποποιήσεις ιατρικών φακέλων, αλλά και για καταγραφή πληροφοριών όχι στο επίσημο σύστημα ιατρικών αρχείων, αλλά στο σύστημα ραντεβού της εταιρείας ή μέσω email.
Κατά την επιτόπια αυτοψία, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ακόμη ότι έντυποι ιατρικοί φάκελοι φυλάσσονταν σε ξεκλείδωτα ντουλάπια και συρτάρια στις εγκαταστάσεις της κλινικής στο Ελσίνκι.
Ο ιδρυτής και ιδιοκτήτης της Plastic Surgery Center, Καρλ Γιόχαν Σβέντγεχολμ, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε δημόσια τοποθέτηση για το σύνολο των καταγγελιών. Κατά τους ελέγχους των Αρχών, πάντως, φέρεται να αρνήθηκε την ύπαρξη ορισμένων προβλημάτων ή να δήλωσε ότι δεν είχε γνώση σχετικά με συγκεκριμένα ζητήματα.