Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Ο νέος πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ ανέλαβε καθήκοντα, στοχεύοντας σε μια ριζική οικονομική και πολιτική επανεκκίνηση που αμφισβητεί το μοντέλο της χώρας από τη δεκαετία του 1980.
  • Η στρατηγική του εστιάζει στην ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης, στην επαναβιομηχάνιση και στον αυξημένο δημόσιο έλεγχο βασικών υποδομών και υπηρεσιών.
  • Για το υπουργείο Οικονομικών επελέγη ο Τζον Χίλι, σε μια κίνηση που στοχεύει στον συνδυασμό πολιτικής εμπειρίας και αλλαγής ισορροπιών, ενώ οι αγορές αντέδρασαν με επιφυλακτικότητα.
  • Παράλληλα, ο Μπέρναμ επικοινώνησε με τον Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκοντας έναν πραγματιστικό δίαυλο συνεργασίας, ενώ συγκρότησε το πλήρες κυβερνητικό σχήμα με έμπειρα στελέχη για την υλοποίηση του δεκαετούς σχεδίου του.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ο νέος πρωθυπουργός παρουσιάζει σχέδιο ανατροπής του οικονομικού μοντέλου των τελευταίων δεκαετιών, επιλέγει τον Τζον Χίλι για το υπουργείο Οικονομικών, δέχεται το πρώτο μήνυμα από τις αγορές, ανοίγει δίαυλο επικοινωνίας με τον Ντόναλντ Τραμπ και συγκροτεί το νέο κυβερνητικό σχήμα.

Οι πρώτες ώρες του Άντι Μπέρναμ στην Ντάουνινγκ Στριτ δεν είχαν τον χαρακτήρα μιας συνηθισμένης κυβερνητικής αλλαγής. Ο νέος πρωθυπουργός επιδίωξε από την πρώτη του εμφάνιση να παρουσιάσει την ανάληψη της εξουσίας ως την αρχή μιας συνολικής πολιτικής και οικονομικής επανεκκίνησης, σηματοδοτώντας ρήξη όχι μόνο με την περίοδο του Κιρ Στάρμερ αλλά και με το μοντέλο που, όπως υποστηρίζει, κυριάρχησε στη Βρετανία από τη δεκαετία του 1980 και μετά.

Advertisement
Advertisement

Μετά τη συνάντησή του με τον βασιλιά Κάρολο στο Μπάκιγχαμ, ο Μπέρναμ στάθηκε μπροστά στην πόρτα του αριθμού 10 της Ντάουνινγκ Στριτ και υπενθύμισε ότι είναι ο έβδομος πρωθυπουργός της χώρας από το δημοψήφισμα του Brexit το 2016. Η αναφορά του είχε σαφή πολιτικό συμβολισμό, καθώς περιέγραψε μια Βρετανία που έχει χάσει τη σταθερότητα στη διακυβέρνηση, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και την αίσθηση οικονομικής ασφάλειας. Υποσχέθηκε ότι η κυβέρνησή του θα λειτουργήσει ως «διακόπτης επανεκκίνησης» και προανήγγειλε τις μεγαλύτερες αλλαγές των τελευταίων σαράντα ετών.

Στο επίκεντρο της στρατηγικής του βρίσκεται η ευθεία αμφισβήτηση της οικονομικής κληρονομιάς της εποχής Θάτσερ. Ο Μπέρναμ δεν περιορίζει την κριτική του στις επιλογές της προηγούμενης κυβέρνησης ή στη δημοσιονομική πολιτική της Ρέιτσελ Ριβς. Αντίθετα, στοχοποιεί τη συγκέντρωση εξουσιών στο Λονδίνο, την ιδιωτικοποίηση βασικών υπηρεσιών και την αποβιομηχάνιση μεγάλου μέρους της κεντρικής και βόρειας Αγγλίας.

Η απάντηση που προτείνει βασίζεται στη μεταφορά περισσότερων αρμοδιοτήτων και πόρων στις τοπικές αρχές, στην επαναβιομηχάνιση της χώρας και στην ενίσχυση του δημόσιου ελέγχου σε τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, το νερό και η κατοικία. Ουσιαστικά επιχειρεί να μεταφέρει σε εθνικό επίπεδο το μοντέλο που εφάρμοσε ως δήμαρχος του Μάντσεστερ, δίνοντας έμφαση στην ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση, στον δημόσιο σχεδιασμό των μεταφορών και στη συνεργασία του κράτους με ιδιωτικά κεφάλαια για την ανάπτυξη υποδομών.

Μέσα στους επόμενους μήνες αναμένεται να παρουσιάσει ένα δεκαετές σχέδιο για τη βρετανική οικονομία και το κράτος. Ωστόσο, έχει ήδη δεσμευθεί για άμεσα μέτρα απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής, με τις πρώτες ανακοινώσεις να προγραμματίζονται για την Τρίτη. Στις κυβερνητικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται η μείωση των ενεργειακών λογαριασμών και των κομίστρων, η ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας και πιθανές αλλαγές στα αφορολόγητα όρια. Παράλληλα, η πρώτη επίσημη εντολή που έδωσε ως πρωθυπουργός ήταν η εκκίνηση εθνικής προσπάθειας για τον περιορισμό και, τελικά, την εξάλειψη της αστεγίας.

Η σημαντικότερη πολιτική έκπληξη των πρώτων ωρών ήταν η επιλογή του Τζον Χίλι για το υπουργείο Οικονομικών. Ο 66χρονος πολιτικός δεν συγκαταλεγόταν στα φαβορί για τη θέση και μέχρι πρόσφατα υπηρετούσε ως υπουργός Άμυνας, από την οποία αποχώρησε καταγγέλλοντας ότι το υπουργείο Οικονομικών δεν εξασφάλιζε επαρκείς πόρους για την υλοποίηση των αμυντικών δεσμεύσεων της χώρας.

Η νέα του αποστολή παρουσιάζει εμφανές πολιτικό παράδοξο. Ο άνθρωπος που ζητούσε περισσότερες στρατιωτικές δαπάνες καλείται πλέον να ελέγξει συνολικά τις δημόσιες δαπάνες, να χρηματοδοτήσει την ενίσχυση της άμυνας, τα μέτρα για το κόστος ζωής, την κοινωνική κατοικία, την κοινωνική φροντίδα και το πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων που σχεδιάζει ο νέος πρωθυπουργός.

Advertisement

Παρότι δεν διαθέτει εμπειρία ως υπουργός Οικονομικών, ο Χίλι υπηρετεί στη Βουλή από το 1997 και έχει αναλάβει κυβερνητικές και οικονομικές αρμοδιότητες στις κυβερνήσεις των Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν. Έχει επίσης ασχοληθεί με ζητήματα περιφερειακής ανάπτυξης και τοπικής αυτοδιοίκησης, δύο τομείς που αποτελούν βασικούς άξονες της πολιτικής φιλοσοφίας του Μπέρναμ.

Η επιλογή του δείχνει ότι ο νέος πρωθυπουργός δεν αναζητούσε έναν τεχνοκρατικό διαχειριστή που θα συνέχιζε τη γραμμή της Ρέιτσελ Ριβς, αλλά έναν πολιτικό με εμπειρία και κύρος, ικανό να αμφισβητήσει τις παραδοσιακές ισορροπίες του βρετανικού υπουργείου Οικονομικών. Ταυτόχρονα, ο Χίλι θεωρείται αρκετά μετριοπαθής ώστε να μη δημιουργήσει την εντύπωση μιας ανεξέλεγκτης στροφής προς τα αριστερά. Ο Μπέρναμ είχε εξετάσει και άλλα ισχυρά ονόματα, όπως τον Εντ Μίλιμπαντ και τη Σαμπάνα Μαχμούντ, όμως τελικά προτίμησε μια επιλογή που σηματοδοτεί αλλαγή χωρίς να προκαλεί ευθεία σύγκρουση με το Σίτι του Λονδίνου.

Οι αγορές, πάντως, αντέδρασαν με επιφυλακτικότητα απέναντι στις πρώτες εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης. Η απόδοση του δεκαετούς βρετανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά οκτώ μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 5,04%, όταν ο Μπέρναμ διαβεβαίωσε ότι θα τηρήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες αξιοποιώντας παράλληλα κάθε διαθέσιμη «ευελιξία». Η στερλίνα υποχώρησε αρχικά και ανέκτησε μέρος των απωλειών της μετά την ανακοίνωση της τοποθέτησης του Χίλι.

Advertisement

Η αντίδραση αυτή υπενθυμίζει τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια της κυβέρνησης. Η Βρετανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό δημόσιο χρέος, αυξημένες δαπάνες για τόκους και επίμονο πληθωρισμό, ο οποίος επιβαρύνεται από τις υψηλές τιμές της ενέργειας και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Παρά τη φιλοδοξία του να εγκαταλείψει το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο των τελευταίων δεκαετιών, ο Μπέρναμ γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αγνοήσει ούτε το κόστος δανεισμού ούτε τις αρνητικές μνήμες που άφησε η κρίση του μίνι προϋπολογισμού της Λιζ Τρας το 2022.

Η πραγματική δοκιμασία για τον Τζον Χίλι θα είναι να αποδείξει ότι οι δημόσιες επενδύσεις, η επαναβιομηχάνιση και η κοινωνική κατοικία μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και τα δημόσια έσοδα αντί να μετατραπούν απλώς σε πρόσθετες δαπάνες. Μέχρι να παρουσιαστεί ένα ολοκληρωμένο οικονομικό σχέδιο με συγκεκριμένους αριθμούς, το νέο μοντέλο που προτείνει ο Μπέρναμ θα παραμένει περισσότερο πολιτική κατεύθυνση παρά πλήρες κυβερνητικό πρόγραμμα.

Στις πρώτες ώρες της πρωθυπουργίας του ο Μπέρναμ είχε και την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με την Ντάουνινγκ Στριτ, συνεχάρη τον Αμερικανό πρόεδρο για τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τον προσκάλεσε να επισκεφθεί το Μάντσεστερ και του παρουσίασε τη στρατηγική του για την επαναβιομηχάνιση της χώρας. Παράλληλα, επανέλαβε τη δέσμευση της Βρετανίας στην άμυνα και την ασφάλεια, υπογραμμίζοντας ότι η προστασία της χώρας και των συμμάχων της αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα.

Advertisement

Μεγάλο μέρος της συνομιλίας επικεντρώθηκε στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Ο Τραμπ ενημέρωσε τον νέο πρωθυπουργό για την κατάσταση στην περιοχή, ενώ ο Μπέρναμ επανέλαβε τη βρετανική δέσμευση για την ασφαλή διέλευση της ναυσιπλοΐας από τα Στενά του Ορμούζ, συνδέοντας άμεσα τη σταθερότητα της περιοχής με τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις επιχειρήσεις και το κόστος ζωής στη Βρετανία.

Παρά το θετικό κλίμα της συνομιλίας, οι πολιτικές διαφορές των δύο ηγετών παραμένουν μεγάλες. Ο Τραμπ είχε χαρακτηρίσει τον Μπέρναμ «εξαιρετικά φιλελεύθερο», είχε επικρίνει τη στάση του απέναντι στις νέες γεωτρήσεις στη Βόρεια Θάλασσα και είχε δηλώσει ότι η Βρετανία «πεθαίνει». Από την άλλη πλευρά, ο Μπέρναμ έχει κατηγορήσει επανειλημμένα τον Αμερικανό πρόεδρο ότι ενισχύει τη διεθνή αστάθεια, έχει περιγράψει το πολιτικό κλίμα στις Ηνωμένες Πολιτείες ως βαθιά πολωμένο και είχε υποστηρίξει, μετά τα γεγονότα στο Καπιτώλιο το 2021, ότι οι Βρετανοί πολιτικοί που είχαν προσεγγίσει τον Τραμπ θα έπρεπε να αισθάνονται ντροπή.

Οι δύο ηγέτες δύσκολα θα αναπτύξουν προσωπική ή ιδεολογική εγγύτητα. Διαφωνούν για το ενεργειακό μοντέλο, τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, τη μεταναστευτική πολιτική και τη διαχείριση της πολιτικής πόλωσης. Ο Μπέρναμ έχει οικοδομήσει την πολιτική του ταυτότητα γύρω από τις δημόσιες υπηρεσίες, την ενίσχυση της περιφέρειας και την απόρριψη ενός αμερικανικού μοντέλου υγείας, ενώ ο Τραμπ προκρίνει χαμηλότερη φορολογία, περισσότερες εξορύξεις και μια περισσότερο συναλλακτική προσέγγιση στις διεθνείς συμμαχίες.

Advertisement

Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη επικοινωνία έδειξε ότι ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός επιδιώκει μια σχέση πραγματισμού και όχι προσωπικής ταύτισης. Η πρόσκληση στο Μάντσεστερ, η έμφαση στις αμυντικές δεσμεύσεις και η ανάδειξη της σημασίας των Στενών του Ορμούζ αποτελούν προσπάθεια διατήρησης κοινού εδάφους, ενώ η επιλογή του Τζον Χίλι στο υπουργείο Οικονομικών εκτιμάται ότι μπορεί να αξιολογηθεί θετικά και στην Ουάσιγκτον, καθώς έχει συνδεθεί με την ανάγκη αύξησης των βρετανικών αμυντικών δαπανών.

Advertisement

Η πιθανότερη προοπτική είναι μια σχέση συνεργασίας σε θέματα άμυνας, πληροφοριών και ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, αλλά και επαναλαμβανόμενων εντάσεων γύρω από την ενέργεια, το ΝΑΤΟ, τη Μέση Ανατολή και τις απαιτήσεις του Τραμπ προς τους Ευρωπαίους συμμάχους. Ο Μπέρναμ επιδιώκει να αποφύγει τόσο τη μετωπική σύγκρουση όσο και την εικόνα ενός πρωθυπουργού που ακολουθεί άκριτα τις επιλογές του Λευκού Οίκου. Το κατά πόσο αυτή η ισορροπία θα διατηρηθεί θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επόμενες κινήσεις της αμερικανικής πλευράς.

Παράλληλα, μέχρι αργά το βράδυ της Δευτέρας είχε διαμορφωθεί και το νέο κυβερνητικό σχήμα. Ο Τζον Χίλι ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών, ο Εντ Μίλιμπαντ το υπουργείο Εξωτερικών και η Σαμπάνα Μαχμούντ παρέμεινε στο υπουργείο Εσωτερικών. Η Λουίζ Χέιγκ ορίστηκε πρώτη υπουργός Επικρατείας, καγκελάριος του Δουκάτου του Λάνκαστερ και επικεφαλής του Cabinet Office, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά τον κεντρικό κυβερνητικό συντονισμό. Η Ιβέτ Κούπερ ανέλαβε το υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Φροντίδας, ο Πατ ΜακΦάντεν παρέμεινε στο υπουργείο Εργασίας και Συντάξεων, ο Γουές Στρίτινγκ μετακινήθηκε στην Άμυνα και η Άντζελα Ρέινερ επέστρεψε στο υπουργείο Στέγασης, Κοινοτήτων και Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Στο υπόλοιπο υπουργικό συμβούλιο, ο Άλεξ Νόρις ανέλαβε το υπουργείο Δικαιοσύνης, η Μιάτα Φανμπούλε το υπουργείο Ενεργειακής Ασφάλειας και Net Zero, η Λούσι Πάουελ το υπουργείο Παιδείας και η Άντζελα Ίγκλ το υπουργείο Περιβάλλοντος, Τροφίμων και Αγροτικής Πολιτικής. Ο Τζόναθαν Ρέινολντς ανέλαβε το υπουργείο Επιχειρήσεων και Εμπορίου, η Λίζα Νάντι παρέμεινε στο υπουργείο Πολιτισμού, Μέσων Ενημέρωσης και Αθλητισμού, η Άνελιζ Μίντγκλεϊ ορίστηκε κοινοβουλευτική εκπρόσωπος της κυβέρνησης και η Μπρίτζετ Φίλιπσον διατήρησε τη θέση της στο υπουργικό συμβούλιο ως υπουργός Γυναικών και Ισότητας.

Advertisement