Ένας πατέρας στη Βρετανία καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια κάθειρξη, αφού προκάλεσε ανεπανόρθωτες βλάβες στο μόλις επτά μηνών παιδί του, το οποίο υπέστη σοβαρές εγκεφαλικές κακώσεις και έχασε μόνιμα την όρασή του μετά από βίαιο ταρακούνημα.
Ο Κρίστοφερ Γέιτς έχασε τον έλεγχο τα ξημερώματα του Οκτωβρίου του 2025, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την ανάληψη της αποκλειστικής επιμέλειας του γιου του. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δίκης, το βρέφος ξύπνησε γύρω στις 2 τα ξημερώματα και άρχισε να κλαίει ασταμάτητα, γεγονός που εξόργισε τον πατέρα του.
Ο άνδρας, έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και έχοντας κάνει χρήση κοκαΐνης, σήκωσε το μωρό και το ταρακούνησε με μεγάλη δύναμη πέντε φορές, ενώ του φώναζε να σταματήσει να κλαίει. Στη συνέχεια το άφησε στην κούνια του και κλείστηκε στο μπάνιο για περίπου μία ώρα, έχοντας καλύψει το κεφάλι του με πετσέτα για να μην ακούει τις κραυγές του παιδιού.
Όταν τελικά αποφάσισε να μεταφέρει το βρέφος στο νοσοκομείο, αρκετές ώρες αργότερα, προσπάθησε αρχικά να παραπλανήσει τους γιατρούς, υποστηρίζοντας ότι το παιδί είχε πέσει από λικνιζόμενο κάθισμα.
Οι εξετάσεις αποκάλυψαν τη φρίκη. Το μωρό είχε υποστεί εκτεταμένη εγκεφαλική αιμορραγία, κρίσεις, σοβαρές αιμορραγίες στα μάτια, καθώς και πολλαπλά τραύματα στο σώμα του. Οι γιατροί ανέφεραν ότι οι κακώσεις ήταν αντίστοιχες με εκείνες που προκαλούνται σε τροχαίο δυστύχημα υψηλής ταχύτητας και για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχε φόβος ότι δεν θα επιβίωνε.
Το παιδί τελικά κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή, όμως οι συνέπειες ήταν δραματικές. Έχασε την όρασή του, υπέστη μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες, θα χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή για το υπόλοιπο της ζωής του και, σύμφωνα με τους ειδικούς, το προσδόκιμο ζωής του έχει επηρεαστεί σημαντικά.
Κατά τη διάρκεια της δίκης αποκαλύφθηκε ότι συγγενείς του Γέιτς είχαν εκφράσει επανειλημμένα ανησυχίες για την ικανότητά του να φροντίσει το παιδί. Ο ίδιος αντιμετώπιζε προβλήματα με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, ενώ σύμφωνα με καταθέσεις είχε επιθετική συμπεριφορά όταν βρισκόταν υπό την επήρεια ουσιών.
Συγγενείς που είχαν επισκεφθεί το σπίτι του περιέγραψαν ένα χαοτικό περιβάλλον, με βρόμικες πάνες, άδεια κουτάκια μπύρας και έναν πατέρα που φώναζε άσχημα στο μωρό του. Παρά τις προειδοποιήσεις να ζητήσει βοήθεια από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ο Γέιτς δεν έκανε καμία ενέργεια.
Η ανάδοχη μητέρα του παιδιού, η οποία το φρόντιζε από τη γέννησή του, συγκλόνισε το δικαστήριο με τη δήλωσή της. Όπως είπε, το παιδί «τους έκλεψε την καρδιά από την πρώτη στιγμή» και τόνισε πως αν γνώριζαν τι θα συνέβαινε, δεν θα επέτρεπαν ποτέ να φύγει από την προστασία τους.
«Του κατέστρεψε τον εγκέφαλο, του κατέστρεψε τη ζωή και ράγισε τις καρδιές όλων μας. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα τηλεφώνημα και θα πηγαίναμε αμέσως να τον βοηθήσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η δικαστής Τζούλι Κλέμιτσον χαρακτήρισε τις συνέπειες της επίθεσης «καταστροφικές», επισημαίνοντας ότι το παιδί δεν θα μπορέσει ποτέ να ζήσει τη ζωή που θα έπρεπε.
Ο Κρίστοφερ Γέιτς, ο οποίος είχε ήδη οκτώ προηγούμενες καταδίκες, παραδέχθηκε την ενοχή του για πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης σε παιδί και οδηγήθηκε στη φυλακή με ποινή τεσσάρων ετών.