Η Άγκυρα δεν χρειάστηκε παρά μία εβδομάδα ευρωπαϊκών φιλοφρονήσεων για να πάρει θάρρος. Είδε τους επιτρόπους να «πηγαινοέρχονται» στην Τουρκία, διάβασε την κινητικότητα ως «αναζωογόνηση» των ευρωτουρκικών σχέσεων και, κατά τη συνήθη τουρκική λογική, ανέβασε τον πήχη. Ζητά στενότερη σχέση με την ΕΕ, υποδεικνύοντας στις Βρυξέλλες να λύσουν τα εσωτερικά τους μπλοκαρίσματα, δηλαδή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών στα ζητήματα όπου απαιτείται ομοφωνία και κάθε χώρα έχει δικαίωμα βέτο. Νωρίτερα, ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις είχε χαρακτηρίσει τη σχέση ΕΕ και Τουρκίας «στρατηγικής σημασίας», από το εμπόριο έως την άμυνα.
Το είπε σχεδόν ωμά ο Χακάν Φιντάν, μιλώντας το βράδυ της Πέμπτης στο CNN Türk. «Επίτροποι πηγαινοέρχονται, υπάρχουν πολλές επαφές. Όμως, για να φτάσουμε σε μεγαλύτερα, απτά, στρατηγικά αποτελέσματα, υπάρχουν ορισμένες αποφάσεις που πρέπει να πάρει η ΕΕ στο εσωτερικό της», ανέφερε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, προσθέτοντας ότι «στην Τουρκία δεν υπάρχει πρόβλημα πρόθεσης και βούλησης».
Τα «πηγαινέλα», άλλωστε, δεν ήταν σχήμα λόγου. Τη Δευτέρα και Τρίτη είχαν περάσει από την Άγκυρα η ύπατη εκπρόσωπος Κάγια Κάλας, η επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος και ο επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης Μάγκνους Μπρούνερ, με ατζέντα από τη μετανάστευση και τις βίζες έως τη συνδεσιμότητα, πριν ακολουθήσει την Πέμπτη ο Ντομπρόβσκις.
Η αναφορά του Φιντάν αφορούσε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως στα ζητήματα όπου απαιτείται ομοφωνία. Ο ίδιος τη συνέδεσε με την Τελωνειακή Ένωση Τουρκίας και ΕΕ, υποστηρίζοντας ότι «πρέπει να εκσυγχρονιστεί» και ότι «οι δύο πλευρές συμφωνούν σε αυτό», αλλά «υπάρχει ένα στοιχείο που μπλοκάρει, η στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς», κατά τη δική του διατύπωση. Πρόκειται για αιχμή που, στη λογική της Άγκυρας, αφορά εξίσου την Αθήνα.
Από την πλευρά του, ο Βάλντις Ντομπρόβσκις, που συμπροήδρευσε την Πέμπτη στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον Τούρκο υπουργό Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ, στον Οικονομικό Διάλογο Υψηλού Επιπέδου ΕΕ και Τουρκίας, απέφυγε δημόσια την πολιτική τριβή του εκσυγχρονισμού της Τελωνειακής Ένωσης. Έδωσε, όμως, το οικονομικό και στρατηγικό μέγεθος της σχέσης, τοποθετώντας την ευθέως στο νέο γεωπολιτικό σκηνικό. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, είπε, «εξέθεσαν τις ευαλωτότητές μας» και τον κίνδυνο διαταραχής των εφοδιαστικών αλυσίδων.
«Η σχέση ΕΕ και Τουρκίας είναι στρατηγικής σημασίας σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών τομέων», τόνισε, προσθέτοντας «από το εμπόριο και τις επενδύσεις έως την οικονομική ασφάλεια και την άμυνα». Χαρακτήρισε δε την Τουρκία «υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ χώρα, σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και βασικό περιφερειακό παίκτη για την ασφάλεια και τη σταθερότητα», κάνοντας λόγο για «γείτονες και εταίρους σε έναν ολοένα πιο απαιτητικό και κατακερματισμένο κόσμο», στον οποίο «είναι ιδιαίτερα σημαντικό να χτίζουμε και να διατηρούμε ισχυρές και έμπιστες συνεργασίες».
Το οικονομικό υπόβαθρο είναι ήδη μεγάλο. Σύμφωνα με τον Ντομπρόβσκις, το διμερές εμπόριο στο πλαίσιο της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ και Τουρκίας έφτασε σε ιστορικό υψηλό, πάνω από 217 δισ. ευρώ το 2025, διατηρώντας την Τουρκία ως τον πέμπτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της ΕΕ. «Οι αριθμοί καθιστούν σαφές το βάθος της οικονομικής μας σχέσης», είπε, σημειώνοντας ότι η ενίσχυση των δεσμών πατά σε «στέρεες βάσεις».
Αίτημα για ένταξη στον Ενιαίο Χώρο Πληρωμών με ευρώ
Στην κοινή δήλωση καταγράφεται και το επόμενο πρακτικό βήμα. Η Τουρκία ενημέρωσε την ευρωπαϊκή πλευρά ότι υπέβαλε επισήμως επιστολή πρόθεσης στο European Payments Council για ένταξη στον Ενιαίο Χώρο Πληρωμών σε Ευρώ, τον SEPA, το σύστημα που επιτρέπει σε πολίτες και επιχειρήσεις να πραγματοποιούν μεταφορές και πληρωμές σε ευρώ με ενιαίους κανόνες, σαν να πρόκειται για εγχώριες συναλλαγές. Στον SEPA συμμετέχουν σήμερα, πέρα από τα κράτη μέλη της ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι χώρες της ΕΖΕΣ και πέντε υποψήφιες προς ένταξη χώρες. Μια πιθανή συμμετοχή της Τουρκίας θα επέτρεπε «ταχύτερες, ασφαλέστερες και οικονομικότερες διασυνοριακές πληρωμές», διευκολύνοντας το εμπόριο και τις επενδύσεις.
Στο παιχνίδι και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων
Η επαναπροσέγγιση δεν περιορίζεται στις πληρωμές. Ο Ντομπρόβσκις δήλωσε «ιδιαίτερα ικανοποιημένος» για την πρόσφατη επανενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στην Τουρκία, μέσω της στήριξής της σε έργα καθαρής ενέργειας και ενεργειακής αποδοτικότητας. Η Τουρκία, πρόσθεσε, παραμένει μία από τις μεγαλύτερες χώρες δραστηριοποίησης της EBRD, με επενδύσεις άνω των 2,7 δισ. ευρώ πέρυσι.
Παράλληλα, η Κομισιόν και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να στηρίξουν με έως 5,7 εκατ. ευρώ, μέσω του Μηχανισμού Προενταξιακής Βοήθειας, τη δημιουργία της Επενδυτικής Πλατφόρμας Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης της Τουρκίας.
Στο ίδιο πακέτο μπήκε και η συνδεσιμότητα, με μεταφορές, ενέργεια και ψηφιακές υποδομές, καθώς και ειδική αναφορά στο Istanbul North Rail Crossing, έργο που θα μπορούσε να ενισχύσει κρίσιμους κόμβους logistics στη Μαύρη Θάλασσα και τον Νότιο Καύκασο.
Στο δρόμο για τη σύνοδο του ΝΑΤΟ
Η εικόνα θα κορυφωθεί στις 7 και 8 Ιουλίου, όταν η Άγκυρα θα υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της αναβαθμισμένο σε απαραίτητο πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και προσδοκά ρόλο στην αμυντική βιομηχανία της ΕΕ, κάτι που επιδιώκουν και οι Ευρωπαίοι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Άλλωστε, ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας Μαρκ Ρούτε έχει χαρακτηρίσει την τουρκική αμυντική βιομηχανία «επαναστατική» και τον τουρκικό στρατό δεύτερο ισχυρότερο στη Συμμαχία μετά τις ΗΠΑ. Στο κλίμα αυτό, κανείς δεν φαίνεται να ενοχλείται ιδιαίτερα από το ότι ο «αναβαθμισμένος» εταίρος διατηρεί στρατό κατοχής στο έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ, το casus belli κατά της Ελλάδας ή τις παρεμποδίσεις στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου, τον Great Sea Interconnector.
Πάντως, ο Ντομπρόβσκις, μέσα σε όλα αυτά, θυμήθηκε και έθεσε ως υποσημείωση το κράτος δικαίου. Είπε ότι έθιξε τη σημασία που αποδίδει η ΕΕ στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, όχι μόνο ως «βασικές ευρωπαϊκές αξίες», αλλά και ως παράγοντες για την εμπιστοσύνη των επενδυτών και τη μακροοικονομική σταθερότητα. Προς το παρόν, ωστόσο, η υποσημείωση αυτή συνοδεύει την επαναπροσέγγιση. Δεν την ανακόπτει.