Φαντάσου κάποιον να καλεί έναν ξένο σε πάρτι που δεν είναι δικό του, χωρίς να το πει στους οικοδεσπότες. Κάπως έτσι είναι η αίσθηση που άφησε στις Βρυξέλλες η πρόταση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να γίνει ο Καναδάς το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της ΕΕ.
Η πρόταση ανακοινώθηκε από το βήμα της σημαντικότερης ετήσιας ομιλίας της για την Κατάσταση της Ένωσης, χωρίς να έχει προηγηθεί ευρεία διαβούλευση με τις 27 πρωτεύουσες. Ο όρος είχε αιφνιδιάσει ακόμη και Ευρωπαίους διπλωμάτες, αφού δεν είχε χρησιμοποιηθεί όταν η φον ντερ Λάιεν τους ενημέρωσε λίγες ημέρες νωρίτερα. Η Κομισιόν απάντησε αργότερα ότι η στενότερη σχέση με τον Καναδά είχε συζητηθεί με τα κράτη-μέλη «σε διάφορες περιστάσεις». Άλλο όμως η στενότερη συνεργασία και άλλο μια νέα ιδιότητα που δεν υπάρχει σήμερα στις Συνθήκες. Αρκετοί στις πρωτεύουσες βρέθηκαν να ακούν τον συγκεκριμένο όρο σχεδόν μαζί με τους δημοσιογράφους.
Η συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο ασκεί την εξουσία της η φον ντερ Λάιεν είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Ήδη από τη συγκρότηση της δεύτερης Κομισιόν, το 2024, είχε επισημανθεί ότι οι αρμοδιότητες των Επιτρόπων αλληλοεπικαλύπτονταν σε τέτοιο βαθμό ώστε ο τελικός πολιτικός συντονισμός να επιστρέφει διαρκώς στην πρόεδρο. Διεθνή μέσα έγραφαν τότε ότι «όλη η εξουσία ρέει προς τη φον ντερ Λάιεν» και μιλούσε για «προεδρικοποίηση» της Επιτροπής.
Ακολούθησαν και άλλα. Το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ ακύρωσε το 2025 την απόφαση της Κομισιόν να αρνηθεί πρόσβαση στα SMS της φον ντερ Λάιεν με τον επικεφαλής της Pfizer, κρίνοντας ανεπαρκείς τις εξηγήσεις της για το γιατί δεν μπορούσε να τα προσκομίσει. Μέσα στην ίδια χρονιά βρέθηκε επανειλημμένα αντιμέτωπη στο Ευρωκοινοβούλιο με προτάσεις μομφής.
Στην εξωτερική πολιτική, το ερώτημα ποιος τελικά εκπροσωπεί και ποιος χαράσσει τη γραμμή της Ευρώπης έχει γίνει επίσης όλο και πιο εμφανές. Η φον ντερ Λάιεν έχει διευρύνει σημαντικά τον δικό της διεθνή ρόλο, ενώ η Ύπατη Εκπρόσωπος Κάγια Κάλας βρίσκεται τυπικά επικεφαλής της κοινής εξωτερικής πολιτικής. Οι δύο πλευρές έχουν ήδη βρεθεί σε τριβή, την ώρα που συζητούνται σχέδια αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής διπλωματικής υπηρεσίας που θα μπορούσαν να μεταφέρουν ακόμη μεγαλύτερο βάρος προς την Κομισιόν.
Θα ήταν όμως άδικο να αγνοήσει κανείς το επιχείρημα της άλλης πλευράς. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με συγκλονιστικές γεωπολιτικές εξελίξεις, με πόλεμο στην Ουκρανία, ρωσικές υβριδικές επιχειρήσεις, αβεβαιότητα για τη σχέση με τις ΗΠΑ, ανταγωνισμό με την Κίνα και μια πιθανή μελλοντική Ένωση περισσότερων από 30 κρατών. Τα ίδια τα κράτη ζητούν από την ΕΕ περισσότερη άμυνα, ισχύ και ταχύτητα, αλλά διστάζουν να της παραχωρήσουν τα εργαλεία.
Καλό είναι να μην ξεχνάμε και τη συζήτηση για τα βέτο, που την έχει ανοίξει η ίδια η φον ντερ Λάιεν. Από τη Διάσκεψη του Μονάχου ζητά περισσότερες αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία αντί ομοφωνίας, με «δημιουργική» αξιοποίηση των υφιστάμενων Συνθηκών. Το επιχείρημά της έχει βάση, μια Ένωση των 27, και αύριο ίσως των 30 και πλέον, δεν μπορεί να μένει όμηρος ενός και μόνο βέτο. Το βέτο όμως έχει δύο όψεις. Για το Βερολίνο ή το Παρίσι η ομοφωνία μπορεί να σημαίνει παράλυση. Για την Αθήνα ή τη Λευκωσία μπορεί να είναι η τελευταία ασπίδα όταν θεωρούν ότι διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα. Με την ειδική πλειοψηφία ένα μικρό κράτος δεν χάνει τη φωνή του, χάνει όμως τη δυνατότητα να πει μόνο του «όχι».
Όλα αυτά αναπόφευκτα φέρουν και πολιτικό κόστος. Η ΕΕ κουβαλά ήδη το στερεότυπο μιας «ελίτ των Βρυξελλών» που αποφασίζει μακριά από τους πολίτες. Θα ήταν απλοϊκό να αποδώσει κανείς σε αυτό την άνοδο των άκρων. Όταν όμως οι ίδιοι οι θεσμοί δίνουν την εικόνα ότι πρώτα ανακοινώνουν και μετά εξηγούν, προσφέρουν στους αντιευρωπαϊστές έτοιμο το επιχείρημα περί ενός διευθυντηρίου που δεν λογοδοτεί.
Η Ευρώπη μάλλον χρειάζεται περισσότερη ισχύ, μεγαλύτερη αυτονομία, ταχύτερες αποφάσεις. Το ζητούμενο είναι να μη γίνει αυτό με συνοπτικές διαδικασίες και αποφάσεις ερήμην των υπολοίπων.
Και ναι το πάρτι μπορεί όντως να θέλει καινούργιους καλεσμένους. Πριν ανοίξει όμως η πόρτα, καλό είναι να θυμηθεί κάποιος ότι το σπίτι ανήκει και στους 27.