Ένοχος για έναν βιασμό και τρεις σεξουαλικές επιθέσεις κρίθηκε ο Ράσελ Μπραντ, μετά την ολοκλήρωση της δίκης του στο Southwark Crown Court του Λονδίνου. Ο 51χρονος Βρετανός κωμικός και ηθοποιός αντιμετωπίζει πλέον το ενδεχόμενο πολυετούς ποινής φυλάκισης, ενώ η ανακοίνωση της απόφασης σηματοδοτεί μια σημαντική εξέλιξη σε μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στη Βρετανία.
Ο Μπραντ εμφανίστηκε στο δικαστήριο συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, Λόρα Γκάλαχερ. Κατά τη διάρκεια της δίκης είχε αρνηθεί όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι σεξουαλικές επαφές για τις οποίες κατηγορήθηκε ήταν συναινετικές.
Συνολικά, ο ηθοποιός αντιμετώπισε επτά κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος έξι γυναικών, τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν την περίοδο από το 1999 έως το 2009. Η ετυμηγορία των ενόρκων τον έκρινε ένοχο για τέσσερα από τα αδικήματα που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο.
Η ποινική έρευνα ξεκίνησε από τη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου τον Σεπτέμβριο του 2023, μετά τη δημοσιοποίηση καταγγελιών από τα μέσα ενημέρωσης. Σε αυτές περιλαμβάνονταν ισχυρισμοί γυναικών ότι είχαν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον Μπραντ την περίοδο που εκείνος βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του.
Από τον Νοέμβριο του 2023 έως τον Ιανουάριο του 2024, ο ηθοποιός εξετάστηκε τέσσερις φορές από τις αστυνομικές αρχές. Τον Απρίλιο του 2025 του απαγγέλθηκαν αρχικά πέντε κατηγορίες που αφορούσαν τέσσερις γυναίκες, ενώ στις 23 Δεκεμβρίου προστέθηκαν δύο ακόμη κατηγορίες, έπειτα από νέες καταγγελίες που έφτασαν στις αρχές.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η εισαγγελέας Ρίελ Κάρμι-Τζόουνς περιέγραψε τον Μπραντ ως «αδίστακτο, υπολογιστικό και χειριστικό σεξουαλικό θηρευτή». Όπως ανέφερε στους ενόρκους, ο κατηγορούμενος είχε μια «αδιάκριτη και ακόρεστη» επιθυμία για σεξουαλικές επαφές και προσέγγιζε γυναίκες ακόμη και λίγα λεπτά μετά την πρώτη τους γνωριμία.
Η υπόθεση αναμένεται να έχει και ευρύτερες συνέπειες για τον χώρο των βρετανικών μέσων ενημέρωσης. Ο Μπραντ είχε εργαστεί ως παρουσιαστής στο Radio 2 του BBC, ενώ ο οργανισμός είχε δεχθεί επικρίσεις για το κατά πόσο είχε ελέγξει τη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους.
Η καταδίκη του επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν οι καταγγελίες σε βάρος διάσημων προσωπικοτήτων, αλλά και για την ευθύνη των μέσων ενημέρωσης απέναντι σε συμπεριφορές που είχαν καταγγελθεί στο παρελθόν.